παπάκι @ @ 1ος @ 1st λίγο @ a little π.μ. @ a.m. Άαχεν @ Aachen χώρες της EAMA @ AAMS countries Ααρών @ Aaron αβάκα @ abaca άβακας @ abacus αβάκα @ abaka εγκαταλείπω @ abandon απαρνούμαι @ abandon εγκαταλελειμμένο τέκνο @ abandoned child εγκαταλειμμένη γη @ abandoned land εξευτελίζω @ abase ηγουμένη @ abbess αββαείο @ abbey ηγούμενος @ abbot συντομέυω @ abbreviate παραιτούμαι @ abdicate αποποιούμαι @ abdicate Αμπιντζάν @ Abidjan αβχαζιανά @ Abkhaz Αμπχαζία @ Abkhazia αφαιρετική @ ablative αφαιρετική πτώσις @ ablative case δυνάμενος @ able ικανός @ able αρτιμελής @ able Συμφωνία Περιορισμού Αντιβαλλιστικών Πυραύλων @ ABM Agreement καταργώ @ abolish κατάργηση των δασμών @ abolition of customs duties ατομική βόμβα @ A-bomb απεχθάνομαι @ abominate άμβλωση @ abortion αποβολή @ abortion έκτρωση @ abortion περί @ about για @ about κοντά @ about σχεδόν @ about γύρω @ about Αβραάμ @ Abraham Αβραάμ @ Abram Αβρουζία @ Abruzzi απόστημα @ abscess τετμημένη @ abscissa απών @ absent αφηρημένος @ absent συστηματική απουσία από την εργασία @ absenteeism αψέντι @ absinthe απόλυτη πλειοψηφία @ absolute majority απόλυτο μηδέν @ absolute zero απαλλάσω @ absolve συγχωρώ @ absolve απορροφώ @ absorb αφομοιώνω @ absorb αποχή @ abstentionism Αμπού Ντάμπι @ Abu Dhabi Αμπού Νταμπί @ Abu Dhabi κατάχρηση @ abuse κακομεταχείριση @ abuse κατάχρηση εξουσίας @ abuse of power ελευθερία εκπαίδευσης @ academic freedom ακαδημία @ academy πρόσβαση @ access πρόσβαση σε επάγγελμα @ access to a profession πρόσβαση στην κοινοτική πληροφόρηση @ access to Community information πρόσβαση στην εκπαίδευση @ access to education πρόσβαση στην πληροφορία @ access to information πρόσβαση στη δικαιοσύνη @ access to the courts κριτήριο προσχώρησης @ accession criteria διαπραγματεύσεις προσχωρήσεως @ accession negotiations προσχώρηση σε συμφωνία @ accession to an agreement προσχώρηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση @ accession to the European Union ατύχημα @ accident ατυχήματα στο σπίτι @ accident in the home πρόληψη των ατυχημάτων @ accident prevention ρύπανση λόγω ατυχήματος @ accidental pollution συνεργός @ accomplice σύμφωνα με @ according to ακορντεόν @ accordion λογαριασμός @ account αναφορά @ account λογιστής @ accountant λογιστική @ accounting λογιστική καταχώριση @ accounting entry λογιστικό σύστημα @ accounting system πολιτιστική αφομοίωση @ acculturation συσσωρευτής @ accumulator αιτιατική @ accusative κατηγορητικός @ accusatory οξεικό οξύ @ acetic acid ακετόνη @ acetone άλγος @ ache αχίλλειος φτέρνα @ Achilles heel οξύ @ acid ξινός @ acid οξύς @ acid όξινος @ acid ΛΣΔ-25 @ acid όξινη βροχή @ acid rain οξίνιση @ acidification βελανίδι @ acorn ακουστική @ acoustics χώρες ΑΚΕ @ ACP countries επιτροπή πρέσβεων ΑΚΕ-ΕΚ @ ACP-EC Committee of Ambassadors σύμβαση ΑΚΕ-ΕΚ @ ACP-EC Convention Συμβούλιο Υπουργών ΑΚΕ-ΕΚ @ ACP-EC Council of Ministers όργανο ΑΚΕ-ΕΚ @ ACP-EC institution Συνέλευση Ίσης Εκπροσώπησης ΑΚΕ-ΕΚ @ ACP-EC Joint Assembly ισομερής επιτροπή ΑΚΕ-ΕΚ @ ACP-EC Joint Committee Σύνδρομο Επίκτητης Ανοσολογικής Ανεπάρκειας @ acquired immune deficiency syndrome κτήση κυριότητας @ acquisition of property ακροβάτης @ acrobat Ακρόπολη @ Acropolis απέναντι @ across δια μέσου @ across πράξη @ act διάβημα @ act ακτίνιο @ actinium προσφυγή στα διοικητικά δικαστήρια @ action brought before an administrative court προσφυγή στην κοινοτική δικαιοσύνη @ action brought before the EC Court of Justice προσφυγή υπαλλήλου κατά της διοίκησης @ action by staff προσφυγή ακυρώσεως @ action for annulment προσφυγή ακυρώσεως ΕΚ @ action for annulment of an EC decision προσφυγή επί παραλείψει @ action for failure to act προσφυγή επί παραβάσει @ action for failure to fulfil an obligation πρόγραμμα δράσης @ action programme προσφυγή διοικητικής ευθύνης @ action to establish liability on the part of an administration τιμή ενεργοποίησης @ activating price δραστηριότητα @ activity δράση @ activity ηθοποιός @ actor ηθοποιός @ actress βελονισμός @ acupuncture επί τούτου @ ad hoc επιτροπή ad hoc @ ad hoc committee Αδάμ @ Adam μήλο του Αδάμ @ Adam's apple ευπροσάρμοστος @ adaptable προσαρμογή των δημοσιονομικών προοπτικών @ adaptation of financial perspectives ΑΤΑ @ ADB ADC @ ADC προστιθέμενη αξία @ added value Αντίς Αμπέμπα @ Addis Ababa πρόσθεση @ addition επικουρικό επίδομα @ additional benefit πρόσθετη δασμολογική επιβάρυνση @ additional duty πρόσθετοι πόροι @ additional resources συγκολλητικό @ adhesive επίθετο @ adjective επιθετικός @ adjective αναβολή της συζήτησης @ adjournment διευθέτηση @ adjustment σχολική προσαρμογή @ adjustment to school πρόσθετο-βελτιωτικό @ adjuvant διοίκηση του οργάνου @ administration of the Institutions διοικητική αυτονομία @ administrative autonomy διοικητικός κώδικας @ administrative code διαγωνισμός δημοσίου @ administrative competition διοικητική σύμβαση @ administrative contract διοικητικός έλεγχος @ administrative control διοικητική συνεργασία @ administrative cooperation διοικητική δικαστική αρχή @ administrative court δαπάνη λειτουργίας @ administrative expenditure διοικητική διατύπωση @ administrative formalities διοικητικό δίκαιο @ administrative law διοικητική πράξη @ administrative measure διοικητική παράβαση @ administrative offence διοικητική απόφαση @ administrative order διοικητική κύρωση @ administrative penalty διοικητικός κλάδος @ administrative personnel διοικητική αρμοδιότητα @ administrative powers διοικητική δικονομία @ administrative procedure διοικητική μεταρρύθμιση @ administrative reform διοικητική ευθύνη @ administrative responsibility διοικητική επιστήμη @ administrative science διοικητική οργάνωση @ administrative structures διοικητική εποπτεία @ administrative supervision διοικητική διαφάνεια @ administrative transparency διαίρεση σε διοικητικές περιφέρειες @ administrative unit διαχειριστής @ administrator θαυμασμός @ admiration θαυμάζω @ admire παραδεκτό @ admissibility παραδεκτός @ admissible είσοδος αλλοδαπών @ admission of aliens συμμετοχή στις εξετάσεις @ admission to examinations συμφωνία ADN @ ADN agreement εφηβεία @ adolescence Άδόλφος @ Adolph υιοθετώ @ adopt υιοθετημένο τέκνο @ adopted child δικαίωμα υιοθεσίας @ adoption law υιοθεσία @ adoption of a child θέσπιση νόμου @ adoption of a law by vote έγκριση του προϋπολογισμού @ adoption of the budget συμφωνία ADR @ ADR agreement αδρεναλίνη @ adrenaline Άδριανός @ Adrian Αδριατική Θάλασσα @ Adriatic Sea ενήλικος @ adult ενήλικας @ adult εκπαίδευση ενηλίκων @ adult education μοιχεία @ adultery προκαταβολές @ advance προπληρωμή @ advance payment ψήφιση προ της ημέρας των εκλογών @ advance voting υλικά προηγμένης τεχνολογίας @ advanced materials βιομηχανία αιχμής @ advanced technology industry επίρρημα @ adverb διαφήμιση @ advertisement διαφήμιση @ advertising προϋπολογισμός διαφήμισης @ advertising budget παραπλανητική διαφήμιση @ advertising malpractice συμβουλευτική εξουσία @ advisory power συνήγορος @ advocate υπερασπιστής @ advocate Αιγαίο Πέλαγος @ Aegean Sea αεριούχο ποτό @ aerated drink αεροδυναμική @ aerodynamics αεροναυπηγική βιομηχανία @ aeronautical industry αεροπλάνο @ aeroplane αερόλυμα @ aerosol αεροδιαστημική βιομηχανία @ aerospace industry Αισχύλος @ Aeschylus αισθητικός @ aesthetic αισθητική χειρουργική @ aesthetic surgery αισθητική @ aesthetics συμφωνία AETR @ AETR agreement συνεργαζόμενο εμπόριο @ affiliated retailing δάσωση @ afforestation Αφγανός @ Afghan αφγανικός @ Afghan Αφγανιστάν @ Afghanistan AFRASEC @ Afrasec Αφρική @ Africa Αφρικάνος @ African αφρικανικός @ African Αφρικανικός Χάρτης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Λαών @ African Charter on Human and Peoples' Rights Αφρικανική Τράπεζα Ανάπτυξης @ African Development Bank αφρικανικός οργανισμός @ African organisation Αφρικανική Ένωση @ African Union αφρικάανς @ Afrikaans αφροασιατικός οργανισμός @ Afro-Asian organisations μετά @ after κατόπιν @ after μετά θάνατον ζωή @ afterlife απόγευμα @ afternoon υπηρεσία εξυπηρέτησης πελατών μετά την πώληση @ after-sales service ύστερα @ afterwards ξανά @ again Άγαθή (Agathi) @ Agatha ηλικία @ age εποχή @ age διακρίσεις λόγω ηλικίας @ age discrimination ενηλικότητα κατά το αστικό δίκαιο @ age of majority δημογραφική γήρανση @ ageing of the population υποκατάστημα εξωτερικού @ agency abroad ημερήσια διάταξη @ agenda επιβαρυντική περίσταση @ aggravating circumstances επιθετικότητα @ aggression επιθετικός @ aggressive Αγνή @ Agnes αγνωστικιστής @ agnostic αγνωστικισμός @ agnosticism πριν @ ago αγοραφοβία @ agoraphobia αγροτικό δίκαιο @ agrarian law αγροτική μεταρρύθμιση @ agrarian reform συμφωνία @ agreement σύμβουλος γεωργικών εφαρμογών @ agricultural adviser γεωργικές εφαρμογές @ agricultural advisory services γεωργική έκταση με περιβαλλοντικούς περιορισμούς @ agricultural area with environmental restrictions αγροτική τράπεζα @ agricultural bank αγροτικό κτίριο @ agricultural building γεωργικό υποπροϊόν @ agricultural by-product γεωργική απογραφή @ agricultural census γεωργικός συνεταιρισμός @ agricultural cooperative αγροτική πίστη @ agricultural credit γεωργική καταστροφή @ agricultural disaster γεωργική οικονομία @ agricultural economics γεωργική εκπαίδευση @ agricultural education γεωργικός εξοπλισμός @ agricultural equipment αγροτική δαπάνη @ agricultural expenditure γεωργικός προσανατολισμός @ agricultural guidance γεωργική εκμετάλλευση @ agricultural holding γεωργικό εργαλείο @ agricultural implement γεωργική ασφάλιση @ agricultural insurance γεωργικό εργατικό δυναμικό @ agricultural labour force γεωργική γη @ agricultural land γεωργική εισφορά @ agricultural levy γεωργικό μηχάνημα @ agricultural machinery αγορά γεωργικών προϊόντων @ agricultural market αποτέλεσμα της γεωργικής εκμετάλλευσης @ agricultural performance γεωργική πολιτική @ agricultural policy γεωργικό προϊόν @ agricultural product ονοματολογία γεωργικών προϊόντων @ agricultural product nomenclature γεωργική παραγωγή @ agricultural production πολιτική γεωργικής παραγωγής @ agricultural production policy γεωργική παραγωγικότητα @ agricultural productivity γεωργικές ποσοστώσεις @ agricultural quota έγγειος γεωργική ιδιοκτησία @ agricultural real estate γεωργική περιοχή @ agricultural region οργανισμός εκπροσώπησης του αγροτικού τομέα @ agricultural sector representative body κατάσταση της γεωργίας @ agricultural situation γεωργικές στατιστικές @ agricultural statistics γεωργικές διαρθρώσεις @ agricultural structure γεωργικό πλεόνασμα @ agricultural surplus γεωργικές συναλλαγές @ agricultural trade γεωργικό όχημα @ agricultural vehicle γεωργικά απόβλητα @ agricultural waste γεωργία @ agriculture σχέση γεωργίας-βιομηχανίας @ agriculture-industry relationship σχέση γεωργίας-εμπορίου @ agriculture-trade relationship γεωργοπεριβαλλοντικό πρόγραμμα @ agri-environmental plan αγροδιατροφικός τομέας @ agri-foodstuffs γεωργονομισματική πολιτική @ agri-monetary policy ενέργεια γεωργικής προέλευσης @ agro-energy γεωργοδασοπονία @ agroforestry βιομηχανική καλλιέργεια @ agro-industrial cropping βιομηχανία μεταποίησης γεωργικών προϊόντων @ agro-industry γεωπονική έρευνα @ agronomic research γεωπονική @ agronomy αξιολόγηση της βοήθειας @ aid evaluation ενισχύσεις αναδιάρθρωσης @ aid for restructuring βοήθεια εις είδος @ aid in kind ενίσχυση ανά εκτάριο @ aid per hectare πολιτική παροχής βοήθειας @ aid policy πρόγραμμα ενισχύσεων @ aid programme δικαιούχος της βοήθειας @ aid recipient καθεστώς ενισχύσεων @ aid system γεωργικές ενισχύσεις @ aid to agriculture ενίσχυση των οικονομικώς αδυνάτων @ aid to disadvantaged groups βοήθεια στα θύματα καταστροφών @ aid to disaster victims ενισχύσεις στη βιομηχανία @ aid to industry βοήθεια στους πρόσφυγες @ aid to refugees ενίσχυση επιχειρήσεων @ aid to undertakings AIDS @ AIDS σύνδρομο επίκτητης ανοσολογικής ανεπάρκειας @ AIDS σκοπός @ aim μελωδία @ air αεροπορικό καμποτάζ @ air cabotage κλιματισμός @ air conditioning Πολεμική Αεροπορία @ air force τιμολόγιο εναέριων μεταφορών @ air freight rate αεροπορικό δίκαιο @ air law ασφάλεια της αεροπλοΐας @ air safety εναέριος χώρος @ air space εναέρια κυκλοφορία @ air traffic έλεγχος εναέριου χώρου @ air traffic control εναέριες μεταφορές @ air transport αεροσκάφος @ aircraft αεροπλανοφόρο @ aircraft carrier εναέριος στόλος @ aircraft fleet αερολισθαίνον όχημα @ air-cushion vehicle αερογραμμή @ airline αεροπλάνο @ airplane αερολιμένας @ airport Αϊμάν @ Ajman Φούτζερα @ Al Fujayrah Al-Jazeera @ Al Jazeera Νήσοι Ώλαντ @ Åland Άαλαντ @ Åland αλίμονο @ alas Αλβανία @ Albania Αλβανός @ Albanian αλβανικά @ Albanian αλβανικός @ Albanian Άλβέρτος @ Albert λεύκωμα @ albumen αλχημιστής @ alchemist αλχημεία @ alchemy αλκοόλ @ alcohol οινόπνευμα @ alcohol αλκοόλη @ alcohol αλκοολικός @ alcoholic αλκοολούχο ποτό @ alcoholic beverage αλκοολισμός @ alcoholism αγγλική μπίρα @ ale Αλεντέζου @ Alentejo Αλέξανδρος @ Alexander Μέγας Αλέξανδρος @ Alexander the Great Αλεξάνδρεια @ Alexandria Αλέξιος @ Alexius Αλφονσος (Alphonsos) @ Alfonso Αλφρέδος @ Alfred φύκος @ algae Αλγκάρβε @ Algarve άλγεβρα @ algebra Αλγερία @ Algeria Αλγερινός @ Algerian αλγερινός @ Algerian Αλγέρι @ Algiers αλγορίθμος @ algorithm άλλοθι @ alibi εξωγήινος @ alien ξένος @ alien αλκίνιο @ alkyne όλοι @ all όλο @ all εντελώς @ all μια @ all right όλοι οι δρόμοι οδηγούν στη Ρώμη @ all roads lead to Rome ό, τι λάμπει δεν είναι χρυσός @ all that glitters is not gold αλλεργία @ allergy αλλιγάτορας @ alligator ρήτρα κατανομής @ allocation clause διάθεση και χρήση των γαιών @ allocation of land διάθεση πόρων @ allocation of resources κατανομή των εδρών @ allocation of seats κατανομή της εργασίας @ allocation of work αποζημίωση και απόδοση εξόδων @ allowances and expenses κράματα @ alloy κράμα @ alloy κραματοποιώ @ alloy αλμανάκο @ almanac αμύγδαλο @ almond αμυγδαλιά @ almond σχεδόν @ almost μόνος @ alone άλφα @ alpha αλφάβητο @ alphabet αλφαβητικός @ alphabetic αλφαβητικός @ alphabetical Κιτρινοκαλιακούδα @ alpine chough περιφέρεια των Άλπεων @ Alpine Region Άλπεις @ Alps ήδη @ already Αλσατία @ Alsace βωμός @ altar αναπληρωτής @ alternate εναλλασσόμενο ρεύμα @ alternating current εναλλακτική γεωργική παραγωγή @ alternative agricultural production ήπια ιατρική @ alternative medicine υποκατάστατο της ποινής @ alternative sentence πολιτική θητεία @ alternative service εναλλακτική χρησιμοποίηση γεωργικού προϊόντος @ alternative use of agricultural products αν και @ although παρά @ although υψόμετρο @ altimeter υψόμετρο @ altitude ύψος @ altitude αλουμίνιο @ aluminium αργίλιο @ aluminium αλουμίνιο @ aluminum πάντα @ always Alytus @ Alytus είμαι @ am ερασιτέχνης @ amateur ήλεκτρον @ amber πορτοκαλί @ amber κεχριμπαρένιο @ amber OCAM @ AMCO αμήν @ amen διορθωτικός προϋπολογισμός @ amending budget τροπολογία @ amendment αναθεώρηση νόμου @ amendment of a law Αμερική @ America βόνασος @ American bison αμερικανικός οργανισμός @ American organisation Σαμόα (ΗΠΑ) @ American Samoa Αμερικανική Σαμόα @ American Samoa αμερίκιο @ americium αμινοξύ @ amino acid Αμμάν @ Amman αμμωνία @ ammonia πυρομαχικά @ ammunition αμνηστία @ amnesty Διεθνής Αμνηστία @ Amnesty International ανάμεσα @ among άμορφα υλικά @ amorphous materials απόσβεση @ amortisation σύνολο @ amount αμπέρ @ ampere συμπλεκτικό σύμβολο @ ampersand αμφεταμίνη @ amphetamine αμφίβιο @ amphibian αμφίβιος @ amphibious Άμστερνταμ @ Amsterdam διασκέδαση @ amusement ένας @ an αναβολισμός @ anabolism αναχρονιστικός @ anachronistic ανακόντα @ anaconda ανάγραμμα @ anagram πρωκτική συνουσία @ anal sex αναλγητικό @ analgesic (analogos)<!--this is the transcription and requires Greek script-->, αναλογικός @ analog (analogos)<!--this is the transcription and requires Greek script-->, αναλογικός @ analogue αναλογία @ analogy αναλύω @ analyse ανάλυση @ analysis ανάλυση αιτίων @ analysis of causes αναλυτής @ analyst αναλυτική χημεία @ analytical chemistry αναρχισμός @ anarchism αναρχικός @ anarchist αναρχία @ anarchy Ανατολή @ Anatoli ανατομία @ anatomy πρόγονος @ ancestor αγκυροβολώ @ anchor αντσούγια @ anchovy αρχαία ελληνικά @ Ancient Greek αρχαία ιστορία @ ancient history και @ and και ούτω καθεξής @ and so on Ανδαλουσία @ Andalusia Ομάδα των Άνδεων @ Andean Group χώρες της Ομάδας των Άνδεων @ Andean Group countries Κοινοβούλιο των Άνδεων @ Andean Parliament Ανδόρρα @ Andorra Ανδρέας @ Andrew ανέκδοτο @ anecdote αναιμία @ anemia άγγελος @ angel αγγελική @ angelica θυμός @ anger θυμώνω @ anger γωνία @ angle αγγλικανισμός @ Anglicanism αρχαία αγγλική γλώσσα @ Anglo-Saxon Αγκόλα @ Angola Ανγκόλα @ Angola θυμωμένος @ angry Ανγκουίλα @ Anguilla ανυδρίτης @ anhydride άγριος @ animal ζώο @ animal ζωική αναπαραγωγή @ animal breeding ζωική ασθένεια @ animal disease ζωική λιπαρή ουσία @ animal fats ζωοτροφές @ animal feedingstuffs υγεία των ζώων @ animal health λεύκωση ζώων @ animal leucosis πανίδα @ animal life διατροφή των ζώων @ animal nutrition ζωικό λάδι @ animal oil πανώλης των ζώων @ animal plague ζωικό προϊόν @ animal product ζωική παραγωγή @ animal production ζωική πρωτεΐνη @ animal protein ζωικοί πόροι @ animal resources θέαμα με ζώα @ animal show δέρμα ζώου @ animal skin φυματίωση ζώων @ animal tuberculosis καλή μεταχείριση των ζώων @ animal welfare anime @ anime ανιώντος @ anion άνισον @ anise άνισον @ aniseed Άγκυρα @ Ankara αστράγαλος @ ankle Άννα @ Ann ανακοίνωση @ announcement δήλωση υποψηφιότητας @ announcement of candidacy ενοχλήσει @ annoy έκθεση δραστηριοτήτων @ annual report ακυρώνω @ annul ανώνυμος @ anonymous απάντηση @ answer απαντώ @ answer λύση @ answer ανταποκρίνομαι @ answer Νότιος Παγωμένος Ωκεανός @ Antarctic Ocean Ανταρκτική @ Antarctica μυρμηγκοφάγος @ anteater αντιλόπη @ antelope κεραία @ antenna ύμνος @ anthem μυρμηγκοφωλιά @ anthill Αντώνιος @ Anthony άνθρακας @ anthrax ανθρωπολογία @ anthropology αντιβιοτικά @ antibiotic αντίχριστος @ antichrist Αντίχριστος @ Antichrist σχέδιο αντιμετώπισης της κρίσης @ anti-crisis plan αγώνας κατά των διακρίσεων @ anti-discriminatory measure δασμοί αντιντάμπινγκ @ anti-dumping duty νομοθεσία αντιντάμπινγκ @ anti-dumping legislation μέτρα αντιντάμπινγκ @ anti-dumping measure αντιευρωπαϊσμός @ anti-European movement κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης @ anti-globalisation movement Αντίγκουα και Μπαρμπούντα @ Antigua and Barbuda αντιπυραυλική άμυνα @ anti-missile defence αντιμόνιο @ antimony όπλα κατά προσωπικού @ anti-personnel weapon αντιρρυπαντική διάταξη @ anti-pollution device κίνημα κατά των φυλετικών διακρίσεων @ anti-racist movement αντισημιτισμός @ anti-semitism διαδικασία κατά των επιδοτήσεων @ anti-subsidy proceeding νομοθεσία αντιτράστ @ anti-trust legislation αντώνυμο @ antonym Αντβέρπ @ Antwerp πρωκτός @ anus αμόνι @ anvil άγχος @ anxiety ANZUS @ Anzus χώρες του ANZUS @ Anzus countries καθένας @ any εν πάση περιπτώσει @ anyway οπουδήποτε @ anywhere πολιτική φυλετικού διαχωρισμού @ apartheid διαμέρισμα @ apartment ΟΣΑΕ @ APEC χώρες της ΟΣΑΕ @ APEC countries απεριτίφ @ aperitif αφασία @ aphasia Αφήλιον @ aphelion απόφθεγμα @ aphorism μελισσοκομία @ apiculture ΑΟΠ @ APO αποστασία @ apostasy αποστροφή @ apostrophe φαρμακοποιός @ apothecary φαρμακείο @ apothecary συσκευή ακτινοβολιών @ apparatus based on the use of rays ένδικο μέσο @ appeal διοικητική προσφυγή @ appeal to an administrative authority προσφυγή στο διαμεσολαβητή ΕΚ @ appeal to the EC Ombudsman προσφυγή ιδιωτών @ appeals by private individuals φαίνομαι @ appear σκωληκοειδίτιδα @ appendicitis ορεκτικό @ appetizer χειροκροτώ @ applaud επικροτώ @ applaud χειροκρότημα @ applause μήλο @ apple μηλιά @ apple χυμός μήλου @ apple juice μηλιά @ apple tree εφαρμογή του νόμου @ application of legislation εφαρμοσμένη έρευνα @ applied research εφαρμοσμένες επιστήμες @ applied sciences διορισμοί προσωπικού @ appointment of staff εκτιμώ @ appreciate αντιλαμβάνομαι @ appreciate παίρνω αξία @ appreciate μαθητευόμενος @ apprentice επαγγελματική μαθητεία @ apprenticeship κατάλληλος @ appropriate έγκριση @ approval έγκριση τιμολογίων @ approval of tariffs περίπου @ approximately προσέγγιση των νομοθεσιών @ approximation of laws προσέγγιση των πολιτικών @ approximation of policies UPA @ APPU βερίκοκο @ apricot βερικοκιά @ apricot Απρίλιος @ April ποδιά @ apron Απουλήιος @ Apuleius Απουλία @ Apulia υδατοκαλλιέργεια @ aquaculture ενυδρείο @ aquarium Υδροχόος @ Aquarius υδρόβιος @ aquatic υδάτινο περιβάλλον @ aquatic environment υδρόβιο φυτό @ aquatic plant υδραγωγείο @ aqueduct Ακουϊτανία @ Aquitaine Άραβας @ Arab αραβικός @ Arab Αραβική Κοινή Αγορά @ Arab Common Market χώρες της Αραβικής Κοινής Αγοράς @ Arab Common Market countries Αραβικός Σύνδεσμος @ Arab League χώρες του Αραβικού Συνδέσμου @ Arab League countries αραβικός οργανισμός @ Arab organisation Αραβική Δημοκρατία της Αιγύπτου @ Arab Republic of Egypt αραβοαφρικανική συνεργασία @ Arab-African cooperation αραβικός @ Arabic καλλιεργήσιμη γη @ arable land αραχνοφοβία @ arachnophobia Αραγώνα @ Aragon οικονομική πρόκριση συναλλαγής @ arbitrage διαιτησία @ arbitration ρήτρα διαιτησίας @ arbitration clause δενδροκομία @ arboriculture Αρκαδία @ Arcadia αρχαιολόγος @ archaeologist αρχαιολογία @ archaeology αρχάγγελος @ archangel αρχιεπίσκοπος @ archbishop τοξότης @ archer αρχιμανδρίτης @ archimandrite αρχιπέλαγος @ archipelago αρχιτέκτονας @ architect αρχιτεκτονική κληρονομιά @ architectural heritage αρχιτεκτονική @ architecture αρχείο @ archive αρχειοθετώ @ archive αρχείο @ archives Αρκτική @ Arctic Βόρειος Παγωμένος Ωκεανός @ Arctic Ocean διαχείριση του χώρου @ area management επιφάνεια εκμετάλλευσης @ area of holding Άρης @ Ares ασημί @ argent Αργεντινή @ Argentina αργεντίνικος @ Argentinian Αργεντίνος @ Argentinian αργινίνη @ arginine αργό @ argon Αργοναύτες @ Argonaut Ώρχους @ Århus άνυδρη ζώνη @ arid zone Αρχάγγελσκ @ Arkhangelsk βραχίονας @ arm αρμός @ arm αρμαδίλος @ armadillo Αρμαγεδδώνας @ Armageddon πολυθρόνα @ armchair στρατός @ armed forces Αρμενία @ Armenia αρμενικός @ Armenian Αρμένιος @ Armenian αρμενικά @ Armenian Αρμενικό ζήτημα @ Armenian question πανοπλία @ armor μασχάλη @ armpit έλεγχος των εξοπλισμών @ arms control βιομηχανία όπλων @ arms industry περιορισμός των εξοπλισμών @ arms limitation πολιτική εξοπλισμών @ arms policy προμήθεια όπλων @ arms supply εμπόριο όπλων @ arms trade στρατός @ army στρατιά @ army αρωματικό φυτό @ aromatic plant διευθέτηση του χρόνου εργασίας @ arrangement of working time σύλληψη @ arrest συλλαμβάνω @ arrest φτάνω @ arrive βέλος @ arrow αρσενικό @ arsenic εμπρησμός @ arson εμπρηστής @ arsonist τέχνη @ art καλλιτεχνική εκπαίδευση @ art education εμπόριο έργων τέχνης @ art trade αρτηρία @ artery Αρθούρος @ Arthur αγκινάρα @ artichoke άρθρο @ article τεχνητός @ artificial αφύσικος @ artificial συνθετική χρωστική ουσία τροφίμων @ artificial food colouring τεχνητή σπερματέγχυση @ artificial insemination τεχνητή νοημοσύνη @ artificial intelligence τεχνητή γονιμοποίηση @ artificial reproductive techniques πυροβόλο @ artillery πυροβολικό @ artillery τεχνίτης @ artisan καλλιτέχνης @ artist καλλιτεχνική δημιουργία @ artistic creation καλλιτεχνικά επαγγέλματα @ artistic profession δικαίωμα παρακολούθησης @ artist's resale right τέχνες @ arts Αρούμπα @ Aruba σύμβαση της Αρούσα @ Arusha Convention το ίδιο, τόσο @ as όπως @ as καθώς @ as αφού @ as σαν @ as το συντομότερο δυνατόν @ as soon as possible αμίαντος @ asbestos ανεβαίνω @ ascend Ασκληπιός @ Asclepius ASEAN @ Asean χώρες του ASEAN @ Asean countries στάχτη @ ash ντροπαλός @ ashamed σταχτοδοχείο @ ashtray Ασία @ Asia Μικρά Ασία @ Asia Minor ασιατικός οργανισμός @ Asian organisation ρωτώ @ ask παρακαλώ @ ask ASPAC @ Aspac σπαράγγι @ asparagus άποψη @ aspect ποιόν ενεργείας @ aspect σύνδρομο Asperger @ Asperger's syndrome ασπιρίνη @ aspirin οπίσθια @ ass όνος @ ass γάϊδαρος @ ass σαλάμ αλέκουμ @ assalamu alaikum δολοφόνος @ assassin δολοφονία @ assassination συνάθροιση @ assembly σύνοδος @ assembly παραγωγή εν σειρά @ assembly line production εργασία εν σειρά @ assembly line work έλεγχος των γνώσεων @ assessment διατίμηση @ assessment of prices κωλοτρυπίδα @ asshole εκπαιδευτική βοήθεια @ assistance in training συμβοηθών σύζυγος @ assisting spouse αστική αγωγή @ associated action for damages συνδεδεμένη χώρα @ associated country ένωση @ association συμφωνία συνδέσεως @ association agreement Ένωση των κρατών της Καραϊβικής @ Association of Caribbean States ένωση φορέων τοπικής διοίκησης @ association of local authorities σύλλογοι και μαζικοί φορείς @ associative movement Ασσυρία @ Assyria άστατο @ astatine Αστερίξ @ Asterix άσθμα @ asthma αστρολογία @ astrology αστροναύτης @ astronaut αστροναυτική @ astronautics αστρονομία @ astronomy άσυλο @ asylum στον @ at παπάκι @ at sign αθεϊσμός @ atheism άθεος @ atheist Αθηνά @ Athena αθλητής @ athlete Τόξο του Ατλαντικού @ Atlantic Arc Ατλαντικός Ωκεανός @ Atlantic Ocean άτλας @ atlas ατμόσφαιρα @ atmosphere ατμοσφαιρικές συνθήκες @ atmospheric conditions ατμοσφαιρικοί ρύποι @ atmospheric pollutant ατμοσφαιρική ρύπανση @ atmospheric pollution άτομο @ atom ατομική βόμβα @ atom bomb ατομική βόμβα @ atomic bomb ατομικός αριθμός @ atomic number συμφωνία ATP @ ATP Agreement θηριωδία @ atrocity ατροφία @ atrophy επισυνάπτω @ attach επισύναψη @ attachment επίθεση @ attack επιτίθεμαι @ attack αποπειρώμαι @ attempt απόπειρα @ attempt προσοχή @ attention σοφίτα @ attic Αττική @ Attica έλξη @ attraction θέλγητρο @ attraction μελιτζάνα @ aubergine πλειστηριασμός @ auction πλειστηριασμός @ auction sale ακροατήριο @ audience κασέτα @ audio cassette οπτικοακουστική πολιτική @ audiovisual communications policy συμπαραγωγή οπτικοακουστικών προγραμμάτων @ audiovisual co-production οπτικοακουστικό τεκμήριο @ audiovisual document οπτικοακουστικό μέσο @ audiovisual equipment βιομηχανία οπτικοακουστικών μέσων @ audiovisual industry ραδιοτηλεπειρατεία @ audiovisual piracy οπτικοακουστική παραγωγή @ audiovisual production οπτικοακουστικό πρόγραμμα @ audiovisual programme έλεγχος @ audit εξέλεγξη λογαριασμών @ auditing αίθουσα ακροάσεων @ auditorium Αύγουστος @ August Αύγουστος @ Augustus θεία @ aunt πολιτική λιτότητας @ austerity policy Αυστραλία @ Australia Αυστραλός @ Australian αυστραλιανός @ Australian Αυστρία @ Austria Αυστριακός @ Austrian αυστριακός @ Austrian συγγραφέας @ author επιτρεπόμενα αλιεύματα @ authorised catch αυταρχικό καθεστώς @ authoritarian regime εξουσία @ authority αρχές @ authority αυθεντία @ authority εξουσιοδότηση @ authorization αυτισμός @ autism αυτοβιογραφία @ autobiography αυτόματος @ automatic αυτόματο @ automatic αυτόματα παιχνίδια @ automatic game αυτόματο μηχάνημα πώλησης @ automatic vending machine αυτοματοποίηση @ automation αυτοκίνητο @ automobile αυτονομιστικό κόμμα @ autonomist party αυτόνομος @ autonomous αυτόνομη κοινότητα @ autonomous community αυτονομιστικό κίνημα @ autonomous movement Αυτόνομη Επαρχία του Μπολτζάνο @ Autonomous Province of Bolzano Αυτόνομη Επαρχία του Τρέντο @ Autonomous Province of Trento αυτόνομα εδάφη της Παλαιστίνης @ autonomous territories of Palestine αυτονομία @ autonomy φθινόπωρο @ autumn Ωβέρνη @ Auvergne βοηθητικός @ auxiliary βοηθητικός εργαζόμενος @ auxiliary worker διαθεσιμότητα @ availability διαθέσιμος @ available προσφορά ενέργειας @ available energy διαθέσιμοι ενεργειακοί πόροι @ available energy resources χιονοστιβάδα @ avalanche πλεονεξία @ avarice λεωφόρος @ avenue μέσος όρος @ average μέση τιμή @ average price γρύπη των πουλερικών @ avian influenza αεροπορία @ aviation καύσιμο αεροπλάνων @ aviation fuel αβοκάντο @ avocado αποφεύγω @ avoid αφυπνισμένος @ awake έπαθλο @ award ανάθεση σύμβασης με δημοπρασία @ award of contract μακριά @ away σουβλί @ awl τσεκούρι @ axe πέλεκυς @ axe αξίωμα @ axiom άξων @ axis άξονας του κακού @ axis of evil τέλη ανά άξονα @ axle tax φορτίο ανά άξονα @ axle weight Αϊμαρά @ Aymara Αζερμπαϊτζάν @ Azerbaijan αζέρικος @ Azerbaijani Αζερικά @ Azeri Αζέρος @ Azeri Αζόρες @ Azores βελάζω @ baa βέλασμα @ baa μωρό @ baby μωρό μου @ baby παιδικές τροφές @ baby food μπεϊμπισίτερ @ babysitter μπακαράς @ baccarat Μπαχ @ Bach εργένης @ bachelor τάβλι @ backgammon εκκρεμείς υποθέσεις @ backlog of court cases καθυστέρηση στα μαθήματα @ backwardness at school μπέικον @ bacon βακτήρια @ bacteria βακτηριολογία @ bacteriology βακτήριο @ bacterium κακός @ bad κακοκαιρία @ bad weather Βάδη-Βυρτεμβέργη @ Baden-Württemberg ασβός @ badger αντιπτέριση @ badminton σακούλα @ bag Βαγδάτη @ Baghdad άσκαυλος @ bagpipes Μπαχάμες @ Bahamas Μπαχρέιν @ Bahrain δικαστικός επιμελητής @ bailiff αρτοποιός @ baker αρτοποιία @ bakery αρτοποιείο @ bakery μπακλαβά @ baklava Μπακού @ Baku ζυγαριά @ balance ισορροπία @ balance ισοζύγιο @ balance ισοζύγιο πληρωμών @ balance of payments ισολογισμός @ balance sheet ελλειμματικό ισοζύγιο @ balance-of-payments deficit ανάλυση των ισολογισμών @ balance-sheet analysis φαλακρός @ bald Βαλεαρίδες Νήσοι @ Balearic Islands Μπάλι @ Bali Βαλκάνια @ Balkans σφαίρα @ ball μπάλα @ ball βαλλιστικός πύραυλος @ ballistic missile μπαλόνι @ balloon ψηφοδέλτιο @ ballot ψηφοδέλτιο @ ballot paper αρχίδια @ balls Βαλτική Θάλασσα @ Baltic Sea βαλτικές χώρες @ Baltic States μπαμπάρα @ Bambara μπαμπού @ bamboo απαγορεύω @ ban μπανάνα @ banana μπανανιά @ banana μπανανία @ banana republic συγκρότημα @ band ιμάντας @ band ομάδα @ band ζώνη @ band μπαμ @ bang Μπανκόκ @ Bangkok Μπαγκλαντές @ Bangladesh Μπαγγλαντές @ Bangladesh τράπεζα @ bank όχθη @ bank τραπεζικά έξοδα @ bank charges τραπεζικές καταθέσεις @ bank deposit τραπεζίτης @ banker τραπεζική δραστηριότητα @ banking τραπεζική πολιτική @ banking policy τραπεζικοί υπάλληλοι @ banking profession τραπεζικό απόρρητο @ banking secrecy τραπεζικός έλεγχος @ banking supervision τραπεζικό σύστημα @ banking system τραπεζογραμμάτιο @ banknote πτώχευση @ bankruptcy πανώ @ banner Περιοχή της Banská Bystrica @ Banská Bystrica region ράβδος @ bar μπαρ @ bar Μπαρμπάντος @ Barbados Βαρβαρα @ Barbara Βάρβαροι @ barbarian ψησταριά @ barbecue αγκαθωτό συρματόπλεγμα @ barbed wire κουρέας @ barber βαρβιτουρικό @ barbiturate γραμμοκωδικός @ barcode ανυπόδητος @ barefoot φορτηγίδα @ barge μαούνα @ barge πλοίο για φορτηγίδες @ barge carrier ship βάριο @ barium γαβγίζω @ bark κριθάρι @ barley πεπλόγλαυκα @ barn owl παραγραφή της ποινής @ barring of penalties by limitation δικηγόρος @ barrister αντιπραγματισμός @ barter Βαρθολομαίος @ Bartholomew βάση @ base μπέιζμπολ @ baseball υπόγειο @ basement βασική εκπαίδευση @ basic education θεμελιώδεις ανάγκες @ basic needs τιμή βάσης @ basic price βασική έρευνα @ basic research Βασιλικάτα @ Basilicata νιπτήρας @ basin λεκάνη απορροής @ basin φορολογική βάση @ basis of tax assessment καλάθι @ basket καλάθι νομισμάτων @ basket of currencies καλαθοσφαίριση @ basketball Χώρα των Βάσκων @ Basque Country μπάσος @ bass μπάσο @ bass εξώγαμο @ bastard μπάσταρδος @ bastard νυχτερίδα @ bat ρόπαλο @ bat λουτήρας @ bath λουτρό @ bath νερό κολύμβησης @ bathing water λουτρό @ bathroom τουαλέτα @ bathroom βαθυσκάφος @ bathyscaphe Μπάτμαν @ Batman τάγμα @ battalion μπαταρία @ battery μάχη @ battle βωξίτης @ bauxite Βαυαρία @ Bavaria κόλπος @ bay ξιφολόγχη @ bayonet παζάρι @ bazaar είμαι @ be υπάρχω @ be γίνομαι @ be ''usually translated using the passive form of the active verb'' @ be ίσον @ be ''(use imperfective verb form of the appropriate tense)'' @ be έχω ύψος @ be είναι @ be κάνει @ be μπορώ @ be able to αμμουδιά @ beach αρκούδα @ bear γένι @ beard τριβείς @ bearing κτήνος @ beast ωραίος @ beautiful κάστορας @ beaver διότι @ because γίνομαι @ become κρεβάτι @ bed κοίτη @ bed κοίτασμα @ bed κρεββατοκάμαρα @ bedroom οξιά @ beech βοδινό κρέας @ beef βοδινό @ beef βόδι @ beef animal μελισσοκόμος @ beekeeper ζύθος @ beer μπίρα @ beer μπυροπότηρο @ beer κερί @ beeswax ζάχαρη από τεύτλα @ beet sugar σκαθάρι @ beetle Σκαραβαίος @ beetle ζητιανεύω @ beg ικετεύω @ beg ζητιάνος @ beggar αρχίζω @ begin συμπεριφορά @ behavior συμπεριφορά @ behaviour επιστήμη της συμπεριφοράς @ behavioural sciences αποκεφαλίζω @ behead αποκεφαλισμός @ beheading πίσω από @ behind μπεζ @ beige Πεκίνο @ Beijing πλάσμα @ being ύπαρξη @ being Βηρυττός @ Beirut Λευκορωσία @ Belarus λευκορωσικά @ Belarusian Λευκορώσος @ Belarusian Μπέλφαστ @ Belfast Βέλγος @ Belgian βέλγικος @ Belgian κοινότητες του Βελγίου @ Belgian communities Βέλγιο @ Belgium Βελιγράδι @ Belgrade διαστρέφω @ belie πίστη @ belief δοξασία @ belief πιστεύω @ belief πιστεύω @ believe Μπελίζ @ Belize Μπελίζε @ Belize καμπάνα @ bell κουδούνι @ bell τηλεφώνημα @ bell λευκορωσικά @ Belorussian ζώνη @ belt κοιλιά @ belly χορός οριεντάλ @ belly dance παγκάκι @ bench πάγκος @ bench συγκριτική αξιολόγηση @ benchmarking Βενέδικτος @ Benedict όφελος @ benefit επίδομα @ benefit Benelux @ Benelux χώρες της Benelux @ Benelux countries Μπενίν @ Benin βενζόλιο @ benzene μπερκέλιο @ berkelium Βερολίνο @ Berlin Βερμούδες @ Bermuda μώρον @ berry βήρυλλος @ beryl βηρύλλιο @ beryllium βιρύλλιο @ beryllium δίπλα @ beside με φιλικούς χαιρετισμούς @ best regards στοίχημα @ bet βάζω στοίχημα οτί @ bet βήτα @ beta Βηθλεέμ @ Bethlehem καλύτερος @ better ανάμεσα @ between BEUC @ BEUC ποτό @ beverage ποτοποιία @ beverage industry Μπουτάν @ Bhutan βιβλίο @ bible βιβλιογραφία @ bibliography κοινοβουλευτικό σύστημα δύο νομοθετικών σωμάτων @ bicameral system ποδήλατο @ bicycle μεγάλος @ big Μεγάλη Έκρηξη @ Big Bang αμφιμονοσήμαντη αντιστοιχία @ bijection μπικίνι @ bikini διμερής συμφωνία @ bilateral agreement διμερής βοήθεια @ bilateral aid διμερείς σχέσεις @ bilateral relations χολή @ bile διγλωσσία @ bilingualism μπιλιάρδο @ billiards δισεκατομμύριο @ billion τρισεκατομμύριο @ billion δισεκατομμυριούχος @ billionaire διώνυμο @ binomial διώνυμη ονοματολογία @ binomial nomenclature βιοχημεία @ biochemistry βιοκλιματολογία @ bioclimatology βιολογική μετατροπή @ bioconversion βιοδιασπασιμότητα @ biodegradability βιοποικιλότητα @ biodiversity βιοενέργεια @ bioenergy βιοηθική @ bio-ethics βιοαέριο @ biogas βιογραφία @ biography βιολογική βιομηχανία @ bio-industry βιολογικός @ biological βιολογικό πρότυπο @ biological standard βιολογικά όπλα @ biological weapon βιολογία @ biology βιομάζα @ biomass βιοϋλικά @ biomaterials βιομετρία @ biometrics βιοφυσική @ biophysics βιολογικές διεργασίες @ bioprocess βιόσφαιρα @ biosphere βιοτεχνολογία @ biotechnology βιότοπος @ biotope διπολική διαταραχή @ bipolar disorder πόλωση @ bipolarisation πτηνό @ bird κούκλα @ bird αρπακτικό πτηνό @ bird of prey κελάηδισμα @ birdsong γέννα @ birth γέννηση @ birth γεννώ @ birth έλεγχος των γεννήσεων @ birth control πολιτική γεννήσεων @ birth policy γενέθλια @ birthday γενέθλια μέρα @ birthday σημάδι @ birthmark γεννητικότητα @ births BRI @ BIS μπισκοτοποιία @ biscuit factory επίσκοπος @ bishop αξιωματικός @ bishop βισμούθιο @ bismuth δυφίο @ bit σκύλα @ bitch Μοναστήρι @ Bitola ασφαλτούχα υλικά @ bituminous materials μαύρος @ black μαύρο @ black νέγρικος @ black σκοτεινός @ black μαύρη πανώλη @ Black Death λυροπετεινός @ black grouse μάυρη τρύπα @ black hole Μαύρη Θάλασσα @ Black Sea μαύρη χήρα @ black widow μαυροτσικλιτάρα @ black woodpecker μούρο @ blackberry μουριά @ blackberry κότσυφας @ blackbird σιδεράς @ blacksmith πεταλωτής @ blacksmith λεπίδα @ blade λευκή ψήφος @ blank ballot paper κουβέρτα @ blanket λευκαντικό @ bleach λευκαίνω @ bleach αιμορραγώ @ bleed Blekinge @ Blekinge county UEBL @ BLEU τύφλωση @ blindness φουσκάλα @ blister ιστολόγιο @ blog αίμα @ blood ασθένεια του αίματος @ blood disease μετάγγιση αίματος @ blood transfusion αιματηρός @ bloody ματωμένος @ bloody γαλάζιος @ blue γαλάζιο @ blue εργάτης @ blue-collar worker τυρί με στίγματα στη μάζα @ blue-veined cheese κάπρος @ boar διοικητικό συμβούλιο @ board of directors σχολικό οικοτροφείο @ boarding school βάρκα @ boat σώμα @ body κορμός @ body πτώμα @ body αμάξωμα @ body οργανισμός @ body σωματοδόμηση @ bodybuilding σωματοφύλακας @ bodyguard Μπογκοτά @ Bogota Βοεμία @ Bohemia βράζω @ boil σπυράκι @ boil σφιχτό αυγό @ boiled egg μελάτο αυγό @ boiled egg λέβητας @ boiler τολμηρός @ bold Βολιβία @ Bolivia κοχλιοποιία-βλητροποιία @ bolt and screw industry βόμβα @ bomb βομβαρδίζω @ bomb βομβαρδιστικό αεροσκάφος @ bomber βομβαρδιστικό @ bomber καλή όρεξη @ bon appétit καλό ταξίδι @ bon voyage Μποναίρ @ Bonaire ομολογία @ bond συγκολλητό ξύλο @ bonded wood οστό @ bone κόκαλο @ bone αποστεωμένο κρέας @ boned meat προσαυξήσεις μισθού @ bonus payment κρατώ @ book άλμπουμ @ book γράφω @ book βιβλίο @ book (λογιστικά @ book βιομηχανία βιβλίου @ book trade βιβλιοθήκη @ bookcase κράτηση @ booking βιβλιοπωλείο @ bookshop βιβλιοπωλείο @ bookstore μπούμερανγκ @ boomerang μεθοριακός έλεγχος @ border control πόλεμος συνόρων @ border war βόρειο πολικό δάσος @ boreal forest τρυπημένος @ bored πλήξη @ boredom τρυπώντας @ boring Βόρνεο @ Borneo Μπόρνχολμ @ Bornholm βόριο @ boron δανειοληψία @ borrowing συμπύκνωμα Bose-Einstein @ Bose-Einstein condensate Βοσνία @ Bosnia Βοσνία-Ερζεγοβίνη @ Bosnia and Herzegovina Βοσνικά @ Bosnian Βόσνιος @ Bosnian Βόσπορος @ Bosphorus Βοστώνη @ Boston βοτανολόγος @ botanist βοτανική @ botany φυτολογία @ botany Μποτσουάνα @ Botswana φλασκί @ bottle μπουκάλι @ bottle θήλαστρο @ bottle εμφιαλώνω @ bottle ανοιχτήρι @ bottle opener εμφιαλωμένος οίνος @ bottled wine εμφιάλωση @ bottling μπουκαμβίλια @ bougainvillea βοοειδής σπογγοειδής εγκεφαλοπάθεια @ bovine spongiform encephalopathy δοξάρι @ bow πρώρα @ bow υπόκλιση @ bow κυρτώνω @ bow υποκλίνομαι @ bow τόξο @ bow λυγίζω @ bow φιόγκος @ bow μπολ @ bowl κιβώτιο @ box πυξάρι @ box πυγμάχος @ boxer μπόξερ @ boxer πυγμαχία @ boxing αποτυχία ταινιών @ box-office bomb παιδί @ boy σουτιέν @ bra βραχιόλι @ bracelet παρένθεση @ bracket αγκύλη @ bracket τιμή ψαλίδας @ bracket price τιμολόγιο με δύο σκέλη @ bracket rate εγκέφαλος @ brain μυαλό @ brain διαρροή επιστημονικού δυναμικού @ brain drain φρένο @ brake πίτουρο @ bran υποκατάστημα @ branch κλαδί @ branch διακλάδωση @ branch δραστηριότητα της επιχείρησης @ branch of activity εμπορικό σήμα @ brand name Βρανδεβούργο @ Brandenburg Μπραζίλια @ Brasilia Περιοχή Μπρατισλάβας @ Bratislava region γενναίος @ brave ανδρεία @ bravery Βραζιλία @ Brazil Βραζιλιάνος @ Brazilian βραζιλάνικος @ Brazilian απαραβίαστο της κατοικίας @ breach of domicile απιστία @ breach of trust άρτος @ bread ψωμί @ bread αρτοποίηση @ bread-making προστάτης οικογενείας @ breadwinner σπάω @ break χαλάω @ break διάλειμμα @ break πρόγευμα @ breakfast προγευματίζω @ breakfast μαστός @ breast στήθος @ breast καρδιά @ breast αναπνοή @ breath ανάσα @ breath αναπαραγωγικός ταχυαντιδραστήρας @ breeder reactor ζώο αναπαραγωγής @ breeding animal Βρέμη @ Bremen Βρετονικά @ Breton συμφωνίες Μπρέτον Γούντς @ Bretton Woods Agreement δωροδοκία @ bribe δωροδοκία @ bribery τούβλο @ brick οπτόπλινθος @ brick νύφη @ bride γέφυρα @ bridge χαλινός @ bridle φέρνω @ bring βρετανικός @ British Βρεττανός @ British Βρετανικές Παρθένοι Νήσοι @ British Virgin Islands Αγγλικές Αντίλλες @ British West Indies Βρεταννός @ Briton Βρετάνη @ Brittany Βρετάννη @ Brittany teletext @ broadcast videography ραδιοφωνία @ broadcasting ανθοκράμβη @ broccoli εμπορομεσίτης @ broker βρώμιο @ bromine βρογχίτις @ bronchitis ορείχαλκος @ bronze μπρούντζινο @ bronze εποχή του χαλκού @ Bronze Age πόρπη @ brooch σκούπα @ broom ζωμός @ broth οίκος ανοχής @ brothel αδελφός @ brother αδελφοσύνη @ brotherhood αδελφότητα @ brotherhood γαμπρός @ brother-in-law κουνιάδος @ brother-in-law καστανός @ brown καστανό @ brown λογισμικό πλοήγησης @ browser σελιδομετρητής @ browser βρουκέλλωση @ brucellosis Μπρουνέι @ Brunei μελαχροινή @ brunette καστανή @ brunette Βρυξέλλες @ Brussels περιφέρεια Βρυξελλών @ Brussels region ΣΕΒ @ BSE Βουκουρέστι @ Bucharest κουβάς @ bucket φαγόπυρο @ buckwheat οφθαλμός @ bud βλαστήσει @ bud Βουδαπέστη @ Budapest Βούδας @ Buddha βουδισμός @ Buddhism βουδιστής @ Buddhist βουδιστικό δίκαιο @ Buddhist law προϋπολογισμός @ budget πιστώσεις προϋπολογισμού @ budget appropriation δημοσιονομική έγκριση @ budget authorisation έλλειμμα του προϋπολογισμού @ budget deficit δημοσιονομική πρόβλεψη @ budget estimate χρηματοδότηση του προϋπολογισμού @ budget financing δημοσιονομική πολιτική @ budget policy σύνολο του προϋπολογισμού @ budget volume τροποποίηση του προϋπολογισμού @ budgetary amendment δημοσιονομική αξιολόγηση @ budgetary assessment ονοματολογία του προϋπολογισμού @ budgetary classification έλεγχος του προϋπολογισμού @ budgetary control συνεργασία επί του προϋπολογισμού @ budgetary cooperation απαλλαγή από την εκτέλεση του προϋπολογισμού @ budgetary discharge ισοσκέλιση του προϋπολογισμού @ budgetary equilibrium δαπάνη του προϋπολογισμού @ budgetary expenditure αρμοδιότητα επί του προϋπολογισμού @ budgetary power διαδικασία του προϋπολογισμού @ budgetary procedure πόροι του προϋπολογισμού @ budgetary resources ταξινόμηση στον προϋπολογισμό @ budgetary specification σταθεροποιητικός μηχανισμός του προϋπολογισμού @ budgetary stabiliser βουβάλι @ buffalo κρέας βουβάλου @ buffalo meat ρυθμιστικό απόθεμα @ buffer stock κοριός @ bug (mastoras @ builder κτίριο @ building δόμηση @ building οικοδομικός τομέας @ building industry μόνωση κτιρίου @ building insulation οικοδομικά υλικά @ building materials άδεια δόμησης @ building permit χώρος ανέγερσης κτιρίου @ building plot οικοδομικός κανονισμός @ building regulations ασφάλεια κτιρίων @ building safety τεχνικές εγκαταστάσεις οικοδομής @ building services οικοδομικές πλάκες @ building slab οικοδομική κερδοσκοπία @ building speculation ενισχύσεις κατασκευής κτιριακών έργων @ building subsidy μέθοδος κατασκευής @ building technique πολεοδομικό συγκρότημα @ built-up area βολβός @ bulb βολβώδες λαχανικό @ bulb vegetable Βουλγαρία @ Bulgaria βουλγαρικά @ Bulgarian Βούλγαρος @ Bulgarian προϊόν χύδην @ bulk product ταύρος @ bull βόδι @ bull μπουλντόγκ @ bulldog γαιοπροωθητής @ bulldozer σφαίρα @ bullet ταυρομαχία @ bullfighting μαλακίες @ bullshit οχυρό @ bunker λότα η ποταμία @ burbot πλατομαντήλα @ burdock προεδρείο του Κοινοβουλίου @ bureau of parliament προεδρείο του ΕΚ @ Bureau of the EP Burgenland @ Burgenland Βουργουνδία @ Burgundy Μπουρκίνα Φάσο @ Burkina Faso Βιρμανία @ Burma ρεύομαι @ burp ρέψιμο @ burp Μπουρούντι @ Burundi θάβω @ bury λεωφορείο @ bus σταθμός λεωφορείων @ bus station ζωή της επιχείρησης @ business activity οικονομικά της επιχείρησης @ business administration μηχανοργάνωση @ business data processing εμπορικό μισθωτήριο @ business lease εγκατάσταση δραστηριότητας @ business location διοίκηση επιχειρήσεων @ business management ηθική της οικονομικής ζωής @ business morals εταιρική επωνυμία @ business name πολιτική της επιχείρησης @ business policy δημιουργία επιχείρησης @ business start-up φόρος επιτηδεύματος @ business tax επιχειρηματίας @ businessman επιχειρηματίη @ businesswoman αγριόγαλος @ bustard πολυάσχολος @ busy ωστόσο @ but εκτός @ but μολονότι @ but βουτάνιο @ butane κρεοπώλης @ butcher σφαγέας @ butcher σφαγιάζω @ butcher βούτυρο @ butter βουτυρέλαιο @ butter oil πεταλούδα @ butterfly γλουτός @ buttock κουμπί @ button σήμα @ button όμορφοσ @ buxom αγοράζω @ buy όμιλος αγορών @ buying group γερακίνα @ buzzard δευτερεύοντα αλιεύματα @ by-catch γειά @ bye αναπληρωματικές εκλογές @ by-election υποπροϊόν @ by-product δυφιοσυλλαβή @ byte Βασιλεία Ῥωμαίων @ Byzantine Empire Βυζάντιο @ Byzantium λάχανο @ cabbage ΤΟΟΚΑ @ CABEI υπουργικός ανασχηματισμός @ cabinet reshuffle καλωδιακή διανομή @ cable distribution μεταφορά με συρματόσχοινο @ cable transport MCAC @ CACM χώρες της MCAC @ CACM countries κάκτος @ cactus πτώμα @ cadaver κάδμιο @ cadmium UDEAC @ CAEEU χώρες της UDEAC @ CAEEU countries καισαρική τομή @ Caesarean section καίσιο @ caesium καφενείο @ café καπηεταιρια @ cafeteria καφεΐνη @ caffeine Κάιρο @ Cairo Καλαβρία @ Calabria ασβεστίτης @ calcite ασβέστιο @ calcium κομπιουτεράκι @ calculator λογισμός @ calculus ημερολόγιο @ calendar μόσχος @ calf μοσχάρι @ calf Καλιφόρνια @ California καλιφόρνιο @ californium τηλεφωνική κλήση @ call καλώ @ call πρόσκληση @ call καλλιγράφος @ calligrapher καλλιγραφία @ calligraphy σημάδι κλήσης @ callsign γαλήνιος @ calm γαλήνη @ calm ήρεμος @ calm ηρεμώ @ calm ηρεμία @ calm Καμπότζη @ Cambodia καμήλα @ camel φωτογραφική μηχανή @ camera κινηματογραφική μηχανή @ camera Καμερούν @ Cameroon καμουφλάζ @ camouflage καταυλισμός @ camp Καμπανία @ Campania κατασκήνωση @ camping τροχόσπιτο @ camping vehicle μπορώ @ can κονσέρβα @ can κονσερβοποιώ @ can Καναδάς @ Canada Καναδός @ Canadian καναδικός @ Canadian καναρίνι @ canary Κανάριοι Νήσοι @ Canary Islands Καμπέρα @ Canberra ακυρώνω @ cancel καρκίνος @ cancer υποψήφιος @ candidate ζάχαρη από ζαχαροκάλαμο @ cane sugar κυνόδοντας @ canine καννάβεις @ cannabis κονσερβοποιία @ cannery κανίβαλος @ cannibal κανόνι @ cannon κανονικό δίκαιο @ canon law Κανταβρία @ Cantabria φαράγγι @ canyon EAC @ CAO ικανότητα προς σύναψη συμβάσεως @ capacity to contract δικαιοπρακτική ικανότητα @ capacity to exercise rights δυνατότητα άσκησης δικαιώματος @ capacity to have rights and obligations ακρωτήρι @ cape Κέηπ Τάουν @ Cape Town Πράσινο Ακρωτήριο @ Cape Verde αγριόκουρκος @ capercaillie τριχοειδές αγγείο @ capillary πρωτεύουσα @ capital κεφάλαιο @ capital κεφαλαίο @ capital κιονόκρανο @ capital κεφαλαιώδης @ capital κεφαλαίος @ capital πρωτεύουσα @ capital city απόσβεση κεφαλαίου @ capital depreciation φόρος υπεραξίας @ capital gains tax κεφαλαιουχικό αγαθό @ capital goods αύξηση κεφαλαίου @ capital increase κεφαλαιαγορά @ capital market κίνηση κεφαλαίων @ capital movement θανατική ποινή @ capital punishment μεταφορά κεφαλαίων @ capital transfer φόρος μεταβίβασης @ capital transfer tax Καπιταλισμός @ capitalism Καππαδοκία @ Cappadocia λοχαγός @ captain (kapetanios) @ captain αυτοκίνητο @ car βαγόνι @ car θαλαμίσκος @ car Καρακάλλα @ Caracalla Καράκας @ Caracas υδατάνθρακας @ carbohydrate άνθρακας @ carbon γαιάνθρακας @ carbon αντίγραφο από καρμπόν @ carbon καρμπόν @ carbon διοξείδιο του άνθρακα @ carbon dioxide μονοξείδιο άνθρακα @ carbon monoxide ανθρακικό οξύ @ carbonic acid καρβονικός @ carboxylic καρβονικό οξύ @ carboxylic acid σφάγιο @ carcase ψοφίμι @ carcass καρκινογόνος ουσία @ carcinogenic substance κάρτα @ card απόλυτα αριθμητικά @ cardinal καρδινάλιος @ cardinal καρδιολόγος @ cardiologist καρδιαγγειακή πάθηση @ cardiovascular disease επίδομα μέριμνας @ care allowance ΤΑ ΑΡΚΟΥΔΑΚΙA @ Care Bears περίθαλψη ηλικιωμένων @ care for the elderly προστασία μητρότητας και παιδιών @ care of mothers and infants περίθαλψη αναπήρων @ care of the disabled ξέγνοιαστος @ carefree φορτηγό πλοίο @ cargo vessel ΤΑΚ @ Caribank Νήσοι Καραϊβικής @ Caribbean Islands Caricom @ Caricom χώρες της Caricom @ Caricom countries Καρινθία @ Carinthia ανθρωποσφαγή @ carnage καρναβάλι @ carnival σαρκοφάγος @ carnivore Καρολίνες @ Caroline Islands κυπρίνος @ carp ξυλουργός @ carpenter τάπητας @ carpet άμαξα @ carriage μεταφορά για λογαριασμό τρίτου @ carriage for hire or reward μεταφορά εμπορευμάτων @ carriage of goods μεταφορά επιβατών @ carriage of passengers μεταφορέας @ carrier θνησιμαίο @ carrion καρότο @ carrot κουβαλώ @ carry ικανότητα φόρτωσης @ carrying capacity εκτέλεση της ποινής @ carrying out of sentence μεταφορά πιστώσεων @ carry-over of appropriations καρτέλ @ cartel Καρχηδόνα @ Carthage χόνδρος @ cartilage χαρτογραφία @ cartography πτώση @ case κιβώτιο @ case περίπτωση @ case υπόθεση @ case περιπτωσιολογική μελέτη @ case study νομολογία @ case-law μετρητά @ cash ταμειακή ροή @ cash flow καζίνο @ casino Κασπία Θάλασσα @ Caspian Sea μανιόκα @ cassava Καστίλλη και Μάντσα @ Castile-La Mancha Καστίλλη και Λεόνη @ Castile-Leon χυτοσίδηρος @ cast-iron κάστρο @ castle πύργος @ castle ρίκινο @ castor bean ευνουχισμός @ castration ευκαιριακή εργασία @ casual employment γάτα @ cat (general) el @ cat κατακόμβη @ catacomb Καταλανικά @ Catalan Καταλανός @ Catalan κατάλογος @ catalogue καταλογογράφηση @ cataloguing Καταλωνία @ Catalonia καταλύτης @ catalyst καταμαράν @ catamaran καταπέλτης @ catapult καταρράκτης @ cataract καταστροφή @ catastrophe ζώνη αλιευμάτων @ catch area αλιεύματα κατ' είδος @ catch by species αλιεύματα ιχθύων @ catch of fish αλιευτικές ποσοστώσεις @ catch quota κατηγορία @ category συλλογική εστίαση @ catering βιομηχανία της εστιάσεως @ catering industry προσωπικό εστιατορίων @ catering profession κάμπια @ caterpillar γατόψαρο @ catfish καθολικισμός @ Catholicism κατιώντος @ cation ανθήλη @ catkin βοοειδή @ cattle χώρες του Καυκάσου @ Caucasus countries χύτρα @ cauldron κουνουπίδι @ cauliflower αιτία @ cause προκαλώ @ cause σκοπός @ cause ιππικό @ cavalry σπηλιά @ cave dead @ caveat άνθρωπος των σπηλαίων @ caveman χαβιάρι @ caviar Νησιά Καϊμάν @ Cayman Islands Νησιά Κέυμαν @ Cayman Islands CCD @ CCD CCNR @ CCNR δασμοί ΚΔ @ CCT duties ΔΑΕ @ CDE CEAE @ CEAE CEAO @ CEAO χώρες της CEAO @ CEAO countries εκεχειρία @ ceasefire κατάπαυση πυρός @ cease-fire Cedefop @ Cedefop ΧΑΚΕ @ CEEC ΕΚΔΕ @ CEEP ΣΕΣΚΕ @ CEFTA οροφή @ ceiling κύτταρο @ cell κελί @ cell πυρήνας @ cell στοιχείο @ cell οπή @ cell κινητό @ cell κινητό τηλέφωνο @ cell phone βιολοντσέλο @ cello κυτταρίνη @ cellulose Κέλτης @ Celt κελτικός @ Celtic τσιμέντο @ cement νεκροταφείο @ cemetery κοιμητήριο @ cemetery CEN @ CEN CENELEC @ Cenelec κενοταφίο @ cenotaph λογοκρισία @ censorship απογραφή @ census σεντ @ cent εκατοστόμετρο @ centimetre σαρανταποδαρούσα @ centipede κεντρικός @ central Κεντρική Αφρική @ Central Africa Κεντροαφρικανική Δημοκρατία @ Central African Republic Κεντρική Αμερική @ Central America Κοινοβούλιο της Κεντρικής Αμερικής @ Central American Parliament Κεντρική Ασία @ Central Asia κεντρική τράπεζα @ central bank Κεντρική Βοημία @ Central Bohemia Κεντρική Εσθονία @ Central Estonia κεντρική Ευρώπη @ Central Europe κεντρική διοίκηση @ central government Στερεά Ελλάδα @ Central Greece Κεντρική Ουγγαρία @ Central Hungary Κεντρική Μακεδονία @ Central Macedonia Κεντρική Πορτογαλία @ Central Portugal κεντρική ισοτιμία @ central rate Κεντρική Σλοβενία @ Central Slovenia Κεντρική Υπερδουναβία @ Central Transdanubia συγκέντρωση των πληροφοριών @ centralisation of information Κεντρική Γαλλία @ Centre φυγόκεντρος @ centrifuge αιώνας @ century CEPT @ CEPT κεραμική @ ceramic κεραμική @ ceramics νιφάδα σιτηρών @ cereal flakes αλεύρι σιτηρών @ cereal flour προϊόν με βάση τα σιτηρά @ cereal product υποκατάστατα δημητριακών @ cereal substitute καλλιέργεια σιτηρών @ cereal-growing σιτηρό @ cereals αρτοποιήσιμο δημητριακό @ cereals of bread-making quality δημήτριο @ cerium CERN @ CERN βέβαιος @ certain σίγουρα @ certainly βεβαίως @ certainly πιστοποιητικό καταγωγής @ certificate of origin ελαφίδες @ cervidae παύση γεωργικής εκμετάλλευσης @ cessation of farming παύση δραστηριότητας @ cessation of trading Θέουτα @ Ceuta Θέουτα και Μελίλλια @ Ceuta and Melilla Κεϋλάνη @ Ceylon ΚΕΠΠΑ @ CFSP Τσαντ @ Chad αλυσίδα @ chain αλυσίδα καταστημάτων @ chain store αλυσοπρίονο @ chainsaw καρέκλα @ chair πρόεδρος @ chairman κιμωλία @ chalk κρητίδα @ chalk πρόκληση @ challenge θάλαμος @ chamber επιμελητήριο @ chamber θαλάμη @ chamber εμπορικό και βιομηχανικό επιμελητήριο @ chamber of commerce and industry αγριόγιδο @ chamois σαμπάνια @ champagne Καμπανία-Αρδέννες @ Champagne-Ardenne ευκαιρία @ chance τύχη @ chance αλλαγή @ change ψιλά @ change ρέστα @ change μετατροπή της φύσης της απασχόλησης @ change of job αλλαγή πολιτικού καθεστώτος @ change of political system διοχετεύω @ channel Αγγλονορμανδικές νήσοι @ Channel Islands χάος @ chaos θεωρία του χάους @ chaos theory προσθήκη ζάχαρης στο μούστο @ chaptalisation κεφάλαιο @ chapter χαρακτήρας @ character ξυλάνθρακας @ charcoal κάρβουνο @ charcoal κατηγορία για αδίκημα @ charge φόρος ισοδυνάμου αποτελέσματος @ charge having equivalent effect τέλη υποδομής @ charges for use of infrastructure Κάρολος @ Charles γοητεία @ charm χάρτης των δικαιωμάτων του ανθρώπου @ charter on human rights ναύλωση @ chartering κυνηγώ @ chase καταδίωξη @ chase κιμωλία @ chaulk κρητίδα @ chaulk μάγουλο @ cheek κωλομέρι @ cheek εις υγείαν @ cheers τυρί @ cheese τυροκομία @ cheese factory αρχιμάγειρος @ chef χημικός @ chemical χημικό ατύχημα @ chemical accident αλκοόλη @ chemical alcohol χημική ένωση @ chemical compound χημικό στοιχείο @ chemical element χημικό λίπασμα @ chemical fertiliser χημική βιομηχανία @ chemical industry χημική ρύπανση @ chemical pollution χημικές διεργασίες @ chemical process χημικό προϊόν @ chemical product χημική αντίδραση @ chemical reaction χημικό άλας @ chemical salt χημικά απόβλητα @ chemical waste χημικά όπλα @ chemical weapon χημικός @ chemist χημεία @ chemistry επιταγή @ cheque Τσερνομπίλ @ Chernobyl κερασιά @ cherry σκάκι @ chess στήθος @ chest κιβώτιο @ chest κάστανο @ chestnut Σικάγο @ Chicago νεοσσός,νεαρό πουλί @ chick κοτόπουλο @ chicken κότα @ chicken παιδί @ child φύλαξη παιδιών @ child care εργασία ανηλίκων @ child labour παιδί μετανάστη @ child of migrant παιδοπορνογραφία @ child pornography προστασία του παιδιού @ child protection γέννα @ childbirth παιδική ηλικία @ childhood παιδιάστικος @ childish βιβλιοθήκη νέων @ children's library δικαιώματα του παιδιού @ children's rights Χιλή @ Chile χίμαιρα @ chimera καπνοδόχος @ chimney χιμπατζής @ chimpanzee σαγόνι @ chin Κίνα @ China κινέζικα @ Chinese σινικός @ Chinese Κινέζος @ Chinese Κινέζοι @ Chinese κινέζικο @ Chinese πατατάκι @ chip Κισινάου @ Chisinau γηθυλλίς @ chive πρασουλίδα @ chive χλώριο @ chlorine σοκολάτα @ chocolate σοκολατάκι @ chocolate σοκολατί @ chocolate επιλογή @ choice τεχνολογικές επιλογές @ choice of technology χολέρα @ cholera εκλέγω @ choose διαλέγω @ choose χορδή @ chord Χριστός @ Christ Χριστιανοσύνη @ Christendom χριστιανός @ Christian χριστιανικός @ Christian χριστιανοδημοκρατικό κόμμα @ Christian Democratic Party χριστιανισμός @ Christianity Χριστούγεννα @ Christmas δένδρο των Χριστουγέννων @ Christmas tree Χριστόφορος @ Christopher χρώμιο @ chromium χρωμόσωμα @ chromosome χρόνια νόσος @ chronic illness εκκλησία @ church Εκκλησία @ church εκκλησιασμός @ church σχέσεις κράτους-εκκλησίας @ church-State relations CDI @ CID μηλίτης @ cider τιμή CIF @ cif price τσιγάρο @ cigarette Σταχτοπούτα @ Cinderella κινδυνική @ cindynics κινηματογράφος @ cinema ταινία @ cinema κανέλα @ cinnamon κύκλος @ circle τροχιά @ circle καμπύλη @ circle σφαίρα @ circle εγκύκλιος @ circular περιτομή @ circumcision περιφέρεια @ circumference τσίρκο @ circus ΚΑΚ @ CIS χώρες της ΚΑΚ @ CIS countries πολίτης @ citizen δημότης @ citizen σχέση διοίκησης-διοικουμένου @ citizen-authority relations υποχρεώσεις του πολίτη @ citizen's duties Ευρώπη των πολιτών @ citizens' Europe εσπεριδοειδές @ citrus fruit πόλη @ city δημοτικός @ city σύμβαση CIV @ CIV Convention αγωγή του πολίτη @ civics πολιτική αεροπορία @ civil aviation αστικός κώδικας @ civil code πολιτική άμυνα @ civil defence απείθεια προς τις αρχές @ civil disobedience έργα πολιτικού μηχανικού @ civil engineering αστικό δίκαιο @ civil law αστική ευθύνη @ civil liability αγωγή αποζημίωσης @ civil liability proceedings πολιτική δικονομία @ civil procedure αγωγή αστικού δικαίου @ civil proceedings δημοτολόγιο @ civil register δικαιώματα του πολίτη @ civil rights δημόσιος υπάλληλος @ civil servant δημοσιοϋπαλληλικό σωματείο @ civil servants’ union δημοσιοϋπαλληλικός κλάδος @ civil service προσωπική κατάσταση @ civil status αστική ένωση @ civil union εμφύλιος πόλεμος @ civil war πολιτικό προσωπικό @ civilian personnel θύμα άμαχου πληθυσμού @ civilian victim πολιτισμός @ civilisation πολιτισμός @ civilization αστική εταιρεία @ civil-law association απαίτηση @ claim μυστικός @ clandestine λαθραία εργαζόμενος @ clandestine worker χειροκροτώ @ clap κλαρινέτο @ clarinet πάλη των τάξεων @ class struggle ταξινόμηση @ classification διατηρητέο δάσος @ classified forest κλειστοφοβία @ claustrophobia νύχι @ claw άργιλος @ clay καθαρίζω @ clean καθαρές τεχνολογίες @ clean technology καθαριστήριο @ cleaning industry αντισταθμιστική συμφωνία @ clearing agreement εκχέρσωση @ clearing of land μπαλτάς @ cleaver Κλεοπάτρα @ Cleopatra κλήρος @ clergy κλικ @ click βουνοπλαγιά @ cliff κλίμα @ climate κλιματική αλλαγή @ climate change κλιματική ζώνη @ climatic zone κλιματολογία @ climatology klimatologia @ climatology κάπα @ cloak ρολόι @ clock ωρολογοποιία @ clock and watch industry μοναστήρι @ cloister κλωνοποίηση @ cloning ενισχυμένη συνεργασία @ closer cooperation κλείσιμο των λογαριασμών @ closing of accounts ύφασμα @ cloth πανί @ cloth μανταλάκι @ clothes peg ένδυμα @ clothing βιομηχανία ιματισμού @ clothing industry σύννεφο @ cloud τριφύλλι @ clover κλόουν @ clown παλιάτσος @ clown ΣΤΠΑΕ @ CLRAE ρόπαλο @ club αδέξιος @ clumsy συμπλέκτης @ clutch ΣΑΟΒ @ CMEA χώρες του ΣΑΟΒ @ CMEA countries γαιάνθρακας @ coal χημεία του άνθρακα @ coal by-products industry βιομηχανία εξόρυξης άνθρακα @ coal industry ανθρακωρυχείο @ coal mining κατεργασία του άνθρακα @ coal processing πολιτική για τον άνθρακα @ coalmining policy ακρογιαλιά @ coast ρύπανση των ακτών @ coastal pollution παράκτια περιοχή @ coastal region πανωφόρι @ coat επικάλυμμα @ coat κοβάλτιο @ cobalt κόμπρα @ cobra Κόκα-κόλα @ Coca-Cola κοκαΐνη @ cocaine πούτσα @ cock κόκορας @ cock κουκουρίκου @ cock-a-doodle-doo κατσαρίδα @ cockroach κοκτέιλ @ cocktail κακάο @ cocoa σπειρί του κακάο @ cocoa bean COCOM @ COCOM καρύδα @ coconut βακαλάος @ cod κώδικας δεοντολογίας @ code of conduct διαδικασία συναπόφασης @ codecision procedure συνδιαχείριση @ co-determination κωδικοποίηση του κοινοτικού δικαίου @ codification of Community law κωδικοποίηση @ coding συντελεστής @ coefficient καφές @ coffee καφετί @ coffee μπρίκι @ coffee pot φέρετρο @ coffin συγχρηματοδότηση @ co-financing άγαμη συμβίωση @ cohabitation Ταμείο Συνοχής @ Cohesion Fund πηνίο @ coil νόμισμα @ coin νομισματοκοπώ @ coin σύμπτωση @ coincidence συνασφάλιση @ co-insurance οπτάνθρακας @ coke κρύος @ cold ψυκτική εγκατάσταση @ cold store ψυχρός πόλεμος @ cold war Ψυχρός πόλεμος @ Cold War συνεργάζομαι @ collaborate ζωή και δραστηριότητες συλλόγων και μαζικών φορέων @ collective activities συλλογική σύμβαση εργασίας @ collective agreement συλλογικές διαπραγματεύσεις @ collective bargaining ομαδική απόλυση @ collective dismissal αγρόκτημα συλλογικής εκμετάλλευσης @ collective farm συλλογικό συμφέρον @ collective interest συλλογική οικονομία @ collectivised economy κολλεκτιβισμός @ collectivism κοινολεκτικός @ colloquial Κολωνία @ Cologne Κολομβία @ Colombia Σχέδιο του Κολόμπο @ Colombo Plan δίστιγμο @ colon κόλον @ colon συνταγματάρχης @ colonel αποικιοκρατία @ colonialism αποικίσει @ colonize αποικία @ colony άχρωμος @ colourless στήλη @ column κώμα @ coma αγώνας @ combat μαχητικό αεροσκάφος @ combat aircraft πολεμικό ελικόπτερο @ combat helicopter πολεμικό όχημα @ combat vehicle Συνδυασμένη Ονοματολογία @ Combined Nomenclature συνδυασμένη μεταφορά @ combined transport καυσαέριο @ combustion gases έρχομαι @ come άνεση @ comfort κωμικός @ comic επιτροπολογία @ comitology κόμμα @ comma εορτασμός επετείου @ commemoration αρχίζω @ commence νομοθετικός σχολιασμός @ commentary on a law εμπορική διαιτησία @ commercial arbitration εμπορική τράπεζα @ commercial bank εμπορική σύμβαση @ commercial contract εμποροδικείο @ commercial court εμπορική εκπαίδευση @ commercial education γεωργία για εμπορικούς σκοπούς @ commercial farming εμπορικό δίκαιο @ commercial law εμπορικό μέσο μαζικής επικοινωνίας @ commercial media εμπορική πράξη @ commercial transaction όχημα δημοσίας χρήσεως @ commercial vehicle παραγγελιοδόχος @ commission agent αντιπροσωπεία της Επιτροπής @ Commission Delegation επιτροπή δικαιωμάτων του ανθρώπου @ Commission on Human Rights ανάληψη δαπανών @ commitment of expenditure εξεταστική επιτροπή @ committee of inquiry Επιτροπή Περιφερειών @ Committee of the Regions έκθεση επιτροπής @ committee report χρηματιστήριο εμπορευμάτων @ commodities exchange αγορά βασικών προϊόντων @ commodities market συμφωνία για τα προϊόντα βάσεως @ commodity agreement τιμή βασικών προϊόντων @ commodity price Κοινή Γεωργική Πολιτική @ common agricultural policy κοινή εμπορική πολιτική @ common commercial policy κοινό δασμολόγιο @ common customs tariff κοινή πολιτική άμυνας @ common defence policy κοινή αλιευτική πολιτική @ common fisheries policy κοινό ταμείο @ common fund γλάρος @ common gull κτήματα δήμων και κοινοτήτων @ common land Κοινή Αγορά @ common market κοινή οργάνωση αγοράς @ common organisation of markets κοινή λιμενική πολιτική @ common ports policy κοινή πολιτική τιμών @ common price policy κοινός νους @ common sense κοινή δασμολογική πολιτική @ common tariff policy κοινή πολιτική μεταφορών @ common transport policy μαλακό σιτάρι @ common wheat Κοινοπολιτεία @ Commonwealth κοινοπολιτεία @ commonwealth Κοινοπολιτεία της Αυστραλίας @ Commonwealth of Australia Κοινοπολιτεία Ανεξαρτήτων Κρατών @ Commonwealth of Independent States τεχνική της επικοινωνίας @ communication skills τομέας της επικοινωνίας @ communications industry πολιτική της επικοινωνίας @ communications policy επαγγελματικοί κλάδοι του τομέα της επικοινωνίας @ communications profession σύστημα επικοινωνίας @ communications systems επικοινωνιακά τέλη @ communications tariff κομμουνισμός @ Communism κομμουνισμός @ communism κομμουνιστής @ communist κομμουνιστικός @ communist κομμουνιστικό κόμμα @ Communist Party κοινοτικό κεκτημένο @ Community acquis κοινοτική πράξη @ Community act κοινοτική δράση @ Community action κοινοτική δραστηριότητα @ Community activity κοινοτική αγορά γεωργικών προϊόντων @ Community agricultural market κοινοτική ενίσχυση @ Community aid κοινοτικός οργανισμός @ Community body επικουρικό κοινοτικό όργανο @ Community body (established by the Treaties) σύναψη κοινοτικού δανείου @ Community borrowing κοινοτικός προϋπολογισμός @ Community budget κοινοτική πιστοποίηση @ Community certification Κοινοτικός Χάρτης των Κοινωνικών Δικαιωμάτων των Εργαζομένων @ Community Charter of the Fundamental Social Rights of Workers κοινοτική αρμοδιότητα @ Community competence κοινοτικός έλεγχος @ Community control κοινοτικό corpus juris @ Community corpus juris κοινοτικό τελωνειακό καθεστώς @ Community customs procedure κοινοτική απόφαση @ Community decision κοινοτική οδηγία @ Community directive κοινοτική πολιτική απασχόλησης @ Community employment policy κοινοτική περιβαλλοντική πολιτική @ Community environmental policy κοινοτική δαπάνη @ Community expenditure κοινοτικές εξαγωγές @ Community export κοινόχρηστες εγκαταστάσεις @ community facilities κοινοτικά χρηματοδοτικά μέσα @ Community financial instrument κοινοτική χρηματοδότηση @ Community financing καθεστώς της κοινοτικής χρηματοδότησης @ Community financing arrangements κοινοτική αλιεία @ Community fisheries κοινοτικές εισαγωγές @ Community import κοινοτική βιομηχανική πολιτική @ Community industrial policy κοινοτική πρωτοβουλία @ Community initiative κοινοτική επένδυση @ Community investment κοινοτικό δίκαιο @ Community law κοινοτικό δίκαιο-εθνικό δίκαιο @ Community law - national law κοινοτική έννομη τάξη @ Community legal system κοινοτικό νομοθετικό πρόγραμμα @ Community legislative programme παροχή κοινοτικού δανείου @ Community loan κοινοτική αγορά @ Community market κοινοτική μετανάστευση @ Community migration ευρωπαϊκή μεταναστευτική πολιτική @ Community migration policy υπήκοος κράτους μέλους των ΕΚ @ Community national Κοινότητα της Μαδρίτης @ Community of Madrid Κοινότητα της Βαλέντσια @ Community of Valencia κοινοτική γνώμη @ Community opinion Κοινοτικό Γραφείο Φυτικών Ποικιλιών @ Community Plant Variety Office κοινοτική πολιτική @ Community policy κοινοτική πολιτική-εθνική πολιτική @ Community policy-national policy κοινοτική προτίμηση @ Community preference κοινοτική παραγωγή @ Community production κοινοτικό πρόγραμμα @ Community programme κοινοτικές εκδόσεις @ Community publication κοινοτική σύσταση @ Community recommendation κοινοτική περιφερειακή πολιτική @ Community regional policy κοινοτικός κανονισμός @ Community regulation κοινοτική πολιτική έρευνας @ Community research policy κοινοτικό ψήφισμα @ Community resolution κοινοτικές κυρώσεις @ Community sanction κοινοτικός κοινωνικός διάλογος @ Community social dialogue κοινοτική χορηγία @ Community sponsorship κοινοτικές στατιστικές @ Community statistics κοινοτικά αποθέματα @ Community stock κοινοτικό πλαίσιο στήριξης @ Community support framework κοινοτικός φόρος @ Community tax κοινοτική διαμετακόμιση @ Community transit κοινοτική τρόικα @ Community Troika κοινοτική συγκοινωνιακή αρτηρία @ Community trunk route κοινοτικά ύδατα @ Community waters κοινοτικός εργαζόμενος @ Community worker παλινδρομική διακίνηση @ commuting Κομόρες @ Comoros συμπεθέρα @ co-mother-in-law εταιρία @ company συντροφικότητα @ company συντροφιά @ company εξαγορά επιχείρησης @ company buyout ανάπτυξη επιχείρησης @ company growth προβληματική επιχείρηση @ company in difficulties εταιρικό δίκαιο @ company law διεύθυνση επιχείρησης @ company management εταίρος @ company member εκσυγχρονισμός επιχείρησης @ company modernisation έρευνα στην επιχείρηση @ company research δομή της επιχείρησης @ company structure κεφαλαιουχική εταιρεία @ company with share capital συγκριτική διαφήμιση @ comparative advertising συγκριτική ανάλυση @ comparative analysis συγκριτική εκπαίδευση @ comparative education συγκριτικό δίκαιο @ comparative law συγκριτική μελέτη @ comparative study ναυτική @ compass συμψηφιστική χρηματοδότηση @ compensatory financing αρμοδιότητες των οργάνων @ competence of the institution αρμοδιότητα των κρατών μελών @ competence of the Member States ανταγωνισμός @ competition δίκαιο του ανταγωνισμού @ competition law πολιτική του ανταγωνισμού @ competition policy ανταγωνιστικότητα @ competitiveness παραπονιέμαι @ complain παράπονο @ complaint υποβολή καταγγελίας στην Επιτροπή @ complaint to the Commission συμφωνία συμπληρωματικότητας @ complementarity agreement συμπληρωματικότητα των συναλλαγών @ complementarity of trade πλήρης @ complete ολοκληρώνω @ complete πολύπλοκος @ complex μιγαδικός @ complex μιγαδικός @ complex number περιπλοκότητα @ complexity περιπλοκή @ complexity πολύπλοκος @ complicated φιλοφρόνηση @ compliment συνθέτης @ composer σύνθετα υλικά @ composite materials δικαστικός διακανονισμός @ composition σύνθεση @ composition σύνθεση κοινοβουλευτικής επιτροπής @ composition of a parliamentary committee σύνθεση του Κοινοβουλίου @ composition of parliament σύνθεση του πληθυσμού @ composition of the population υποχρεωτική εκπαίδευση @ compulsory education υποχρεωτική δαπάνη @ compulsory expenditure υποχρεωτική ασφάλιση @ compulsory insurance αναγκαστική αποταμίευση @ compulsory saving υποχρεωτική ψήφος @ compulsory voting ηλεκτρονικός υπολογιστής @ computer υπολογιστής @ computer εφαρμοσμένη πληροφορική @ computer applications σχεδίαση με τη βοήθεια υπολογιστή @ computer assisted design κατασκευή με τη βοήθεια υπολογιστή @ computer assisted manufacturing έκδοση με τη βοήθεια υπολογιστή @ computer assisted publishing κέντρο μηχανοργάνωσης @ computer centre εγκληματικότητα στον τομέα της πληροφορικής @ computer crime εξοπλισμός πληροφορικής @ computer equipment παιχνίδι υπολογιστών @ computer game γλώσσα προγραμματισμού @ computer language δίκτυο πληροφορικής @ computer network πειρατεία πληροφορικής @ computer piracy σύστημα πληροφορικής @ computer system πληροφορική @ computer systems τερματικό πληροφορικής @ computer terminal ιός υπολογιστών @ computer virus σύντροφος @ comrade κοίλος @ concave αποκρύπτω @ conceal συμπυκνωμένο γάλα @ concentrated milk συμπυκνωμένο προϊόν @ concentrated product συγκέντρωση των εξουσιών @ concentration of powers συγκέντρωση του πληθυσμού @ concentration of the population οικονομία συντονισμού @ concerted economic action κονσερτίνα @ concertina ανάδοχος @ concessionaire διαδικασία συνεννοήσεως @ conciliation procedure διαδικασία συνδιαλλαγής @ conciliation procedure (part of codecision procedure) σκυρόδεμα @ concrete συγκεκριμένος @ concrete τσιμεντένιος @ concrete καρύκευμα @ condiment κατάσταση @ condition ελευθερία υπό όρους @ conditional discharge προφυλακτικό @ condom διεξαγωγή συνεδρίασης @ conduct of meetings αρχιμουσικός @ conductor εισπράκτορας @ conductor αγωγός @ conductor σοκολατοποιία @ confectionery ζαχαροπλαστικό προϊόν @ confectionery product συνομοσπονδιακό κράτος @ confederal State διάσκεψη προέδρων @ conference of presidents συνεδριακές εργασίες @ conference proceedings αίτηση παροχής ψήφου εμπιστοσύνης @ confidence motion εμπιστευτικότητα @ confidentiality δήμευση @ confiscation of property πυρκαγιά @ conflagration σύρραξη @ conflict σύγκρουση @ conflict σύγκρουση γενεών @ conflict of generations σύγκρουση δικαιοδοσίας @ conflict of jurisdiction σύγκρουση αρμοδιοτήτων @ conflict of powers πρόληψη των συγκρούσεων @ conflict prevention Κομφούκιος @ Confucius συγγενής νόσος @ congenital disease συγκρότημα επιχειρήσεων @ conglomerate Κονγκό @ Congo Δημοκρατία του Κογγό @ Congo Λαϊκή Δημοκρατία του Κογγό @ Congo Κόγγο @ Congo συγχαίρω @ congratulate συγχαρητήρια @ congratulations ρητινώδη @ conifer κλίνω @ conjugate συζυγία @ conjugation σύνδεσμος @ conjunction σύζευξη @ conjunction Κόνναχτ @ Connacht συνδέω @ connect ειδήμων @ connoisseur συγγένεια εξ αίματος @ consanguinity συνείδηση @ conscience ρήτρα επίκλησης λόγων συνείδησης @ conscience clause άρνηση στρατεύσεως για λόγους συνειδήσεως @ conscientious objection συναίνεση @ consent συναινώ @ consent Συνέπεια @ consequence διατήρηση των αλιευτικών πόρων @ conservation of fish stocks διατήρηση των φυσικών πόρων @ conservation of resources συντηρητισμός @ conservatism συντηρητικό κόμμα @ Conservative Party ενοποιημένος λογαριασμός @ consolidated account συστατική κωδικοποίηση του κοινοτικού δικαίου @ consolidation of Community law κοινoπραξία @ consortium Κωνσταντίνος @ Constantine Κωνσταντινούπολη @ Constantinople αστερισμός @ constellation δυσκοιλιότητα @ constipation Σύνταγμα @ constitution συνταγματικό δικαστήριο @ constitutional court συνταγματικό δίκαιο @ constitutional law κοινοβουλευτική μοναρχία @ constitutional monarchy αναθεώρηση του συντάγματος @ constitutional revision κατασκευή @ construction κόστος κατασκευής κτιριακών έργων @ construction costs κατασκευαστικά μέσα @ construction equipment πολιτική κτιριακών έργων @ construction policy προξενείο @ consulate παροχή συμβουλών και υπηρεσιών εμπειρογνώμονα @ consultancy ενημερωτική διαβούλευση @ consultation of information διαδικασία διαβούλευσης @ consultation procedure καταναλωτής @ consumer συμπεριφορά του καταναλωτή @ consumer behaviour καταναλωτικός συνεταιρισμός @ consumer cooperative καταναλωτική πίστη @ consumer credit καταναλωτική ζήτηση @ consumer demand καταναλωτικό αγαθό @ consumer goods πληροφόρηση του καταναλωτή @ consumer information καταναλωτικά κίνητρα @ consumer motivation κίνηση καταναλωτών @ consumer movement πολιτική καταναλωτών @ consumer policy τιμή καταναλωτή @ consumer price προστασία του καταναλωτή @ consumer protection καταναλωτική κοινωνία @ consumer society έρευνα κατανάλωσης @ consumer survey κατανάλωση @ consumption καταναλωτική δαπάνη @ consumption expenditure επικοινωνία @ contact επαφή @ contact φακοί επαφής @ contact lens ομάδα του συμφώνου Κονταδόρα @ Contadora Group μεταδοτική ασθένεια @ contagion λοιμώδης νόσος @ contagious disease εμπορευματοκιβώτιο @ container δοχείο @ container κοντέινερ @ container σύγχρονη ιστορία @ contemporary history διαγωνισμός @ contest παρακείμενη ζώνη @ contiguous zone ήπειρος @ continent μετατόπισις των ηπείρων @ continental drift υφαλοκρηπίδα @ continental shelf συνεχίζω @ continue διαρκής εκπαίδευση @ continuing education συνεχής επαγγελματική κατάρτιση @ continuing vocational training συνεχής παραγωγή @ continuous production συνεχές ωράριο @ continuous working day αντισύλληψη @ contraception σύμβαση @ contract καλλιέργεια με σύμβαση @ contract farming σύμβαση μεταφοράς @ contract of carriage συμβασιούχοι @ contract staff συμβατική ρήτρα @ contract terms συμβατική ευθύνη @ contractual liability συνεισφέρω @ contribute συνεισφορά @ contribution εισφορά @ contribution ελέγχω @ control έλεγχος @ control έλεγχος της επικοινωνίας @ control of communications έλεγχος συνταγματικότητας @ control of constitutionality έλεγχος των συμπράξεων @ control of restrictive practices έλεγχος των κρατικών ενισχύσεων @ control of State aid διευθυνόμενη οικονομία @ controlled economy αμφιλεγόμενος @ controversial συμβατικά όπλα @ conventional weapon κριτήριο σύγκλισης @ convergence criteria τιμή μετατροπής @ conversion rate μετατροπή από γαλακτοπαραγωγή σε κρεατοπαραγωγή @ conversion to beef production μετατροπή στη δενδροκηποκομία @ conversion to horticulture μετατρέψιμο μάρκο @ convertible mark κυρτός @ convex μάγειρος @ cook μαγειρεύω @ cook Κουκ @ Cook Islands Νήσοι Κουκ @ Cook Islands μαγειρευμένος @ cooked μπισκότο @ cookie συνεργασία @ cooperation συμφωνία συνεργασίας @ cooperation agreement συνεργασία στον τομέα των εσωτερικών υποθέσεων @ cooperation in home affairs συνεργασία στον τομέα της εκπαίδευσης @ cooperation in the field of education αγροτική συνεργασία @ cooperation on agriculture πολιτική συνεργασίας @ cooperation policy διαδικασία συνεργασίας @ cooperation procedure συνεταιρισμός @ cooperative συνεταιριστική τράπεζα @ cooperative bank συντεταγμένη @ coordinate συντονισμός των ενισχύσεων @ coordination of aid συντονισμός των πολιτικών ΟΝΕ @ coordination of EMU policies συντονισμός των χρηματοδοτήσεων @ coordination of financing Κοπεγχάγη @ Copenhagen χαλκός @ copper χάλκινος @ copper πρεμνοφυές δάσος @ coppiced woodland αντιγράφω @ copy αντίγραφο @ copy αντίτυπο @ copy δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας @ copyright αγγλικό κόρνο @ cor anglais Coreper @ Coreper φελλός @ cork τιρμπουσόν @ corkscrew κορμοράνος @ cormorant κερατοειδής χιτώνας @ cornea δεκανέας @ corporal χρηματοδότηση της επιχείρησης @ corporate finance εταιρική διακυβέρνηση @ corporate governance κοινωνική ευθύνη της επιχείρησης @ corporate social responsibility εταιρία @ corporation φόρος εταιρειών @ corporation tax συντεχνιακή οικονομία @ corporatism πτώμα @ corpse αλληλογραφία @ correspondence διάδρομος @ corridor διάβρωση μετάλλου @ corrosion δωροδοκία @ corruption Κορσική @ Corsica κορβέττα @ corvette COSAC @ COSAC συνημίτονο @ cosine καλλυντικά προϊόντα @ cosmetic product βιομηχανία καλλυντικών @ cosmetics industry κοσμολογία @ cosmology κοσμοναύτης @ cosmonaut COST @ COST κοστίζω @ cost κόστος @ cost ανάλυση κόστους @ cost analysis πιστωτικό κόστος @ cost of borrowing κόστος κεφαλαίου @ cost of capital κόστος ζωής @ cost of living κόστος της ρύπανσης @ cost of pollution τιμή κόστους @ cost price Κόστα Ρίκα @ Costa Rica ανάλυση κόστους-ωφέλειας @ cost-benefit analysis ανάλυση κόστους-αποτελεσματικότητας @ cost-effectiveness analysis κοστολόγηση @ costing συνεφαπτομένη @ cotangent Ακτή Ελεφαντοστού @ Côte d'Ivoire συμφωνία Κοτονού @ Cotonou Agreement βαμβάκι @ cotton μαλλί της γριάς @ cotton candy λέων ο ομόχρους @ cougar βήχω @ cough βήχας @ cough κουλόμπ @ coulomb συμβούλιο πολιτιστικής συνεργασίας @ Council for Cultural Cooperation Συμβούλιο της Ευρώπης @ Council of Europe χώρες του Συμβουλίου της Ευρώπης @ Council of Europe countries Ταμείο του Συμβουλίου της Ευρώπης @ Council of Europe fund συμβούλιο Δήμων, Κοινοτήτων και Περιφερειών της Ευρώπης @ Council of European Municipalities and Regions υπουργικό συμβούλιο @ Council of Ministers Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης @ Council of the European Union μετράω @ count συμψηφισμός συναλλαγών @ countertrade αντισταθμιστικό τέλος @ countervailing charge καταμέτρηση των ψήφων @ counting of the votes χώρα @ country ύπαιθρος @ country αγροτικός @ country αγροτική οδός @ country road προστασία του τοπίου @ countryside conservation κομητεία @ county νομός @ county πραξικόπημα @ coup d'état κουράγιο @ courage κολοκυθάκι @ courgette έκτακτο δικαστήριο @ court having special jurisdiction διαιτητικό δικαστήριο @ court of arbitration πολιτικό δικαστήριο @ court of civil jurisdiction δικαστήριο @ courts and tribunals ξάδελφος @ cousin αγελάδα @ cow δειλός @ coward αγελαδάρης @ cowboy τυρί αγελαδινό @ cows’ milk cheese τσακάλι της ΒΔ Αμερικής @ coyote κούνια @ cradle βιοτεχνική επιχείρηση @ craft business βιοτεχνική παραγωγή @ craft production βιοτέχνης @ craftsman γερανός @ crane (ανυψωτικός) γερανός @ crane κρήτηρ @ crater αστακός @ crayfish κηρομπογιά @ crayon τρελός @ crazy κρέμα γάλακτος @ cream αφρόγαλα @ cream κρέμα @ cream δημιούργημα @ creation δημιουργία @ creation πλάση @ creation αποπυρηνικοποίηση @ creation of nuclear-free zones δημιουργικός @ creative δημιουργός @ creator πλάσμα @ creature πίστη @ credit πιστωτική κάρτα @ credit card πιστωτικός έλεγχος @ credit control εγγύηση πίστωσης @ credit guarantee πιστωτικό ίδρυμα @ credit institution ασφάλιση πιστώσεων @ credit insurance πιστωτική πολιτική @ credit policy αγορά επί πιστώσει @ credit purchase πώληση επί πιστώσει @ credit sale λογιστική μεταφορά @ credit transfer πιστωτικός συνεταιρισμός @ credit union πιστωτής @ creditor δόγμα @ creed CREST @ CREST Κρήτη @ Crete προσωπικό πληρώματος @ crew γρύλος @ cricket εγκληματικότητα @ crime έγκλημα @ crime έγκλημα κατά της ανθρωπότητας @ crime against humanity έγκλημα κατά προσώπων @ crime against individuals έγκλημα κατά της ιδιοκτησίας @ crime against property Κριμαία @ Crimea Κριμαϊκή Ταταρική γλώσσα @ Crimean Tatar εγκληματίας @ criminal ποινικό δικαστήριο @ criminal court υπηρεσία διώξεως κοινού εγκλήματος @ criminal investigation department ποινικό δίκαιο @ criminal law ποινική ευθύνη @ criminal liability ποινική διαδικασία @ criminal procedure αγωγή ποινικού δικαίου @ criminal proceedings ποινικό μητρώο @ criminal record ποινική ευθύνη των ανηλίκων @ criminal responsibility of minors εγκληματολογία @ criminology κριτήριο @ criterion κουάξ @ croak Κροατία @ Croatia Κροατικά @ Croatian κροκόδειλος @ crocodile κρόκος @ crocus απώλεια συγκομιδής @ crop losses συντήρηση των καλλιεργειών @ crop maintenance φυτική παραγωγή @ crop production διαδοχική καλλιέργεια @ crop rotation γεωργική απόδοση @ crop yield σταυρός @ cross ανοικτός συνδυασμός @ cross voting διαμεθοριακή συνεργασία @ cross-border cooperation βαλλίστρα @ crossbow ζεύξη της Μάγχης @ cross-channel connection διαμεθοριακή ροή δεδομένων @ cross-frontier data flow σταυροδρόμι @ crossroads σταυρόλεξο @ crossword κουρούνα @ crow λοστός @ crow λάλημα @ crow στέμμα @ crown κορυφή @ crown αργό πετρέλαιο @ crude oil σκληρός @ cruel βάναυση και εξευτελιστική μεταχείριση @ cruel and degrading treatment ψίχουλο @ crumb μαλακόστρακο @ crustacean εκτροφή μαλακοστράκων @ crustacean farming κρυπτογραφία @ cryptography κρύσταλλος @ crystal κρύσταλλο @ crystal Κούβα @ Cuba Κουβανός @ Cuban κύβος @ cube κυβικό εκατοστό @ cubic centimeter κυβισμός @ cubism κερατάς @ cuckold κοϋκος @ cuckoo αγγούρι @ cucumber αγγουριά @ cucumber σύστημα καλλιέργειας @ cultivation system καλλιεργητική τεχνική @ cultivation techniques καλλιέργεια υπό κάλυψη @ cultivation under plastic πολιτιστική συνεργασία @ cultural cooperation πολιτιστική διαφορά @ cultural difference πολιτιστική εκδήλωση @ cultural event πολιτιστική εξαίρεση @ cultural exception πολιτιστική γεωγραφία @ cultural geography πολιτιστική κληρονομιά @ cultural heritage πολιτιστική ταυτότητα @ cultural identity πολιτιστικό κίνημα @ cultural movement πολιτιστικό αγαθό @ cultural object πολιτιστική οργάνωση @ cultural organisation πολιτιστικός πλουραλισμός @ cultural pluralism πολιτιστική πολιτική @ cultural policy πολιτιστικό βραβείο @ cultural prize πολιτιστική προώθηση @ cultural promotion πολιτιστικές σχέσεις @ cultural relations πολιτιστικός τομέας @ culture ec=Grek @ culture βιομηχανία του πολιτιστικού τομέα @ culture industry χύσι @ cum χύνω @ cum σώρευση συντάξεων @ cumulative pension entitlement αιδιολειχία @ cunnilingus μουνί @ cunt ντουλάπι @ cupboard Κουρασάο @ Curaçao στάλπη @ curd θεραπεία @ cure θεραπεύω @ cure περιέργεια @ curiosity Κουριτίμπα @ Curitiba κιούριο @ curium νόμισμα @ currency νομισματική προσαρμογή @ currency adjustment νομισματική ζώνη @ currency area μετατρεψιμότητα @ currency convertibility ρεύμα @ current τάση @ current παρών @ current βιογραφικό σημείωμα @ curriculum vitae κατάρα @ curse καμπύλη @ curve δικαίωμα επιμέλειας @ custody εθιμικό δίκαιο @ customary law πελάτης @ customer πελατεία @ customers τελωνείο @ customs έθιμα και παραδόσεις @ customs and traditions τελωνειακή συνεργασία @ customs cooperation τελωνειακή οφειλή @ customs debt τελωνειακό έγγραφο @ customs document επιστροφή τελωνειακών δασμών @ customs drawback δασμός @ customs duties τελωνειακή διατύπωση @ customs formalities τελωνειακή παράβαση @ customs fraud τελωνειακή εναρμόνιση @ customs harmonisation τελωνειακός έλεγχος @ customs inspection καθεστώς τελωνειακής αναστολής @ customs procedure suspending duties τελωνειακό επάγγελμα @ customs profession τελωνειακοί κανόνες @ customs regulations δασμολόγιο @ customs tariff τελωνειακή διαμετακόμιση @ customs transit τελωνειακή ένωση @ customs union δασμολογητέα αξία @ customs valuation τελωνειακή αποταμίευση @ customs warehouse μαχαιροπήρουνα @ cutlery σουπιά @ cuttlefish κυανός @ cyan κυβερνητική @ cybernetics κύκλος @ cycle βιομηχανία ποδηλάτων και μοτοσυκλετών @ cycle and motorcycle industry ποδηλατόδρομος @ cycle track κυκλικές διακυμάνσεις @ cyclical fluctuation συγκυριακή ανεργία @ cyclical unemployment κυκλώνας @ cyclone κύμβαλο @ cymbal κυνικός @ cynic κυπαρίσσι @ cypress Κύπριος @ Cypriot Κύπρος @ Cyprus κυριλλιακόν @ Cyrillic κυτταρολογία @ cytology τσεχικά @ Czech τσέχικος @ Czech Τσέχος @ Czech Τσεχική Δημοκρατία @ Czech Republic Δημοκρατία της Τσεχίας @ Czech Republic Τσεχία @ Czechia Τσεχοσλοβακία @ Czechoslovakia CAD @ DAC Νταγκεστάν @ Dagestan στιλέτο @ dagger οβελίσκος @ dagger ντάλια @ dahlia γαλακτοκομείο @ dairy γαλακτοκομικά @ dairy γαλακτοπαραγωγός αγελάδα @ dairy cow εκμετάλλευση γαλακτοπαραγωγής @ dairy farm παγωτό @ dairy ice cream γαλακτοβιομηχανία @ dairy industry γαλακτοπαραγωγή @ dairy production Dalarna @ Dalarna county ζημία @ damage ζημιά @ damage αποζημίωση @ damages Δαμασκός @ Damascus χορεύω @ dance χορευτής @ dancer αγριοράδικο @ dandelion Δανός @ Dane κίνδυνος @ danger επικίνδυνος @ dangerous επικίνδυνη ουσία @ dangerous substance Ντάνιελ @ Daniel Δανιήλ @ Daniel δανέζικα @ Danish δανέζικος @ Danish Δούναβης @ Danube Δαρείος @ Darius σκοτεινός @ dark σκοτάδι @ dark σούρουπο @ dark σκοτεινή ύλη @ dark matter σκοτάδι @ darkness Νταρθ Βέιντερ @ Darth Vader παύλα @ dash δεδομένα @ data στοιχεία @ data συλλογή δεδομένων @ data collection προστασία δεδομένων @ data protection καταχώρηση δεδομένων @ data recording διαβίβαση δεδομένων @ data transmission βάση δεδομένων @ database σύστημα διαχείρισης βάσης δεδομένων @ database management system επεξεργασία δεδομένων @ dataprocessing δίκαιο της πληροφορικής @ data-processing law χουρμαδιά @ date palm κόρη @ daughter νύφη @ daughter-in-law Δαβίδ @ David Ντέιβιντ @ David ξημέρωμα @ dawn ημέρα @ day μεθαύριο @ day after tomorrow νεκρός @ dead Νεκρά θάλασσα @ Dead Sea προθεσμία πληρωμής @ deadline for payment μεταπωλητής @ dealer αγαπητός @ dear αγαπητέ @ dear ακριβός @ dear θάνατος @ death επίδομα λόγω θανάτου @ death grant θανατική ποινή @ death penalty [ευχή θανάτου ή τελευταία επιθυμία @ death wish αντιπαραθέτω @ debate δίβατον @ debate οφειλή @ debt χρέος @ debt ελάφρυνση του χρέους @ debt reduction οφειλέτης @ debtor δεκαετία @ decade δεκάδα @ decade εξαπατώ @ deceive Δεκέμβριος @ December αυτοδιοίκηση @ decentralisation εξαπάτηση @ deception φυλλοβόλο @ deciduous tree dekostometro @ decimetre απόφαση @ decision λήψη απόφασης @ decision-making όργανο λήψης αποφάσεων @ decision-making body κατάστρωμα @ deck δήλωση κοινοτικού ενδιαφέροντος @ declaration of Community interest κλίσις @ declension βιομηχανική περιφέρεια σε παρακμή @ declining industrial region αποαποικιοποίηση @ decolonisation οριστική παύση λειτουργίας σταθμού @ decommissioning of power stations εξυγίανση @ decontamination είδη διακόσμησης @ decorative item διάταγμα @ decree παρακράτηση στην πηγή @ deduction at source εμβάθυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης @ deepening of the European Union ταχεία κατάψυξη @ deep-freezing προϊόν ταχείας κατάψυξης @ deep-frozen product αλιεία ανοικτής θάλασσας @ deep-sea fishing ελάφι @ deer δυσφήμηση @ defamation ήττα @ defeat νικώ @ defeat ηττοπάθεια @ defeatism ελάττωμα @ defect ελαττωματικό προϊόν @ defective product προϋπολογισμός για την άμυνα @ defence budget αμυντικές δαπάνες @ defence expenditure αμυντική πολιτική @ defence policy στατιστικές άμυνας @ defence statistics έλλειμμα @ deficit οριστικό άρθρο @ definite article αντιπληθωρισμός @ deflation φυλλόρροια @ defoliation αποδάσωση @ deforestation υποβάθμιση του περιβάλλοντος @ degradation of the environment βαθμός @ degree μοίρα @ degree πτυχίο @ degree βαθμός ρύπανσης @ degree of pollution αφυδάτωση @ dehydration θεότητα @ deity προμνησία @ deja vu νομοθετική εξουσιοδότηση @ delegated legislation εκχώρηση εξουσίας @ delegation of power Δελχί @ Delhi εύγευστος @ delicious εγκληματική συμπεριφορά @ delinquency παραλήρημα @ delirium τιμή παράδοσης @ delivered price παράδοση @ delivery γέννα @ delivery διάσπαση επιχείρησης @ demerger αποστρατιωτικοποιημένη ζώνη @ demilitarised zone δημοκρατία @ democracy δημοκρατικός @ democratic δημοκρατικό έλλειμμα @ democratic deficit δημοκρατικό κόμμα @ Democratic Party Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό @ Democratic Republic of Congo εκδημοκρατισμός @ democratisation εκδημοκρατισμός της παιδείας @ democratisation of education Δημόκριτος @ Democritus δημογραφική ανάλυση @ demographic analysis δημογραφία @ demography , @ demon ιεραρχική υποβάθμιση εργαζομένου @ demotion μετουσίωση @ denaturing Δανία @ Denmark εκκλησιαστική εκπαίδευση @ denominational education οδοντιατρική @ dental medicine οδοντίατρος @ dentist αρνούμαι @ deny αποσμητικό @ deodorant διαμέρισμα @ department (France) οικογενειακό βάρος @ dependant εξάρτηση των ηλικιωμένων @ dependence of elderly persons μη αυτόνομο έδαφος @ dependent territory αποπολιτικοποίηση @ depoliticisation πληθυσμιακή συρρίκνωση @ depopulation απέλαση @ deportation εκτοπισμένος @ deportee λογιστικό χρήμα @ deposit money πώληση ρυπαντικού προϊόντος με εγγύηση επιστροφής @ deposit on a polluting product κατάθλιψη @ depression ύφεση @ depression στέρηση των δικαιωμάτων @ deprivation of rights υποβαθμισμένη αστική ζώνη @ deprived urban area βάθος @ depth αντιπρόεδρος του Κοινοβουλίου @ Deputy Speaker of Parliament κατάργηση των νομοθετικών ρυθμίσεων @ deregulation Θεοδώριχος @ Derek δερματολόγος @ dermatologist παρέκκλιση από το κοινοτικό δίκαιο @ derogation from Community law έννομη σχέση με τους ανιόντες @ descendant περιγραφή @ description βεβηλώνω @ desecrate έρημος @ desert απερήμωση @ desertification αφυδατωμένο προϊόν @ desiccated product σχέδιο @ design δεσμευμένη θέση εργασίας @ designated employment ονομασία προέλευσης @ designation of origin σχέδια και υποδείγματα @ designs and models επιθυμία @ desire επιθυμώ @ desire γραφείο @ desk επιδόρπιο @ dessert προορισμός @ destination γεωγραφικός προσδιορισμός των μεταφορών @ destination of transport πεπρωμένο @ destiny καταστροφή @ destruction καταστροφή καλλιεργειών @ destruction of crops καταστροφικός @ destructive προσωρινή κράτηση @ detention before trial αποτροπή @ deterrent δευτέριο @ deuterium υποτίμηση του νομίσματος @ devaluation αναπτυσσόμενες χώρες @ developing countries αναπτυξιακή βοήθεια @ development aid τράπεζα ανάπτυξης @ development bank αναπτυξιακό πρόγραμμα @ development plan αναπτυξιακή πολιτική @ development policy αναπτυξιακό δυναμικό @ development potential περιοχή ανάπτυξης @ development region εθελοντές για την ανάπτυξη @ development worker συσκευή @ device διάβολος @ devil Διάβολος @ devil αποκέντρωση @ devolution πάχνη @ dew επιδεξιότητα @ dexterity διαβήτης @ diabetes διάγνωση @ diagnosis διάλεκτος @ dialect διάλογος @ dialogue διάμετρος @ diameter αδάμας @ diamond διαμάντι @ diamond καρό @ diamonds πάνα @ diaper διάρροια @ diarrhea ημερολόγιο @ diary διασπορά @ diaspora διασπορά @ Diaspora ψωλή @ dick ηλίθιος @ dickhead δικτάτορας @ dictator δικτατορία @ dictatorship λεξικό @ dictionary λεξικό συντομογραφιών @ dictionary of abbreviations πεθαίνω @ die ζάρι @ die κινητήρας ντίζελ @ diesel engine ντίζελ @ diesel fuel διαιτητικό προϊόν @ dietary product διαφέρω @ differ διαφορετικός @ different διαφοροποίηση @ differentiation δύσκολος @ difficult διάδοση των καινοτομιών @ diffusion of innovations πέψη @ digestion ψηφίο @ digit δάκτυλο @ digit ψηφιακός @ digital ψηφιακό χάσμα @ digital divide ψηφιακή τεχνολογία @ digital technology ψηφιοποίηση @ digitisation άνηθος @ dill Γύρος Ντίλλον @ Dillon Round υποκοριστικό @ diminutive λακκάκι @ dimple δείπνο @ dinner γεύμα @ dinner δίφθογγος @ diphthong τίτλος σπουδών @ diploma δίπλωμα @ diploma διπλωματική ασυλία @ diplomatic immunity διπλωματικός κλάδος @ diplomatic profession διπλωματική προστασία @ diplomatic protection διπλωματικό πρωτόκολλο @ diplomatic protocol διπλωματικές σχέσεις @ diplomatic relations διπλωματική αντιπροσωπεία @ diplomatic representation άμεση εφαρμογή @ direct applicability άμεσο κόστος @ direct cost άμεση επένδυση @ direct investment άμεση πώληση @ direct selling άμεσος φόρος @ direct tax οδηγία @ directive άμεσα εκλεγμένη Βουλή @ directly-elected chamber ευρετήριο @ directory κατάλογος @ directory βρώμικος @ dirty βρωμερός @ dirty βρωμιά @ dirty ακάθαρτος @ dirty ασφάλιση αναπηρίας @ disability insurance άτομο με ειδικές ανάγκες @ disabled person δυσφορία της νεολαίας @ disaffection of young people εξαφανίζομαι @ disappear αφοπλισμός @ disarmament καταστροφή @ disaster πληγείσα ζώνη @ disaster area δίσκος @ disc αναγνώστης δίσκων @ disc drive απορριπτόμενα αλιεύματα @ discarded fish πειθαρχική διαδικασία @ disciplinary proceedings κοινοποίηση των δεδομένων @ disclosure of information δισκοθήκη @ discotheque προεξοφλητικό επιτόκιο @ discount rate πώληση με έκπτωση @ discount sale κατάστημα εκπτώσεων @ discount store προεξόφληση @ discounting ανακάλυψη @ discovery ασυμφωνία @ discrepancy διακριτική εξουσία @ discretionary power διακρίσεις λόγω αναπηρίας @ discrimination based on disability διάκριση λόγω ιθαγένειας @ discrimination on the basis of nationality διακρίσεις λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού @ discrimination on the basis of sexual orientation τιμή που εισάγει διάκριση @ discriminatory price συζήτηση @ discussion ασθένεια @ disease πρόληψη των ασθενειών @ disease prevention φορέας ασθένειας @ disease vector αποστροφή @ disgust πιάτο @ dish πιάτα @ dish πλυντήριο πιάτων @ dishwasher παραπληροφόρηση @ disinformation δίσκος @ disk δισκέτα @ diskette απόλυση @ dismissal Ντίσνεϋλαντ @ Disneyland τοιχοκόλληση @ display Όργανο Επίλυσης Διαφορών @ Dispute Settlement Body διάδοση της κοινοτικής πληροφόρησης @ dissemination of Community information εξάπλωση των πολιτιστικών παραδόσεων @ dissemination of culture διάδοση πληροφοριών @ dissemination of information αντίθεση προς το καθεστώς @ dissidence διάλυση της Βουλής @ dissolution of parliament διδασκαλία εξ αποστάσεως @ distance learning πώληση εξ αποστάσεως @ distance selling απόσταξη @ distillation εμπορική επιχείρηση @ distribution business κατανομή κατά ηλικία @ distribution by age κατανομή κατά φύλο @ distribution by sex κόστος διάθεσης @ distribution cost κατανομή των ενισχύσεων @ distribution of aid κατανομή της κοινοτικής χρηματοδότησης @ distribution of Community funding κατανομή του εισοδήματος @ distribution of income κατανομή της παραγωγής @ distribution of production χάρτης εκπαιδευτικών ιδρυμάτων @ distribution of schools καταμερισμός των φόρων @ distribution of the tax burden κατανομή των ψήφων @ distribution of votes κατανομή του πλούτου @ distribution of wealth κατανομή ανά απασχολούμενο άτομο @ distribution per employed person εμπορική διανομή @ distributive trades εμπορικός διανομέας @ distributor δείκτης απόκλισης @ divergence indicator διαφοροποίηση των εξαγωγών @ diversification of exports διαίρει και βασίλευε @ divide and conquer διαιρετέος @ dividend μέρισμα @ dividend οικισμός @ dividing up of land διαίρεση @ division μεραρχία @ division διεύθυνση @ division διαίρεση σε εκλογικές περιφέρειες @ division into constituencies κατανομή αρμοδιοτήτων @ division of powers διανομή της κυριότητας @ division of property διαζύγιο @ divorce διαζευγμένοι @ divorced person Τζιμπουτί @ Djibouti DNA @ DNA κάμνω @ do μιλάς αγγλικά; @ do you speak English ιατρός @ doctor διδάκτορας @ doctor κτηνίατρος @ doctor δόγμα @ doctrine τεκμήριο @ document έγγραφο @ document απόκτηση τεκμηρίωσης @ document acquisition έγγραφο συνεδρίασης @ document for discussion at a sitting ευρετηρίαση τεκμηρίων @ document indexing διαχείριση κειμένων @ document management τεκμηριωτική έρευνα @ document retrieval εναποθήκευση τεκμηρίων @ document storage ενέγγυος πίστωση @ documentary credit βιβλιογραφική καταχώριση @ documentary reference recording μέσα τεκμηρίωσης @ documentary tool τεκμηρίωση @ documentation κέντρο τεκμηρίωσης @ documentation centre διδώ @ dodo ελαφίνα @ doe σκύλος @ dog δόγμα @ dogma πισωκολλητό @ doggy style κούκλα @ doll δολλάριο @ dollar σφαίρα επιρροής @ domain επικράτεια @ domain οικόσιτο ζώο @ domestic animal εγχώρια κατανάλωση @ domestic consumption εσωτερική αγορά @ domestic market εσωτερική πολιτική @ domestic policy εθνικό προϊόν @ domestic product εσωτερικό εμπόριο @ domestic trade ενδοοικογενειακή βία @ domestic violence οικιακά απόβλητα @ domestic waste εξημερωμένο ζώο @ domesticated animal δεσπόζουσα θέση @ dominant position Δομίνικα @ Dominica Ντομίνικα @ Dominica Δομινικανή Δημοκρατία @ Dominican Republic δωρεάν παροχή @ donation δωρεά @ donation γάιδαρος @ donkey δότρια χώρα @ donor country πόρτα @ door πώληση κατ' οίκον @ door-to-door selling δωρική @ Doric δασομυωξός @ dormouse κουκίδα @ dot τελεία @ dot υποδιαστολή @ dot διπλός @ double διπλή φορολογία @ double taxation ψηφοφορία σε δύο γύρους @ double-ballot voting system αμφιβολία @ doubt ζύμη @ dough περιστέρι @ dove Ντόβερ @ Dover κάτω @ down πούπουλα @ down καταφορτώνω @ download καταφόρτωση @ download μεταφόρτωση προγραμμάτων @ downloading προίκα @ dowry δωδεκάδα @ dozen δρακόντειος @ draconian σχέδιο προϋπολογισμού @ draft budget σχέδιο προϋπολογισμού ΕΚ @ draft EC budget κατάρτιση του κοινοτικού δικαίου @ drafting of Community law λιβελλούλη @ dragonfly αποστραγγιστικά έργα @ drainage δράμα @ drama ζώο γαλακτοπαραγωγής @ draught animal σχεδιάζω @ draw συρτάρι @ drawer σχέδιο @ drawing κατάρτιση του προϋπολογισμού @ drawing up of the budget κατάρτιση του κοινοτικού προϋπολογισμού @ drawing up of the Community budget όνειρο @ dream ονειρεύομαι @ dream όραμα @ dream βυθοκόρηση @ dredging Ντρέντε @ Drenthe ένδυμα @ dress αποξηραμένο προϊόν @ dried product γεώτρηση @ drilling εξοπλισμός γεώτρησης @ drilling equipment πίνω @ drink ποτό @ drink οινοπνευματώδες ποτό @ drink γάλα-ρόφημα @ drinking milk καλαμάκι @ drinking straw πόσιμο νερό @ drinking water οδηγώ @ drive οδηγός @ driver οδηγοί @ drivers μαθήματα οδήγησης @ driving instruction άδεια οδήγησης @ driving licence σύστημα οδήγησης @ driving mechanism διάρκεια οδήγησης @ driving period δρομάς @ dromedary σταγονίδιο @ droplet διακοπή της σχολικής φοίτησης @ dropout ξηρασία @ drought ναρκωτικό @ drug τοξικομανής @ drug addict τοξικομανία @ drug addiction επιτήρηση των φαρμάκων @ drug surveillance εμπορία ναρκωτικών @ drug traffic φαρμακευτική ονοματολογία @ drugs classification μεθυσμένος @ drunk μέθυσος @ drunk μέθυσος @ drunkard στεγνός @ dry ξηροκαλλιέργεια @ dry farming διπλή ιθαγένεια @ dual nationality αγαθό διπλής χρήσης @ dual-use good τεχνολογία διπλής χρήσης @ dual-use technology Ντουμπάι @ Dubayy αμφίβολος @ dubious Δουβλίνο @ Dublin Ντουμπρόβνικ @ Dubrovnik πάπια @ duck το κεφάλι σου στη γούρνα! @ duck παπί @ duckling Δούκας @ duke ντάμπινγκ @ dumping καταβύθιση αποβλήτων @ dumping of waste κοπριά @ dung μπουντρούμι @ dungeon αναπαραγωγή @ duplicating διαρκές αγαθό @ durable goods σκληρό σιτάρι @ durum wheat Ντουσαμπέ @ Dushanbe σκόνη @ dust ολλανδικά @ Dutch ολλανδικός @ Dutch Ολλανδός @ Dutch καθήκοντα του υπαλλήλου @ duties of civil servants καθήκον @ duty αφορολόγητη πώληση @ duty-free sale βαφή @ dye χρωστική ουσία @ dyestuff βιομηχανία χρωστικών ουσιών @ dyestuffs industry δυναμική @ dynamics δυσλεξία @ dyslexia δυσπρόσιο @ dysprosium π.χ. @ e.g. έκαστος @ each EADI @ EADI ΕΚΑΕ @ EAEC απόφαση ΕΚΑΕ @ EAEC Decision οδηγία ΕΚΑΕ @ EAEC Directive κοινή επιχείρηση ΕΚΑΕ @ EAEC Joint Undertaking γνώμη της ΕΚΑΕ @ EAEC opinion σύσταση ΕΚΑΕ @ EAEC recommendation κανονισμός ΕΚΑΕ @ EAEC Regulation Οργανισμός Εφοδιασμού ΕΚΑΕ @ EAEC Supply Agency συνθήκη ΕΚΑΕ @ EAEC Treaty EAES @ EAES ΕΓΤΠΕ @ EAGGF ΕΓΤΠΕ-τμήμα Εγγυήσεων @ EAGGF Guarantee Section ΕΓΤΠΕ-τμήμα Προσανατολισμού @ EAGGF Guidance Section αετός @ eagle μπούφος @ eagle owl αυτί @ ear ζευγαρίζω @ ear νωρίς @ early παιδιά βρεφικής και νηπιακής ηλικίας @ early childhood πρόωρες εκλογές @ early election πρώιμα οπωροκηπευτικά @ early fruit and vegetables πρόωρη συνταξιοδότηση @ early retirement Γη @ Earth γη @ earth γειώνω @ earth γείωση @ earth θάβω @ earth γεωλογικές επιστήμες @ earth sciences σεισμός @ earthquake ορυκτά και πετρώματα @ earths and stones γαιοσκώληκας @ earthworm κερί @ earwax δουλείες @ easement ανατολή @ east ανατολικός @ east Ανατολική Αφρική @ East Africa Ήστ Άνγκλια @ East Anglia Ανατολική Γερμανία @ East Germany Κεντροανατολική Σουηδία @ East Middle Sweden Ανατολικά Μίντλαντς @ East Midlands Οστ φορ Στόρμπαιλτ @ east of the Great Belt Ανατολικό Τιμόρ @ East Timor Πάσχα @ Easter χώρες Ανατολικού Συνασπισμού @ Eastern Bloc countries Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη @ Eastern Europe Ανατολική Ευρώπη @ Eastern Europe Ανατολική Φινλανδία @ Eastern Finland Ανατολική Μακεδονία και Θράκη @ Eastern Macedonia and Thrace Ανατολική Μαλαισία @ Eastern Malaysia πολιτική των συνασπισμών @ East-West policy σχέσεις Ανατολής-Δύσης @ East-West relations εμπορικές συναλλαγές Ανατολής-Δύσης @ East-West trade με το μαλακό @ easy does it τρώγω @ eat γευματίζω @ eat διατροφικές συνήθειες @ eating habits ΕΤΑΑ @ EBRD UER @ EBU συνθήκη προσχωρήσεως ΕΚ @ EC Accession Treaty αγωγή αποζημίωσης ΕΚ @ EC action to establish liability δαπάνη λειτουργίας ΕΚ @ EC administrative expenditure συμβουλευτική επιτροπή ΕΚ @ EC advisory committee συμφωνία ΕΚ @ EC agreement γεωργικές επιτροπές ΕΚ @ EC agriculture committee συμφωνία συνδέσεως ΕΚ @ EC association agreement συμβούλιο σύνδεσης ΕΚ @ EC Association Council δημοσιονομική πειθαρχία ΕΚ @ EC budgetary discipline αποθεματικό του προϋπολογισμού ΕΚ @ EC budgetary reserve νομολογία ΕΚ @ EC case-law προσωπικό ΕΚ κατηγορίας Α @ EC category A staff προσωπικό ΕΚ κατηγορίας Β @ EC category B staff προσωπικό ΕΚ κατηγορίας Γ @ EC category C staff προσωπικό ΕΚ κατηγορίας Δ @ EC category D staff Επιτροπή ΕΚ @ EC Commission επιτροπές των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων @ EC committee διαγωνισμοί ΕΚ @ EC competition σήμανση πιστότητας ΕΚ @ EC conformity marking συμφωνία συνεργασίας ΕΚ @ EC cooperation agreement Ελεγκτικό Συνέδριο ΕΚ @ EC Court of Auditors Πρωτοδικείο ΕΚ @ EC Court of First Instance Δικαστήριο ΕΚ @ EC Court of Justice τελωνειακό έδαφος της ΕΚ @ EC customs territory απόφαση ΕΚ @ EC Decision οδηγία ΕΚ @ EC Directive εξωτερική αρμοδιότητα ΕΚ @ EC external competence Ταμεία ΕΚ @ EC fund γενικός προϋπολογισμός ΕΚ @ EC general budget διαδικασία παράβασης ΕΚ @ EC infringement procedure θεσμική ισορροπία ΕΚ @ EC Institutional balance διακυβερνητική διάσκεψη ΕΚ @ EC Intergovernmental Conference διακυβερνητική σύμβαση ΕΚ @ EC Intergovernmental Convention διακυβερνητική συνεργασία ΕΕ @ EC intergovernmental cooperation προσωρινή συμφωνία ΕΚ @ EC interim agreement διοργανική συνεργασία ΕΚ @ EC interinstitutional cooperation διοργανικές σχέσεις ΕΚ @ EC interinstitutional relations μεικτό όργανο ΕΚ @ EC joint body μεικτή επιτροπή ΕΚ @ EC joint committee γλωσσικός κλάδος ΕΚ @ EC language service επιτροπή διαχείρισης ΕΚ @ EC management committee μεσογειακή περιφέρεια ΕΚ @ EC Mediterranean region Νομισματική Επιτροπή ΕΚ @ EC Monetary Committee Διαμεσολαβητής ΕΚ @ EC Ombudsman επιχειρησιακή δαπάνη ΕΚ @ EC operational expenditure γνώμη ΕΚ @ EC opinion πρόταση ΕΚ @ EC proposal πρωτόκολλο ΕΚ @ EC Protocol σύσταση ΕΚ @ EC recommendation κανονισμός ΕΚ @ EC Regulation επιτροπή κανονιστικών ρυθμίσεων ΕΚ @ EC regulatory committee δαπάνη έρευνας ΕΚ @ EC research expenditure επιστημονική επιτροπή ΕΚ @ EC scientific committee υπάλληλοι ΕΚ @ EC servants κατάσταση ΕΚ @ EC situation μόνιμη επιτροπή ΕΚ @ EC standing committee τεχνική επιτροπή Ε @ EC technical committee εμπορική συμφωνία ΕΚ @ EC trade agreement μεταβατική περίοδος ΕΚ @ EC transitional period συνθήκη ΕΚ @ EC Treaty CEAC @ ECAC ΟΚΚΚΑ @ ECCAS σύνοδος @ ecclesiastical council εκκλησιολογία @ ecclesiology έχιδνα @ echidna ECHO @ ECHO ηχώ @ echo εκλείψη @ eclipse CEMT @ ECMT οικο- @ eco- Ecofin @ Ecofin οικολογικό σήμα @ eco-label οικολογική ισορροπία @ ecological balance οικολογική θεωρία @ ecologism οικολογία @ ecology οικολογικό κίνημα @ ecology movement οικολογικό κόμμα @ Ecology Party οικονομετρία @ econometrics γεωργικοί λογαριασμοί @ economic accounts for agriculture οικονομική δραστηριότητα @ economic activity οικονομικά μεγέθη @ economic aggregate οικονομική συμφωνία @ economic agreement οικονομική βοήθεια @ economic aid οικονομική ανάλυση @ economic analysis Οικονομική και Νομισματική Ένωση @ Economic and Monetary Union οικονομική και κοινωνική συνοχή @ economic and social cohesion οικονομική συγκέντρωση @ economic concentration οικονομικές συνθήκες @ economic conditions οικονομικές συνέπειες @ economic consequence συγκυριακό απόθεμα @ economic contingency stock οικονομική σύγκλιση @ economic convergence οικονομική μετατροπή @ economic conversion οικονομική συνεργασία @ economic cooperation οικονομικός κύκλος @ economic cycle οικονομική ανάπτυξη @ economic development οικονομικές διακρίσεις @ economic discrimination οικονομικές ανισότητες @ economic disparity οικονομικές διακυμάνσεις @ economic fluctuation οικονομική πρόβλεψη @ economic forecasting οικονομική γεωγραφία @ economic geography οικονομική μεγέθυνση @ economic growth οικονομική ανεξαρτησία @ economic independence οικονομικός δείκτης @ economic indicator οικονομική υποδομή @ economic infrastructure οικονομικό μέσο για το περιβάλλον @ economic instrument for the environment οικονομική ολοκλήρωση @ economic integration οικονομική ενημέρωση @ economic intelligence οικονομική αλληλεξάρτηση @ economic interdependence όμιλος οικονομικού σκοπού @ Economic Interest Grouping οικονομικός φιλελευθερισμός @ economic liberalism οικονομικό υπόδειγμα @ economic model οικονομικό έγκλημα @ economic offence οικονομικός προγραμματισμός @ economic planning οικονομική πολιτική @ economic policy οικονομική προτεραιότητα @ economic priority οικονομική ύφεση @ economic recession οικονομική ανασυγκρότηση @ economic reconstruction οικονομική ανάκαμψη @ economic recovery οικονομική μεταρρύθμιση @ economic reform οικονομική περιφέρεια @ economic region οικονομικές σχέσεις @ economic relations οικονομικοί πόροι @ economic resources οικονομικά δικαιώματα @ economic rights οικονομικές κυρώσεις @ economic sanctions οικονομικός τομέας @ economic sector οικονομική κατάσταση @ economic situation οικονομική σταθεροποίηση @ economic stabilisation οικονομική στασιμότητα @ economic stagnation οικονομική στατιστική @ economic statistics δομή της οικονομίας @ economic structure οικονομική υποστήριξη @ economic support οικονομική έρευνα @ economic survey οικονομικό σύστημα @ economic system οικονομική απογείωση @ economic take-off οικονομική μετάβαση @ economic transition οικονομική ένωση @ economic union οικονομική αξία @ economic value οικονομική επιστήμη @ economics οικονομικά @ economics οικονομία κλίμακας @ economies of scale οικονομία @ economy Ecosoc @ Ecosoc οικοσύστημα @ ecosystem CEDEAO @ ECOWAS ECU @ Ecu Ισημερινός @ Ecuador ΕΚΑΧ @ ECSC ενισχύσεις ΕΚΑΧ @ ECSC aid γενική απόφαση ΕΚΑΧ @ ECSC general Decision ατομική απόφαση ΕΚΑΧ @ ECSC individual Decision εισφορά ΕΚΑΧ @ ECSC levy δάνειο ΕΚΑΧ @ ECSC loan επιχειρησιακός προϋπολογισμός ΕΚΑΧ @ ECSC operating budget γνώμη της ΕΚΑΧ @ ECSC opinion σύσταση ΕΚΑΧ @ ECSC recommendation συνθήκη ΕΚΑΧ @ ECSC Treaty ΕΤΑ @ EDF άκρη @ edge ακμή @ edge κόψη @ edge Εδιμβούργο @ Edinburgh έκδοση @ edition ΗΔΔ @ EDM παιδεία @ education εκπαίδευση @ education προϋπολογισμός της εκπαίδευσης @ education budget κόστος της εκπαίδευσης @ education costs επίδομα σπουδών @ education grant εκπαίδευση για αλλοδαπούς @ education of foreigners εκπαίδευση υπό επιτήρηση @ education of young offenders εκπαιδευτική πολιτική @ education policy στατιστικές εκπαίδευσης @ education statistics διοίκηση εκπαιδευτικών ιδρυμάτων @ educational administration εκπαιδευτικές ανταλλαγές @ educational exchange σχολικός προσανατολισμός @ educational guidance εκπαιδευτικό ίδρυμα @ educational institution προγραμματισμός της εκπαίδευσης @ educational planning εκπαιδευτική μεταρρύθμιση @ educational reform εκπαιδευτικό σύστημα @ educational system Εδουάρδος @ Edward Συμβούλιο του ΕΟΧ @ EEA Council κοινή επιτροπή ΕΟΧ @ EEA Joint Committee κοινή συμβουλευτική επιτροπή ΕΟΧ @ EEA Joint Consultative Committee κοινό όργανο ΕΟΧ @ EEA joint institution κοινή κοινοβουλευτική επιτροπή ΕΟΧ @ EEA joint parliamentary committee ΒΕΕ @ EEB συνθήκη ΕΟΚ @ EEC Treaty UEDE @ EECU EFICS @ EFICS ΕΖΕΣ @ EFTA χώρες της ΕΖΕΣ @ EFTA countries Δικαστήριο ΕΖΕΣ @ EFTA Court αυγό @ egg ωάριο @ egg ωοπροϊόντα @ egg product κρόκος @ egg yolk εγώ @ ego Αίγυπτος @ Egypt Αιγύπτιος @ Egyptian αιγυπτιακός @ Egyptian αιγυπτιολογία @ Egyptology ΕΤΕπ @ EIB δάνειο ΕΤΕ @ EIB loan οχτώ @ eight δεκαοκτώ @ eighteen ογδόντα @ eighty ογδόντα οκτώ @ eighty-eight ογδόντα πέντε @ eighty-five ογδόντα τέσσαρες @ eighty-four ογδόντα εννέα @ eighty-nine ογδόντα έν @ eighty-one ογδόντα επτά @ eighty-seven ογδόντα έξ @ eighty-six ογδόντα τρείς @ eighty-three ογδόντα δύο @ eighty-two αϊνστάνιο @ einsteinium εκσπερματίζω @ ejaculate εκσπερμάτιση @ ejaculation Ελ Σαλβαδόρ @ El Salvador αγκώνας @ elbow ηλικιωμένος @ elderly person ΕΣΟΣ @ ELEC εκλογές @ election εκλογή @ election προεκλογική εκστρατεία @ election campaign προεκλογική προπαγάνδα @ election campaign publicity εκλογικές δαπάνες @ election expenses εκλογική χρηματοδότηση @ election financing έλεγχος εκλογών @ election monitoring εκλογικό πρόγραμμα @ election programme εκλογικό αποτέλεσμα @ election result αιρετό αξίωμα @ elective office εκλογικός συνασπισμός @ electoral alliance καταβολή εγγύησης υποψηφιότητας @ electoral deposit εκλογική νοθεία @ electoral fraud εκλογικό δίκαιο @ electoral law εκλογικό μέτρο @ electoral quota τροποποίηση του εκλογικού νόμου @ electoral reform εκλογικός κατάλογος @ electoral register εκλογική διαδικασία @ electoral system εκλογικό σώμα @ electorate ηλεκτρικός @ electric ηλεκτρικό καλώδιο @ electric cable ηλεκτρικό ρεύμα @ electric current ηλεκτρική μηχανή @ electric machinery ηλεκτροκίνητο όχημα @ electric vehicle ηλεκτρική ενέργεια @ electrical energy βιομηχανία ηλεκτρικών ειδών @ electrical engineering ηλεκτρολογικό υλικό @ electrical equipment ηλεκτροπαραγωγή @ electrical industry ηλεκτρικές διεργασίες @ electrical process ηλεκτρισμός @ electricity ηλεκτρικός συσσωρευτής @ electricity storage device ηλεκτροφωτισμός @ electricity supply ηλεκτροχημεία @ electrochemistry ηλεκτρόλυση @ electrolysis ηλεκτρομαγνήτης @ electromagnet ηλεκτρομαγνητικό υλικό @ electro-magnetic equipment ηλεκτρομαγνητική όχληση @ electromagnetic interference ηλεκτρομαγνητισμός @ electromagnetism ηλεκτρομεταλλουργία @ electrometallurgy ηλεκτρόνιο @ electron ηλεκτρονική τραπεζική συναλλαγή @ electronic banking ηλεκτρονικό εμπόριο @ electronic commerce ηλεκτρονικό εξάρτημα @ electronic component ηλεκτρονική συσκευή @ electronic device ηλεκτρονικό έγγραφο @ electronic document ηλεκτρονικός εξοπλισμός @ electronic equipment ηλεκτρονικό χρήμα @ electronic funds transfer ηλεκτρονική διοίκηση @ electronic government ηλεκτρονικό ταχυδρομείο @ electronic mail ηλεκτρονική έκδοση @ electronic publishing ηλεκτρονική υπογραφή @ electronic signature ψηφοφορία με ηλεκτρονικό σύστημα @ electronic voting ηλεκτροτεχνικά απόβλητα @ electronic waste ηλεκτρονική @ electronics βιομηχανία ηλεκτρονικών @ electronics industry ηλεκτροτεχνία @ electrotechnology κομψότητα @ elegance κομψός @ elegant ελεγεία @ elegy ελέφαντας @ elephant ανελκυστήρας @ elevator έντεκα @ eleven ξωτικά @ elf κριτήριο επιλεξιμότητας @ eligibility criteria επιλέξιμη περιφέρεια @ eligible region παροχή στοιχειώδους παιδείας @ elimination of illiteracy Ελισάβετ @ Elizabeth άλκη @ elk αποσιωπητικά @ ellipsis λεύκα @ elm αλλού @ elsewhere ηλεκτρονικό ταχυδρομείο @ e-mail χειραφεσία @ emancipation πρεσβεία @ embassy κατάχρηση @ embezzlement έμβρυο @ embryo έμβρυο @ embryo and foetus FECOM @ EMCF σμαράγδι @ emerald επείγουσα βοήθεια @ emergency aid επείγουσα ιατρική @ emergency medical treatment αποδημία @ emigration Αιμιλία-Ρωμανία @ Emilia-Romagna συναίσθημα @ emotion αυτοκρατορία @ empire υπάλληλος @ employee εργοδότης @ employer εργοδοτική συνομοσπονδία @ employers' confederation οργάνωση εργοδοτών @ employers' organisation ενισχύσεις για την απασχόληση @ employment aid επιτροπή απασχόλησης ΕΚ @ Employment Committee πολιτική απασχόλησης @ employment policy υπηρεσία απασχόλησης @ employment service στατιστικές απασχόλησης @ employment statistics διάρθρωση της απασχόλησης @ employment structure αυτοκράτειρα @ empress συναλλαγματικός μηχανισμός ΕΝΣ @ EMS exchange-rate mechanism δρομαίος @ emu σμάλτο @ enamel εγκεφαλοπάθεια @ encephalopathy εγκυκλοπαίδεια @ encyclopaedia εγκυκλοπαίδεια @ encyclopedia τέλος @ end : τελειώνω @ end τελειώνω @ end ενδημική νόσος @ endemic disease αντίδι @ endive ενδοκρινική ασθένεια @ endocrine disease ενδογαμία @ endogamy ενδοσυμβιοτική θεωρία @ endosymbiotic theory ΑΕΕΝ @ ENEA εχθρός @ enemy ενεργειακό ισοζύγιο @ energy audit κατανάλωση ενέργειας @ energy consumption μετατροπές ενέργειας @ energy conversion ενεργειακή κρίση @ energy crisis ενεργειακή καλλιέργεια @ energy crop ζήτηση ενέργειας @ energy demand διανομή ενέργειας @ energy distribution ενεργειακή διαφοροποίηση @ energy diversification ενεργειακή απόδοση @ energy efficiency ενεργειακό δίκτυο @ energy grid ενεργειακός τομέας @ energy industry δίκαιο της ενέργειας @ energy law ενεργειακή πολιτική @ energy policy παραγωγή ενέργειας @ energy production ανάκτηση ενεργείας @ energy recovery ενεργειακή έρευνα @ energy research ενεργειακοί πόροι @ energy resources εξοικονόμηση ενεργείας @ energy saving γεωγραφικός εντοπισμός ενεργειακών πηγών @ energy site αποθήκευση ενέργειας @ energy storage ενεργειακός ανεφοδιασμός @ energy supply ενεργειακή τεχνολογία @ energy technology μεταφορά ενέργειας @ energy transport χρήση ενέργειας @ energy use ενεργειακό προϊόν @ energy-generating product αναγκαστική μετανάστευση @ enforced migration εκτέλεση της απόφασης @ enforcement of ruling κινητήρας @ engine ατμομηχανή @ engine μηχανικός @ engineer Αγγλία @ England greek @ english αγγλικά @ English Αγγλικά @ English Άγγλος @ English Μάγχη @ English Channel Άγγλος @ Englishman αγγλόφωνη Αφρική @ English-speaking Africa Αγγλίδα @ Englishwoman ενισχυμένη νέα έκδοση @ enhanced remake αίνιγμα @ enigma αινιγματικός @ enigmatic EΟΑΔΠ @ ENISA άσκηση των δικαιωμάτων @ enjoyment of rights διεύρυνση διεθνούς οργανισμού @ enlargement of an international organisation διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης @ enlargement of the Union εξαγριώνω @ enrage μπαίνω @ enter εγγράφω @ enter ενθουσιασμός @ enthusiasm επιχειρηματίας @ entrepreneur επιχειρηματικό πνεύμα @ entrepreneurship φάκελος @ envelope περιβάλλον @ environment περιβαλλοντική συνεργασία @ environmental cooperation περιβαλλοντική οικονομία @ environmental economics περιβαλλοντική εκπαίδευση @ environmental education επίπτωση στο περιβάλλον @ environmental impact δίκαιο του περιβάλλοντος @ environmental law ευθύνη για περιβαλλοντικές ζημίες @ environmental liability επίβλεψη του περιβάλλοντος @ environmental monitoring περιβαλλοντικό έγκλημα @ environmental offence περιβαλλοντική πολιτική @ environmental policy προστασία του περιβάλλοντος @ environmental protection έρευνα για το περιβάλλον @ environmental research περιβαλλοντικό πρότυπο @ environmental standard στατιστικές περιβάλλοντος @ environmental statistics περιβαλλοντικό τέλος @ environmental tax φθόνος @ envy ένζυμο @ enzyme σύμφωνη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου @ EP assent επιτροπή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου @ EP Committee αντιπροσωπεία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου @ EP delegation γνωμοδότηση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου @ EP opinion ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου @ EP resolution επίκεντρο @ epicentre επιδημία @ epidemic επιδημικός @ epidemic επιδημιολογία @ epidemiology επιδιδυμίδα @ epididymis επιληψία @ epilepsy Ήπειρος @ Epirus ΟΕΒ @ EPO EPSO @ EPSO ισότητα αποδοχών @ equal pay ίση μεταχείριση @ equal treatment ισότητα έναντι του νόμου @ equality before the law ισότητα των φύλων @ equality between men and women εξίσωση @ equation ισημερινός @ equator Ισημερινή Γουινέα @ Equatorial Guinea ισημερινή ζώνη @ equatorial zone ιππίδες @ equidae ισορροπία @ equilibrium διανοητική or ψυχική αταραξία @ equilibrium ισημερία @ equinox κεφαλαιουχικό κόστος @ equipment cost ισοτιμία τίτλων σπουδών @ equivalence of diplomas γόμα @ eraser έρβιο @ erbium ΕΤΠΑ @ ERDF στύση @ erection εργονομία @ ergonomics Ερυθραία @ Eritrea ερμίνα @ ermine ερωτογενή ζώνη @ erogenous zone Έρως @ Eros διάβρωση εδάφους @ erosion ερωτικός @ erotic Err:508 @ Err:508 περιπλανώμενος @ errant πολυμάθεια @ erudition ESA @ ESA Ησαύ @ Esau γνώμη της ΟΚΕ @ ESC opinion ΕΣΚΤ @ ESCB αποφεύγω @ eschew ΕΚΤ @ ESF εσωτερικός @ esoteric απόκρυφος @ esoteric εσωτερισμός @ esoterism Εσπεράντο @ Esperanto κατασκοπία @ espionage κατασκοπεία @ espionage ESRO @ ESRO δοκίμιο @ essay αιθέριο έλαιο @ essential oil κεκτημένο δικαίωμα @ established right κατάστημα @ establishment ίδρυση @ establishment εγκαθίδρυση της ειρήνης @ establishment of peace υπολογισμός @ estimate εκτιμώ @ estimate Εσθονία @ Estonia εσθονικά @ Estonian εσθονικός @ Estonian Εσθονός @ Estonian εκβολή ποταμού @ estuary κτλ @ etc. και τα λοιπά @ etcetera αιωνιότης @ eternity αιθάνιο @ ethane αιθανόλη @ ethanol αιθέρας @ ether ηθική δεοντολογία @ ethics Αιθιοπία @ Ethiopia εθνική εκκαθάριση @ ethnic cleansing διένεξη μεταξύ εθνοτήτων @ ethnic conflict διακρίσεις εθνότητας @ ethnic discrimination εθνότητα @ ethnic group εθνογραφία @ ethnography εθνολογία @ ethnology ΕTSI @ ETSI CES @ ETUC ISE @ ETUI ετυμολογία @ etymology συνθήκη προσχώρησης ΕΕ @ EU Accession Treaty Οργανισμός ή υπηρεσία ΕΕ @ EU body or agency χάρτης των θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης @ EU Charter of Fundamental Rights όργανο συνεργασίας ΕΕ @ EU cooperation body επιτροπή του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης @ EU Council committee προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης @ EU Council Presidency θεσμικό κοινοτικό όργανο @ EU institution δικαστική συνεργασία ΕΕ @ EU judicial cooperation κράτος μέλος ΕΕ @ EU Member State Επίσημη Εφημερίδα των ΕΕ @ EU Official Journal αστυνομική συνεργασία ΕΕ @ EU police cooperation σχέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης @ EU relations ευκάλυπτος @ eucalyptus ευκλείδεια γεωμετρία @ Euclidean geometry Ευγένιος @ Eugene ευγονική @ eugenics ευφημισμός @ euphemism ευφορία @ euphoria Ευφράτης @ Euphrates Ευρασία @ Eurasia δάνειο Ευρατόμ @ Euratom loan Eureka @ Eureka εύρηκα @ eureka EURES @ EURES EURIBOR @ Euribor Ευριπίδης @ Euripides ευρώ @ euro ζώνη ευρώ @ euro area ευρωαραβική συνεργασία @ Euro-Arab cooperation ευρωπαϊκό ομολογιακό δάνειο @ Eurobond ευρωκομμουνισμός @ Eurocommunism Eurocontrol @ Eurocontrol ευρωπίστωση @ Eurocredit ευρωνόμισμα @ Eurocurrency ευρωδολάριο @ Eurodollar ευρωομάδα @ Eurogroup Eurojust @ Eurojust ευρωπαϊκή χρηματαγορά @ Euromarket ευρωμεσογειακή εταιρική σχέση @ Euro-Mediterranean partnership ευρωπαϊκοί πύραυλοι @ Euro-missile Ευρώπη @ Europe ευρωπαϊκός @ European Ευρωπαίος @ European Ευρωπαϊκό Λογιστικό Σύστημα @ European accounting system Ευρωπαϊκή Υπηρεσία για την Ανασυγκρότηση @ European Agency for Reconstruction Ευρωπαϊκός Οργανισμός για την Ασφάλεια και την Υγεία στην Εργασία @ European Agency for Safety and Health at Work ευρωπαϊκό γεωργικό πρότυπο @ European agricultural model ευρωπαϊκή πολιτική εξοπλισμών @ European arms policy ευρωπαϊκό στρατιωτικό σώμα @ European army corps ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης @ European arrest warrant ευρωπαϊκή ένωση (σωματείο) @ European association ευρωπαϊκή συμφωνία σύνδεσης @ European Association Agreement Ευρωπαϊκή Ένωση Συνεργασίας @ European Association for Cooperation ευρωπαϊκός οπτικοακουστικός χώρος @ European audiovisual area Ευρωπαϊκός Οργανισμός Ασφάλειας της Αεροπορίας @ European Aviation Safety Agency βόνασος Ευρωπαϊκώς @ European bison Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα @ European Central Bank Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νόσων @ European Centre for Disease Prevention and Control ευρωπαϊκός Χάρτης @ European charter Ευρωπαϊκός Οργανισμός Χημικών Ουσιών @ European Chemicals Agency ευρωπαϊκή ιθαγένεια @ European citizenship δημόσια διοίκηση της Κοινότητας @ European civil service μέλος της Επιτροπής @ European Commissioner Ευρωπαϊκές Κοινότητες @ European Communities Ευρωπαϊκή Κοινότητα @ European Community ευρωπαϊκή εταιρεία @ European company ευρωπαϊκή διάσκεψη @ European conference ευρωπαϊκό σύνταγμα @ European Constitution ευρωπαϊκό κέντρο πληροφόρησης των καταναλωτών @ European consumer information agency ευρωπαϊκή σύμβαση @ European convention ευρωπαϊκή σύμβαση των δικαιωμάτων του ανθρώπου @ European Convention on Human Rights ευρωπαϊκή συνεργασία @ European cooperation ευρωπαϊκός συνεταιρισμός @ European cooperative Ευρωπαϊκό Συμβούλιο @ European Council Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου @ European Court of Human Rights ευρωπαϊκή πολιτιστική εκδήλωση @ European cultural event ευρωπαϊκό νόμισμα @ European currency Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδοµένων @ European data protection supervisor Eυρωπαϊκός Οργανισμός Άμυνας @ European Defence Agency ευρωπαϊκή αμυντική πολιτική @ European defence policy ευρωπαϊκή άδεια οδήγησης @ European driving licence Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή @ European Economic and Social Committee Ευρωπαϊκός Οικονομικός Χώρος @ European Economic Area ευρωπαϊκός όμιλος οικονομικού σκοπού @ European Economic Interest Grouping ευρωπαϊκές εκλογές @ European election ευρωπαϊκό εκλογικό σύστημα @ European electoral system ευρωπαϊκή στρατηγική για την απασχόληση @ European Employment Strategy Ευρωπαϊκός Χάρτης Ενέργειας @ European Energy Charter Ευρωπαϊκός Οργανισμός Περιβάλλοντος @ European Environment Agency Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων @ European Food Safety Authority ευρωπαϊκή δασική πολιτική @ European forestry policy Ευρωπαϊκό Ίδρυμα για τη Βελτίωση των Συνθηκών Διαβίωσης και Εργασίας @ European Foundation for the Improvement of Living and Working Conditions ευρωπαϊκή αναπτυξιακή πρωτοβουλία @ European growth initiative ευρωπαϊκή ταυτότητα @ European identity ευρωπαϊκός βιομηχανικός χώρος @ European industrial area Ευρωπαϊκό Ίδρυμα Δημόσιας Διοίκησης @ European Institute of Public Administration ευρωπαϊκή ολοκλήρωση @ European integration Ευρωπαϊκό Ταμείο Επενδύσεων @ European Investment Fund ευρωπαϊκή γλώσσα @ European language ευρωπαϊκός δικαστικός χώρος @ European legal area ευρωπαϊκό νομικό καθεστώς @ European legal status Ευρωπαϊκός Οργανισμός για την Ασφάλεια στη Θάλασσα @ European Maritime Safety Agency Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων @ European Medicines Agency ευρωπαϊκή νομισματική συμφωνία @ European Monetary Agreement Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο @ European Monetary Fund Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ίδρυμα @ European Monetary Institute Ευρωπαϊκό Νομισματικό Σύστημα @ European Monetary System Ευρωπαϊκό Κέντρο Παρακολούθησης Ναρκωτικών και Τοξικομανίας @ European Monitoring Centre for Drugs and Drug Addiction Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο Φαινομένων Ρατσισμού και Ξενοφοβίας @ European Monitoring Centre on Racism and Xenophobia ευρωπαϊκό κίνημα @ European Movement ευρωπαϊκή πολτική γειτονίας @ European neighbourhood policy μόνιμος κοινοτικός υπάλληλος @ European official ευρωπαϊκός οργανισμός @ European organisation Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο @ European Parliament ευρωπαϊκό κόμμα @ European party ευρωπαϊκό διαβατήριο @ European passport ευρωπαϊκό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας @ European patent ευρωπαϊκή ένωση πληρωμών @ European Payments Union Ευρωπαϊκή Αστυνομική Ακαδημία @ European Police College ευρωπαϊκή πολιτική συνεργασία @ European political cooperation ευρωπαϊκή πολιτική ένωση @ European Political Union Ευρωπαϊκός Οργανισμός Παραγωγικότητας @ European Productivity Agency Ευρωπαϊκός Οργανισμός Σιδηροδρόμων @ European Railway Agency ευρωπαϊκή περιφέρεια @ European Region Ευρωπαϊκά Σχολεία @ European school ευρωπαϊκή ασφάλεια @ European security ευρωπαϊκός κοινωνικός χώρος @ European social area ευρωπαϊκός κοινωνικός προϋπολογισμός @ European social budget ευρωπαϊκός κοινωνικός χάρτης @ European Social Charter ευρωπαϊκή κοινωνική πολιτική @ European social policy ευρωπαϊκό πρότυπο @ European standard Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Τυποποίησης @ European Standards Institute ευρωπαϊκά σύμβολα @ European symbol ευρωπαϊκή φορολογική συνεργασία @ European tax cooperation ευρωπαϊκή τηλεόραση @ European television ευρωπαϊκό σήμα @ European trademark Ευρωπαϊκό Ίδρυμα Επαγγελματικής Εκπαίδευσης @ European Training Foundation ευρωπαϊκή επιχείρηση @ European undertaking Ευρωπαϊκή Ένωση @ European Union Ινστιτούτο Μελετών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για θέµατα ασφάλειας @ European Union Institute for Security Studies ιδιότητα μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης @ European Union membership Δορυφορικό Κέντρο της ΕΕ  @ European Union Satellite Centre Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Φλωρεντίας @ European University Institute of Florence ευρωπαϊκή επιτροπή επιχείρησης @ European Works Council ευρώπιο @ europium Europol @ Europol Ευρωπαϊκή Δεξιά @ Euroright Διαγωνισμός Τραγουδιού Eurovision @ Eurovision Song Contest Eurydice @ Eurydice EUTELSAT @ Eutelsat ευθανασία @ euthanasia ευτροφισμός @ eutrophication εκκενώσει @ evacuate εκκένωση @ evacuation εκκένωση πληθυσμού @ evacuation of the population μέθοδος αξιολόγησης @ evaluation method αξιολόγηση των πλουτοπαραγωγικών πόρων @ evaluation of resources Εύα @ Eve εσπέρα @ evening γεγονός @ event ορίζοντας γεγονότων @ event horizon ποτέ @ ever κάθε @ every κάθε ένας @ everyone όλα @ everything όπου @ everywhere μαρτυρία @ evidence απόδειξη @ evidence πειστήριο @ evidence κακός @ evil βασκανία @ evil eye προβατίνα @ ewe υπερβάλλω @ exaggerate εξετάσεις @ examination παράδειγμα @ example έξοχος @ excellent υπερβολικός @ excessive έλεγχος συναλλάγματος @ exchange control ανταλλαγή δημοσιεύσεων @ exchange of publications συναλλαγματική ισοτιμία @ exchange parity συναλλαγματική πολιτική @ exchange policy τιμή συναλλάγματος @ exchange rate συναλλαγματικοί περιορισμοί @ exchange restriction πράξεις συναλλάγματος @ exchange transaction μηχανισμός νομισματικής παρέμβασης @ exchange-rate mechanism ειδικοί φόροι κατανάλωσης @ excise duty θαυμαστικό @ exclamation mark αποκλεισμός από διεθνή οργανισμό @ exclusion from an international organisation αποκλεισμός από προτιμησιακή μεταχείριση ΕΚ @ exclusion from EC treatment απαγόρευση ασκήσεως επαγγέλματος @ exclusion from public-sector employment αποκλειστική διανομή @ exclusive distribution agreement αποκλειστική οικονομική ζώνη @ exclusive economic zone αποκλειστική αγορά @ exclusive purchasing agreement αποκλειστικό δικαίωμα @ exclusive right αφορισμός @ excommunication εκκρίνει @ excrete εκτέλεση @ execution εκτελεστής @ executioner στέλεχος @ executive όργανα εκτελεστικής εξουσίας @ executive body αρμοδιότητες της εκτελεστικής εξουσίας @ executive competence εκτελεστική εξουσία @ executive power τελωνειακή ατέλεια @ exemption from customs duties εξαίρεση από έγκριση σύμπραξης @ exemption from restrictive-practice authorisation εξάντληση των πλουτοπαραγωγικών πόρων @ exhaustion of resources υπάρχω @ exist ύπαρξη @ existence έξοδος @ exit βγαίνω @ exit φεύγω @ exit Έξοδος @ Exodus εξορκισμός @ exorcism εξωσκελετός @ exoskeleton εξωτικός @ exotic κάρτα επέκτασης @ expansion card απόδημος @ expatriate εξόριστος @ expatriate εκπατριζόμενος εργαζόμενος @ expatriate worker δαπάνη @ expenditure ακριβός @ expensive εμπειρία @ experience πειράματα σε ζώα @ experiment on animals πειράματα στον άνθρωπο @ experiment on humans πειραματικός σταθμός @ experimental farm ειδικός @ expert δικαστική πραγματογνωμοσύνη @ expert's report ordered by a court νεκρός @ expired εξηγήσει @ explain δήλωση ψήφου @ explanation of voting εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πόρων @ exploitation of resources εκμετάλλευση του θαλάσσιου πυθμένα @ exploitation of the sea-bed εκμετάλλευση της θάλασσας @ exploitation of the seas έκρηξη @ explosion εκρηκτικές ύλες @ explosive εξαγωγές @ export εξάγω @ export ενίσχυση των εξαγωγών @ export aid εξαγωγικές πιστώσεις @ export credit ασφάλιση εξαγωγών @ export credit insurance τελωνειακό καθεστώς εξαγωγής @ export customs procedure χρηματοδότηση των εξαγωγών @ export financing εξαγωγική βιομηχανία @ export industry εισφορά κατά την εξαγωγή @ export levy άδεια εξαγωγής @ export licence έλεγχος των εξαγωγών @ export monitoring εξαγωγή κεφαλαίων @ export of capital εξαγωγή αποβλήτων @ export of waste πολιτική εξαγωγών @ export policy τιμή εξαγωγής @ export price επιστροφή κατά την εξαγωγή @ export refund περιορισμοί στις εξαγωγές @ export restriction έσοδα από εξαγωγές @ export revenue επιδότηση εξαγωγών @ export subsidy εξαγωγικός φόρος @ export tax έκθεση @ exposition έκφραση @ expression παράσταση @ expression οδός ταχείας κυκλοφορίας @ expressway αυτοκινητόδρομος @ expressway απαλλοτρίωση @ expropriation έξωση @ expulsion from housing παλαιός πολεμιστής @ ex-serviceman εκτενής @ extensive εκτατική γεωργία @ extensive farming έκταση @ extent εξωτερικό χρέος @ external debt εξωτερικά σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης @ external frontier of the European Union διάστημα @ extra-atmospheric space δαπάνη εκτός προϋπολογισμού @ extra-budgetary expenditure εξωκοινοτικές συναλλαγές @ extra-Community trade άντληση πετρελαίου @ extraction of oil έκδοση @ extradition δίκτυο extranet @ extranet έκτακτος προϋπολογισμός @ extraordinary budget εξωκοινοβουλευτικό κόμμα @ extra-parliamentary party εξωγήινος @ extraterrestrial εξωεδαφική αρμοδιότητα @ extraterritorial jurisdiction ετεροδικία @ extra-territoriality Εστρεμαδούρα @ Extremadura Άκρα Αριστερά @ extreme left Άκρα Δεξιά @ extreme right εξτρεμισμός @ extremism εξτρεμιστικό κόμμα @ extremist party οπή @ eye μάτι @ eye βολβός του ματιού @ eyeball βλεφαρίδα @ eyelash βλέφαρο @ eyelid αυτόπτης μάρτυρας @ eyewitness Ιεζεκιήλ @ Ezekiel ύφασμα @ fabric πρόσοψη @ façade βιτρίνα @ façade πρόσωπο @ face γκριμάτσα @ face εικόνα @ face μέσα διευκόλυνσης των ατόμων με ειδικές ανάγκες @ facilities for the disabled διερευνητική αποστολή @ fact-finding mission συντελεστής παραγωγής @ factor of production εργοστάσιο @ factory πραγματικός @ factual τηλεαντιγραφή @ facsimile περιττώματα @ faeces Νήσοι Φερόες @ Faeroes αποτυχία @ failure ανυποταξία @ failure to report for duty δίκαιος @ fair θεμιτό εμπόριο @ fair trade νεράιδα @ fairy πίστη @ faith , @ falcon Νήσοι Φόκλαντ @ Falkland Islands Νήσοι Φώκλαντ @ Falkland Islands πέφτω @ fall αγρανάπαυση @ fallow πλατώνι @ fallow deer φήμη @ fame οικογένεια @ family οικογενειακή παροχή @ family benefit οικογενειακή επιχείρηση @ family business οικογένεια εξ αγχιστείας @ family by marriage οικογενειακή γεωργική εκμετάλλευση @ family farming οικογενειακό δίκαιο @ family law οικογενειακή μετανάστευση @ family migration οικογενειακός προγραμματισμός @ family planning οικογενειακή πολιτική @ family policy προστασία της οικογένειας @ family protection οικογενειακή αλληλεγγύη @ family solidarity οικογενειακό εργατικό δυναμικό @ family worker λιμός @ famine βιομηχανία δερμάτινων ειδών @ fancy leather goods and glove-making industry FAO @ FAO μακριά @ far Άπω Ανατολή @ Far East επιβάτης @ fare αγρόκτημα @ farm δίκτυο λογιστικής πληροφόρησης @ farm accountancy data network ζώο αγροκτήματος @ farm animal πρόγραμμα γεωργικής ανάπτυξης @ farm development plan αγροτικό νοικοκυριό @ farm household πρόσοδος γεωργικής εκμετάλλευσης @ farm income σύμβαση αγρομίσθωσης @ farm lease εκσυγχρονισμός γεωργικής εκμετάλλευσης @ farm modernisation στήριξη των γεωργικών τιμών @ farm price support γεωργικές τιμές @ farm prices αγρομίσθωμα @ farm rent δελτίο γεωργικής εκμετάλλευσης @ farm return αγρότης @ farmer εισόδημα γεωργού @ farmers' income αγροτικό κίνημα @ farmers' movement γεωργικά έργα @ farming project γεωργικός τομέας @ farming sector σύστημα γεωργικής εκμετάλλευσης @ farming system Νήσοι Φερόες @ Faroe Islands πεταλωτής @ farrier περσικά @ Farsi πέρδω @ fart πορδή @ fart φασισμός @ Fascism φασισμός @ fascism νεωτερισμός @ fashion νηστεία @ fast νηστεύω @ fast γρήγορος @ fast γρήγορα @ fast στερεός @ fast ταχυφαγείο @ fast food χοντρός @ fat λίπος @ fat μοίρα @ fate πάτερ @ father πεθερός @ father-in-law λιπαρή ουσία @ fats πάχυνση @ fattening χάρη @ favor τηλεομοιοτυπία @ fax φοβάμαι @ fear φοβία @ fear μελέτη σκοπιμότητας @ feasibility study εφικτός @ feasible άθλος @ feat φτερό @ feather Φεβρουάριος @ February κόπρανα @ feces Ομοσπονδιακή Βουλή @ federal chamber ομοσπονδιακό κράτος @ federal State ομοσπονδιακό σύστημα @ federalism Ηνωμένες Πολιτείες της Μικρονησίας @ Federated States of Micronesia ομοσπονδία @ federation ομόσπονδο κράτος @ Federation State αμοιβή @ fee νιώθω @ feel πεολειξία @ fellatio θηλυκός @ female θήλυ @ female μετανάστις @ female migrant ανεργία των γυναικών @ female unemployment εργασία των γυναικών @ female work γυναικείο εργατικό δυναμικό @ female worker γυναικείος @ feminine θηλυκός @ feminine φεμινισμός @ feminism φράχτης @ fence γάλα που έχει υποστεί ζύμωση @ fermented milk φέρμιο @ fermium κουνάβι @ ferret κράματα σιδήρου @ ferro-alloy σιδηρούχα μέταλλα @ ferrous metal πορθμείο @ ferryboat λίπασμα @ fertiliser βιομηχανία λιπασμάτων @ fertiliser industry γονιμότητα @ fertility φεστιβάλ @ festival έμβρυο @ fetus πυρετός @ fever λίγοι (pl. of el @ few φιάσκο @ fiasco FID @ FID σώμα @ field έρευνα πεδίου @ field research μοχθηρός @ fiendish ΧΜΠΑ @ FIFG δεκαπέντε @ fifteen πέμπτος @ fifth πέμπτο @ fifth πενήντα @ fifty πενήντα οκτώ @ fifty-eight πενήντα πέντε @ fifty-five πενήντα τέσσαρες @ fifty-four πενήντα εννέα @ fifty-nine πενήντα έν @ fifty-one πενήντα επτά @ fifty-seven πενήντα έξ @ fifty-six πενήντα τρείς @ fifty-three πενήντα δύο @ fifty-two σύκο @ fig συκιά @ fig πολεμώ @ fight καταπολεμώ @ fight καταπολέμηση του εγκλήματος @ fight against crime καταπολέμηση των εντόμων @ fight against insects καταπολέμηση της ανεργίας @ fight against unemployment ορθολογική χρήση των πλουτοπαραγωγικών πόρων @ fight against wastage Φίτζι @ Fiji αρχείο @ file λίμα @ file γεμίζω @ fill ταινία @ film φιλμ @ film υμένιο @ film κινηματογραφώ @ film βιομηχανία του κινηματογράφου @ film industry κινηματογραφική παραγωγή @ film production τελική κατανάλωση @ final consumption χρηματοδοτώ @ finance δημοσιονομικός νόμος @ finance act βιομηχανική τράπεζα @ finance house γενική λογιστική @ financial accounting χρηματοπιστωτική συμφωνία @ financial agreement χρηματοπιστωτική βοήθεια @ financial aid δημοσιονομική ανάλυση @ financial analysis δημοσιονομική αυτονομία @ financial autonomy αντιπαροχή συμφωνίας @ financial compensation of an agreement δημοσιονομικός έλεγχος @ financial control χρηματοπιστωτική συνεργασία @ financial cooperation ανακατανομή των δημόσιων πόρων @ financial equalisation χρηματοπιστωτικός οργανισμός @ financial institution χρηματοδοτικό μέσον @ financial instrument οικονομικά συμφέροντα των μελών @ financial interests of members χρηματοδοτική παρέμβαση @ financial intervention χρηματοπιστωτικές ρυθμίσεις @ financial legislation χρηματοοικονομική ζημία @ financial loss χρηματοοικονομική διαχείριση @ financial management πιστωτική αγορά @ financial market χρηματιστηριακά επαγγέλματα @ financial occupation δημοσιονομικές προοπτικές @ financial perspectives χρηματοοικονομικός σχεδιασμός @ financial planning χρηματοπιστωτική πολιτική @ financial policy χρηματοδοτικό πρωτόκολλο @ financial protocol δημοσιονομικός κανονισμός @ financial regulation χρηματοληπτική ανάγκη @ financial requirements χρηματοοικονομική κατάσταση @ financial situation φερεγγυότητα @ financial solvency χρηματοπιστωτικές στατιστικές @ financial statistics χρηματοοικονομικές συναλλαγές @ financial transaction οικονομικό έτος @ financial year χρηματοδότηση @ financing ποσοστό παρέμβασης @ financing level τρόπος χρηματοδότησης @ financing method χρηματοδότηση της βοήθειας @ financing of aid χρηματοδότηση του κοινοτικού προϋπολογισμού @ financing of the Community budget σχέδιο χρηματοδότησης @ financing plan χρηματοδοτική πολιτική @ financing policy σπίνος @ finch πρόστιμο @ fine καλές τέχνες @ fine arts δάχτυλο @ finger τελειώνω @ finish τέλος @ finish Φινλανδία @ Finland Φινλανδός @ Finn φιλανδικά @ Finnish φινλανδικός @ Finnish έλατο @ fir πυρκαγιά @ fire φωτιά @ fire θερμάστρα @ fire καταπολέμηση των πυρκαγιών @ fire protection πυροβόλο όπλο @ firearm πυροβόλα όπλα και πυρομαχικά @ firearms and munitions πυροσβέστης @ firefighter πυγολαμπίδα @ firefly πυροσβέστης @ fireman εστία @ fireplace πυροτέχνημα @ firework εμπορική εταιρεία @ firm governed by commercial law πρώτος @ first πρώτες βοήθειες @ first aid πρώτη απασχόληση @ first job σύμβαση Λομέ Ι @ first Lomé Convention βαπτιστικό @ first name πρώτο πρόσωπο @ first person πρώτη φάση της ΟΝΕ @ first stage of EMU Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος @ First World War φορολογικό δικαστήριο @ fiscal court φορολογικό μονοπώλιο @ fiscal monopoly φορολογική πολιτική @ fiscal policy ψάρι @ fish ψαρεύω @ fish ψάρεμα @ fish ασθένεια ιχθύων @ fish disease ιχθυοτροφία @ fish farming ιχθυέλαιο @ fish oil προϊόν με βάση το ψάρι @ fish product αλιευτική πολιτική @ fisheries policy αλιευτική διάρθρωση @ fisheries structure αλιεύς @ fisherman διαχείριση αλιευτικών πόρων @ fishery management παραγωγή υδατοκαλλιέργειας @ fishery produce αλιεύματα @ fishery product αλιευτική έρευνα @ fishery research αλιευτικοί πόροι @ fishery resources συμφωνία αλιείας @ fishing agreement ζώνη αλιείας @ fishing area αλιευτικοί έλεγχοι @ fishing controls αλιευτικός στόλος @ fishing fleet τόπος αλιείας @ fishing grounds τομέας της αλιείας @ fishing industry άδεια αλιείας @ fishing licence αλιευτικό δίχτυ @ fishing net ειδική άδεια αλιείας @ fishing permit αλιευτικό λιμάνι @ fishing port αλιευτικές διατάξεις @ fishing regulations δικαίωμα αλιείας @ fishing rights αλιευτική περίοδος @ fishing season στατιστικές αλιείας @ fishing statistics αλιευτικό πλοίο @ fishing vessel πέντε @ five πεντακόσια @ five hundred διορθώνω @ fix ψήφος χωρίς εκδήλωση προτίμησης @ fixed party list καθορισμός των τιμών @ fixing of prices σημαία @ flag σημαία ευκαιρίας @ flag of convenience φλόγα @ flame φλογοβόλο @ flamethrower φοινικόπτερος @ flamingo περιφέρεια Φλάνδρας @ Flanders πλατέα προϊόντα @ flat product κατ' αποκοπή φόρος @ flat-rate tax μετεωρισμός @ flatulence αρωματισμένος οίνος @ flavoured wine αρωματική ουσία @ flavouring λίνο @ flax ψύλλος @ flea στόλος @ fleet Φλαμανδική Κοινότητα @ Flemish Community σάρκα @ flesh Φλεβολάνδη @ Flevoland ελαστικό ωράριο @ flexible working hours πτήση @ flight φόβος @ flight κυμαινόμενη ισοτιμία @ floating rate σμήνος @ flock κοπάδι @ flock πλημμύρα @ flood πλημμυρίζω @ flood δάπεδο @ floor όροφος @ floor επίστρωση δαπέδου @ floor coverings πλαδαρός @ floppy Φλωρεντία @ Florence ανθοκομία @ floriculture ανθοπώλης @ florist πλευρονήκτης @ flounder αλεύρι @ flour αλευροβιομηχανία @ flour milling ανθός @ flower ανθώ @ flower γρίπη @ flu περιθώριο διακύμανσης @ fluctuation margin ρευστός @ fluent ρευστό @ fluid φθόριο @ fluorine φλάουτο @ flute μύγα @ fly πετώ @ fly ιπτάμενος δίσκος @ flying saucer πουλάρι @ foal αφρός @ foam χορτονομή @ fodder κτηνοτροφικό τεύτλο @ fodder beet κτηνοτροφικό σιτηρό @ fodder cereals κτηνοτροφικό φυτό @ fodder plant καλλιέργεια κτηνοτροφικών φυτών @ fodder-growing εχθρός @ foe ομίχλη @ fog φάκελος @ folder λαογραφία @ folklore ακόλουθος @ following γραμματοσειρά @ font τροφή @ food πρόσθετα τροφίμων @ food additive επισιτιστική βοήθεια @ food aid Γραφείο Τροφίμων και Κτηνιατρικών Θεμάτων @ Food and Veterinary Office δημητριακό διατροφής @ food cereals χημεία τροφίμων @ food chemistry χρωστική ουσία τροφίμων @ food colouring κατανάλωση τροφίμων @ food consumption ρύπανση των τροφίμων @ food contamination γαλακτωματοποιητής τροφίμων @ food emulsifier δαπάνη διατροφής @ food expenditure εδώδιμο λίπος @ food fat υγιεινή τροφίμων @ food hygiene βιομηχανία τροφίμων @ food industry εποπτεία των τροφίμων @ food inspection τροφική δηλητηρίαση @ food poisoning επισιτιστική πολιτική @ food policy συντήρηση τροφίμων @ food preserving τιμή τροφίμων @ food price μεταποίηση τροφίμων @ food processing παραγωγή τροφίμων @ food production επισιτιστικοί πόροι @ food resources ασφάλεια των τροφίμων @ food safety έλλειψη τροφίμων @ food shortage κανόνας διατροφής @ food standard υποκατάστατο τροφίμου @ food substitute συμπλήρωμα διατροφής @ food supplement τεχνολογία τροφίμων @ food technology προϊόν διατροφής @ foodstuff νομοθεσία για τα είδη διατροφής @ foodstuffs legislation ανόητος @ fool πόδι @ foot οπλή @ foot αφθώδης πυρετός @ foot-and-mouth disease ποδόσφαιρο @ football αμερικανικό ποδόσφαιρο @ football μπάλα ποδοφαίρου @ football υποπόδιο @ footstool υποδηματοποιία @ footwear industry διότι @ for για @ for γιατί @ for παραδείγματος χάριν @ for example προμηθεύσει @ forage απαγορεύω @ forbid μείωση των στρατιωτικών δυνάμεων @ force reduction εξαφανισθέντες @ forced disappearance δυνάμεις στην αλλοδαπή @ forces abroad δείκτης @ forefinger μέτωπο @ forehead αλλοεθνής @ foreign ξένος @ foreign εξωτερική βοήθεια @ foreign aid ξένα κεφάλαια @ foreign capital συνάλλαγμα @ foreign currency αλλοδαπή επιχείρηση @ foreign enterprise αγορά συναλλάγματος @ foreign exchange market ξένη επένδυση @ foreign investment ξένη γλώσσα @ foreign language εξωτερική αγορά @ foreign market αλλοδαπός @ foreign national εξωτερική πολιτική @ foreign policy αλλοδαπός φοιτητής @ foreign student αλλοδαποί τουρίστες @ foreign tourism εξωτερικό εμπόριο @ foreign trade αλλοδαπός @ foreigner συναλλαγματικό απόθεμα @ foreign-exchange reserves δικανικός @ forensic ιατροδικαστική @ forensic medicine δάσος @ forest πιστοποίηση των δασών @ forest certification προστασία των δασών @ forest conservation φυτευμένο δάσος @ forest plantation δασοφύλακας @ forest ranger διαρρύθμιση δασών @ forestry development δασική οικονομία @ forestry economics δασικός συνεταιρισμός @ forestry group δασική εκμετάλλευση @ forestry holding δασική νομοθεσία @ forestry legislation δασική πολιτική @ forestry policy δασική ιδιοκτησία @ forestry property δασική έρευνα @ forestry research δασικές στατιστικές @ forestry statistics πλαστογράφηση @ forgery πηρούνι @ fork δικράνι @ fork δίστρατο @ fork έντυπο @ form φορμαλδεΰδη @ formaldehyde ίδρυση κόμματος @ formation of a party πρώην @ former πρώην ΛΔΓ @ former GDR πρώην σοσιαλιστικές χώρες @ former socialist countries πρώην Υεμένη ΛΔ @ former South Yemen πρώην ΕΣΣΔ @ former USSR Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας @ Former Yugoslav Republic of Macedonia πρώην @ formerly τύπος @ formula εγκαταλείπω @ forsake οίνος αυξημένου οινοπνεύματος @ fortified wine δεκαπενθήμερο @ fortnight σαράντα @ forty σαράντα οκτώ @ forty-eight σαράντα πέντε @ forty-five σαράντα τέσσαρες @ forty-four σαράντα εννέα @ forty-nine σαράντα έν @ forty-one σαράντα επτά @ forty-seven σαράντα έξ @ forty-six σαράντα τρείς @ forty-three σαράντα δύο @ forty-two φόρουμ @ forum εμπρόσθιος @ forward προωθώ @ forward μελέτη προοπτικών @ forward studies ορυκτά καύσιμα @ fossil fuel ίδρυμα @ foundation τέσσερις @ four δεκατέσσαρες @ fourteen τέταρτος @ fourth σύμβαση Λομέ IV @ fourth Lomé Convention αλεπού @ fox κορνίζα @ frame κορνιζάρω @ frame σκελετός @ frame σώμα @ frame συμφωνία-πλαίσιο @ framework agreement απόφαση πλαίσιο @ framework decision Γαλλία @ France Φράνς-Κοντέ @ Franche-Comté δικαιόχρηση @ franchising Φραγκίσκος @ Francis φράγκιο @ francium Φραγκφούρτη @ Frankfurt απάτη @ fraud απάτη εις βάρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης @ fraud against the European Union φακίδα @ freckle Φρειδερίκος @ Frederick Φρεντέρικσμπεργκ @ Frederiksberg Φρεντέρικσμποργκ @ Frederiksborg ελεύθερος @ free δωρεάν @ free ελευθερώνω @ free ελεύθερη κυκλοφορία @ free circulation ελεύθερος ανταγωνισμός @ free competition άτοκη πίστωση @ free credit δωρεάν παιδεία @ free education δωρεάν περίθαλψη @ free medical care ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων @ free movement of capital ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων @ free movement of goods ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων @ free movement of persons ελεύθερη διακίνηση προγραμμάτων @ free movement of programmes ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων @ free movement of workers ελεύθερη τιμή @ free price δωρεάν υπηρεσία @ free service ελεύθερος χρόνος @ free time ελεύθερη ζώνη @ free zone τιμή «ελεύθερο στα σύνορα» @ free-at-frontier price ελευθερία @ freedom δικαίωμα του συνέρχεσθαι @ freedom of assembly δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι @ freedom of association ελευθερία πληροφόρησης @ freedom of communication ελευθερία έκφρασης @ freedom of expression ελευθερία κυκλοφορίας @ freedom of movement ελευθερία ναυσιπλοΐας @ freedom of navigation ελευθερία έκφρασης γνώμης @ freedom of opinion ανεξιθρησκεία @ freedom of religious beliefs ελευθερία αυτοδιάθεσης @ freedom of self-determination ελευθερία έκφρασης @ freedom of speech ελευθερία του Τύπου @ freedom of the press ελευθερία των θαλασσών @ freedom of the seas ελεύθερη αεροπλοΐα @ freedom of the skies ελευθερία των εμπορικών συναλλαγών @ freedom of trade ελεύθερη παροχή υπηρεσιών @ freedom to provide services τιμή «ελεύθερο στο κατάστρωμα» @ free-on-board price κτηνοτροφία με ελεύθερη βοσκή @ free-range farming συμφωνία ελεύθερων συναλλαγών @ free-trade agreement ζώνη ελευθέρων συναλλαγών @ free-trade area αυτοκινητόδρομος υπερταχείας κυκλοφορίας @ freeway παγώνω @ freeze λυοφιλισμένο προϊόν @ freeze-dried product λυοφίλιση @ freeze-drying κατάψυξη @ freezing Φράιμπουργκ @ Freiburg ναύλος @ freight rate γαλλικά @ French Γάλλοι @ French γαλλικός @ French τηγανιτές πατάτες @ french fries Γαλλική Γουιάνα @ French Guiana γλωσσόφιλο (informal) @ French kiss γαλλικά ΥΔ @ French Overseas Departments γαλλικές ΥΧΕ @ French Overseas Territories Γαλλική Πολυνησία @ French Polynesia Γαλλικές Αντίλλες @ French West Indies Γάλλος @ Frenchman γαλλόφωνη Αφρική @ French-speaking Africa Γαλλόφωνη Κοινότητα @ French-speaking Community Γαλλίδα @ Frenchwoman συχνότητα @ frequency συχνός @ frequent νωπός @ fresh νωπό τυρί @ fresh cheese νωπό ψάρι @ fresh fish νωπός καρπός @ fresh fruit νωπό κρέας @ fresh meat νωπό προϊόν @ fresh product νωπό λαχανικό @ fresh vegetable γλυκό νερό @ freshwater ψάρι γλυκού νερού @ freshwater fish αλιεία σε γλυκά ύδατα @ freshwater fishing τριβή @ friction προστριβές @ friction Παρασκευή @ Friday φίλος @ friend γνωστός @ friend φίλια πυρά @ friendly fire φίλοι @ friends Φρεισία @ Friesland τρομαχτικόσ @ frightening ψυχρή ζώνη @ frigid zone πρόσθετες απολαβές @ fringe benefit Φρίουλι-Ιουλιανή Βενετία @ Friuli-Venezia Giulia βάτραχος @ frog αβγά βατράχου @ frogspawn από @ from σύνορα @ frontier μεθοριακή διακίνηση @ frontier migration παραμεθόρια περιοχή @ frontier region μεθοριακός εργαζόμενος @ frontier worker αφρός @ froth συνοφρύωση @ frown κατεψυγμένο προϊόν @ frozen product καρπός @ fruit φρούτο @ fruit χυμός φρούτων @ fruit juice φρουτοχυμός @ fruit juice προϊόν με βάση τα φρούτα @ fruit product καρποφόρο λαχανικό @ fruit vegetable καλλιέργεια οπωροφόρων δένδρων @ fruit-growing τηγανίζω @ fry ΠΖΕΣ @ FTAA συνουσιάζομαι @ fuck γαμώτο @ fuck γαμήσι @ fuck τσακίσου @ fuck off γαμήσου @ fuck you καύσιμα @ fuel στοιχεία καυσίμου @ fuel cell εμπλουτισμός καυσίμου @ fuel enrichment πετρέλαιο εξωτερικής καύσεως @ fuel oil επανεπεξεργασία καυσίμου @ fuel reprocessing φόρος καυσίμων @ fuel tax καυσόξυλα @ fuel wood φυγάς @ fugitive πλήρης @ full πλήρης απασχόληση @ full employment πανσέληνος @ full moon τελεία @ full stop εργασία πλήρους απασχόλησης @ full-time employment συνάρτηση @ function λειτουργία @ function λειτουργία @ functionality στοιχειώδη σωματίδια @ fundamental particle φονταμενταλισμός @ fundamentalism Φιονία @ Funen κηδεία @ funeral μύκητας @ fungus αστείος @ funny γουνοφόρο ζώο @ fur-bearing animal κάμινος @ furnace έπιπλο @ furniture βιομηχανία επίπλου @ furniture industry μέλλον @ future μελλοντικός @ future μέλλοντας @ future προθεσμιακή αγορά @ futures market Γκαμπόν @ Gabon γαδολίνιο @ gadolinium Γκαγκαουζία @ Gagauzia κερδίζω @ gain Γκαλαπάγκος @ Galapagos γαλαξίας @ galaxy ο γαλαξίας @ galaxy Γαλικία @ Galicia χοληδόχος κύστη @ gall bladder γάλλιο @ gallium χιούμορ αγχονών @ gallows humor Γκάμπια @ Gambia παιχνίδι @ game κυνήγι @ game θηράματα @ game animal κρέας θηραμάτων @ game meat τυχερά παιχνίδια @ game of chance θεωρία παιγνίων @ game theory γαμέτης (gamete) @ gamete παίγνια @ gaming αίθουσες παιγνίων @ gaming establishment γάμμα @ gamma γάγγραινα @ gangrene απορρίματα @ garbage περιβόλι @ garden δημόσιος κήπος @ garden κήπος @ garden κηπουρός @ gardener αέριο @ gas βενζίνη @ gas συσκευή αερίου @ gas appliance κοίτασμα φυσικού αερίου @ gas field βιομηχανία αερίου @ gas industry αεριαγωγός @ gas pipeline βενζινάδικο @ gas station διανομή αερίου @ gas supply καύσιμο μείγμα βενζίνης-αλκοόλης @ gasohol βενζίνη @ gasoline γαστρίτιδα @ gastritis ασθένεια του πεπτικού συστήματος @ gastrointestinal disease πύλη @ gate GATS @ GATS ΓΣΔΕ @ GATT Gävleborg @ Gävleborg county ομοφυλόφιλος @ gay φαιδρός @ gay εύθυμος @ gay αδερφίστικος @ gay Λωρίδα της Γάζας @ Gaza Strip γαζέλα @ gazelle χώρες του ΣΣΚΠΚ @ GCC countries οδοντωτός τροχός @ gear γέεννα @ gehenna ζελατίνη @ gelatine Γκέλντρια @ Gelderland Δίδυμοι @ Gemini γένος @ gender φύλο @ gender γονίδιο @ gene γενικός @ general στρατηγός @ general γενικός προϋπολογισμός @ general budget γενική εκπαίδευση @ general education γενική αρχή του δικαίου @ general legal principle γενική μηχανολογία @ general mechanical engineering γενική ιατρική @ general medicine γενικευμένες προτιμήσεις @ generalised preferences αντικατάσταση των γενεών @ generation renewal φάρμακο κοινόχρηστης ονομασίας @ generic drug γενναιόδωρος @ generous Γένεσις @ Genesis γενετική μηχανική @ genetic engineering γενετικά τροποποιημένος οργανισμός @ genetically modified organism γενετική @ genetics Γενεύη @ Geneva Λίμνη της Γενεύης @ Geneva γενική @ genitive γενική @ genitive case μεγαλοφυία @ genius Γένοβα @ Genoa γενοκτονία @ genocide ύφος @ genre κύριος @ gentleman κύριοι @ gentleman γεωχημεία @ geochemistry Γεωγραφικά Συστήματα Πληροφοριών @ geographic information system γεωγραφική κατανομή @ geographical distribution γεωγραφική κατανομή του πληθυσμού @ geographical distribution of the population σύστημα γεωγραφικής πληροφόρησης @ geographical information system γεωγραφική κινητικότητα @ geographical mobility γεωγραφία @ geography geologo @ geologist γεωλογία @ geology γεωμετρία @ geometry γεωμορφολογία @ geomorphology γεωφυσικό περιβάλλον @ geophysical environment γεωφυσική @ geophysics Γεώργιος @ George Τζόρτζταουν @ Georgetown Δημοκρατία της Γεωργίας @ Georgia Γεωργία @ Georgia Γεωργιανά @ Georgian Γεωργιανός @ Georgian γεωργιανός @ Georgian γεωθερμική ενέργεια @ geothermal energy γερμανικά @ German Γερμανός @ German γερμανικός @ German Γερμανία ΛΔ @ German Democratic Republic Γερμανικός Ποιμενικός @ German shepherd γερμάνιο @ germanium Γερμανόφωνη Κοινότητα @ German-speaking Community Γερμανία @ Germany γεροντολογία @ gerontology παίρνω @ get θερμοπίδακας @ geyser Γκάνα @ Ghana Γάνδη @ Ghent φάντασμα @ ghost γίγαντας @ giant ασυναρτησίες @ gibberish Γιβραλτάρ @ Gibraltar κληροδότημα @ gift δώρο @ gift ταλέντο @ gift είδη δώρων @ gift item πιπερόρριζα @ ginger τζιτζιμπίρα @ ginger beer καμηλοπάρδαλη @ giraffe κορίτσι @ girl κοριτσίστικος @ girlish δώστε μου @ give me παγετώνας @ glacier αδένας @ gland Γλασκώβη @ Glasgow ύαλος @ glass ποτήρι @ glass ίνες υάλου @ glass fibre υαλουργία @ glass industry καλλιέργεια θερμοκηπίου @ glasshouse cultivation γλαύκωμα @ glaucoma υαλοπώλης @ glazier παγκόσμια θέρμανση @ global warming παγκοσμιοποίηση @ globalisation λαμπρός @ glorious γάντι @ glove γλυκόζη @ glucose κολλα @ glue γνωστικισμός @ Gnosticism εισφορά ΑΕΠ @ GNP contribution πάω @ go τέρμα @ goal σκοπός @ goal πόντος @ goal τερματοφύλακας @ goalkeeper αιγοειδή @ goat αίγειο κρέας @ goatmeat τυρί αίγειο @ goats’ milk cheese θεός @ god Θεός @ God είδωλο @ god αναδεχτός @ godchild αναδεχτή @ goddaughter Θεά @ Goddess νονός @ godfather θεοφοβούμενος @ God-fearing Γοδεφρείδος @ Godfrey νονά @ godmother προστατευτικά δίοπτρα @ goggles Γκόγκολ @ Gogol χρυσός @ gold χρυσό @ gold χρυσό μετάλλιο @ gold χρυσό νόμισμα @ gold μάλαμα @ gold κανόνας χρυσού @ gold standard χρυσή τομή @ golden ratio κανόνας συναλλάγματος-χρυσού @ gold-exchange standard ακανθίς @ goldfinch χρυσόψαρο @ goldfish χρυσοχόος @ goldsmith γκολφ @ golf γόνδολα @ gondola γκονγκ @ gong καλός @ good καλό απόγευμα @ good afternoon καλημέρα @ good day καλό βράδυ @ good evening Μεγάλη Παρασκευή @ Good Friday καλή τύχη @ good luck καλημέρα @ good morning καληνύχτα @ good night γειά @ goodbye αγαθά @ goods αγαθά και υπηρεσίες @ goods and services άυλο κεφάλαιο @ goodwill Γκουγκλ @ Google χήνα @ goose Gorenjska @ Gorenjska φαράγγι @ gorge γορίλλας @ gorilla Goriška @ Goriška διπλοσάινο @ goshawk Gotland @ Gotland county διακυβέρνηση @ governance κυβέρνηση @ government νομοσχέδιο @ government bill κυβερνητική πολιτική @ government policy κυβερνητικό πρόγραμμα @ government programme δήλωση της κυβέρνησης @ government statement κρατική βία @ government violence εξόριστη κυβέρνηση @ government-in-exile κυβερνήτης @ governor σιτηρά @ grain γραμματική @ grammar εγγόνι @ grandchild εγγονή @ granddaughter παππούς @ grandfather γιαγιά @ grandmother παππούς @ grandpa εγγονός @ grandson σταφύλι @ grape κλήμα @ grapevine εικονογράφηση @ graphic illustration γραφικό περιβάλλον διασύνδεσης @ graphical user interface χορτόφυτη έκταση @ grassland ευγνωμοσύνη @ gratitude τάφος @ grave χαλίκι @ gravel νεκροταφείο @ graveyard ζωμός @ gravy μεγάλος @ great Μεγάλη Βρετανία @ Great Britain Μείζον Μαγκρέμπ @ Great Maghreb πυραμίδα του Χέοπα @ Great Pyramid of Giza παρδαλοτσικλιτάρα @ great spotted woodpecker καλόγερος @ great tit Μεγάλες Αντίλλες @ Greater Antilles Στορκοπεγχάγη @ Greater Copenhagen Μεγάλη Πολωνία @ Greater Poland province προπάππος @ great-grandfather προγιαγιά @ great-grandmother Ελλάδα @ Greece ελληνικά @ Greek Έλληνας @ Greek ελληνικός @ Greek πράσινος @ green πράσινο @ green χώρος πρασίνου @ green area πράσινο τσάι @ green tea πρασινοτσικλιτάρα @ green woodpecker θερμοκήπιο @ greenhouse φαινόμενο θερμοκηπίου @ greenhouse effect αέριο που προκαλεί το φαινόμενο του θερμοκηπίου @ greenhouse gas Γροιλανδία @ Greenland Γροιλανδός @ Greenlander χαιρετώ @ greet κοινωνικός @ gregarious Γρενάδα @ Grenada γκρίζος @ grey γκρι @ grey σταχτοτσικνιάς @ grey heron εκδόσεις περιορισμένης κυκλοφορίας @ grey literature χήνα @ greylag goose γρύπας @ griffin όρνιο @ griffon vulture σχάρα @ grill πλιγούρι @ groat παντοπωλείο @ grocery βουβώνας @ groin Γκρόνινγκεν @ Groningen ακαθάριστο εγχώριο προϊόν @ gross domestic product ακαθάριστο εθνικό προϊόν @ gross national product ακαθάριστο περιφερειακό προϊόν @ gross regional product έδαφος @ ground υπηρεσίες εδάφους @ ground handling προσωπικό εδάφους @ ground staff άλεσε μηδέν @ ground zero αραχίδα @ groundnut αραχιδέλαιο @ groundnut oil υπόγεια ύδατα @ groundwater ομάδα @ group ομαδική καλλιέργεια @ group farming ομάδα των 77 @ Group of 77 όμιλος εταιρειών @ group of companies Ομάδα των πλέον αναπτυγμένων βιομηχανικά χωρών @ group of leading industrialised countries Ομάδα των Δέκα @ Group of Ten ομάδα των 24 @ Group of Twenty-Four ομαδικό ταξίδι @ group travel ομάδες εκμεταλλεύσεων @ grouping of farms σύδεντρο @ grove πόλος ανάπτυξης @ growth point πριμοδότηση εκρίζωσης @ grubbing premium Γουαδελούπη @ Guadeloupe Γκουάμ @ Guam εγγύηση @ guarantee κατώφλι εγγύησης @ guarantee threshold εγγυημένο εισόδημα @ guaranteed income ελάχιστη εγγυημένη τιμή @ guaranteed minimum price εγγυημένη τιμή @ guaranteed price επιτροπεία @ guardianship Γουατεμάλα @ Guatemala γκουάβα @ guava Γκέρνσεϋ @ Guernsey υποθέσει @ guess εικασία @ guess οδηγός @ guide τιμή προσανατολισμού @ guide price κατευθυνόμενο βλήμα @ guided missile ενοχή @ guilt Γουινέα @ Guinea φραγκόκοτα @ guinea fowl πειραματόζωο @ guinea pig Γουινέα-Μπισσάου @ Guinea-Bissau κιθάρα @ guitar κιθαρίστας @ guitarist Γκουτζαρατικά @ Gujarati κόλπος @ gulf Συμβούλιο Συνεργασίας των Κρατών του Περσικού Κόλπου @ Gulf Cooperation Council Φινλανδικός κόλπος @ Gulf of Finland χώρες του Περσικού Κόλπου @ Gulf States γλάρος @ gull πιστόλι @ gun κανόνι @ gun τουφέκι @ gun κανονιοφόρος @ gunboat έντερα @ guts Γουιάνα @ Guyana γυμναστήριο @ gym γυμνάσιο @ gymnasium γυναικολογία @ gynaecology γυναικολογία @ gynecology αθίγγανος @ gypsy τσιγγάνος @ gypsy τσιγγάνος @ Gypsy Αββακούμ @ Habakkuk ψιλικά @ haberdashery ενδιαίτημα @ habitat αιμορραγία @ haemorrhage άφνιο @ hafnium Αγία Σοφία @ Hagia Sophia χαχα @ haha χαλάζι @ hail χαίρε @ hail μαλλιά @ hair τρίχες @ hair τρίχα @ hair κούρεμα @ haircut κόμμωση και αισθητική περιποίηση @ hairdressing and beauty care κόμμωση @ hairstyle Αϊτή @ Haiti ετεροθαλής αδελφός @ half brother περίοδος ημιζωής @ half-life Halland @ Halland county Χάλοουϊν @ Halloween κύκλος φωτός @ halo αλογόνο @ halogen χαλβάς @ halva Αμβούργο @ Hamburg χάμπουργκερ @ hamburger σφυρί @ hammer κρικετόμυς @ hamster χέρι @ hand δείκτης @ hand δίνω @ hand χειρώνακτας @ hand χεριά @ hand εργαλεία οικιακής χρήσης @ hand tool χειροσφαίριση @ handball χούφτα @ handful βιοτεχνία @ handicrafts λαβή @ handle μεταφορά και διακίνηση φορτίων @ handling Ανόι @ Hanoi συμβαίνω @ happen Κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς @ happily ever after ευτυχία @ happiness ευχαριστημένος @ happy ευτυχής @ happy χρόνια πολλά @ happy birthday καλό Πάσχα @ Happy Easter καλή χρονιά @ Happy New Year λιμάνι @ harbour λιμενικές εγκαταστάσεις @ harbour installation δύσκολος @ hard σκληρό τυρί @ hard cheese μη ήπιες μορφές ενέργειας @ hard energy υλισμικό @ hardware χαρέμι @ harem βλαβερό φυτό @ harmful plant νομοθετική πράξη εναρμόνισης @ harmonisation law εναρμόνιση των τιμών @ harmonisation of prices εναρμόνιση προτύπων @ harmonisation of standards τυποποίηση οπλικών συστημάτων @ harmonisation of weapons αρμονία @ harmony άρπα @ harp καμάκι @ harpoon αρπίχορδο @ harpsichord σκληρός @ harsh συγκομιδή @ harvest μηχανή συγκομιδής @ harvester καπέλο @ hat μίσος @ hate μίσος @ hatred υπεροπτικός @ haughty Αβάνα @ Havana Χάρτης της Αβάνας @ Havana Charter έχω @ have Χαβάη @ Hawaii γεράκι @ hawk χόρτο @ hay επικίνδυνα απόβλητα @ hazardous waste φουντουκιά @ hazel φουντούκι @ hazel φουντούκι @ hazelnut αυτός @ he κεφάλι @ head κεφαλή @ head επικεφαλής γεωργικής εκμετάλλευσης @ head of agricultural holding πρόεδρος της κυβέρνησης @ head of government αρχηγός νοικοκυριού @ head of household αρχηγός κράτους @ head of State έδρα της εταιρείας @ head office πονοκέφαλος @ headache πρόσληψη μισθωτού ανταγωνιστικής επιχείρησης @ head-hunting θεραπεύω @ heal υγεία @ health υγειονομική βοήθεια @ health aid βιβλιάριο υγείας @ health card υγειονομική μέριμνα @ health care επαγγελματικός κλάδος του τομέα της υγείας @ health care profession σύστημα υγείας @ health care system πιστοποιητικό υγείας @ health certificate υγειονομικός έλεγχος @ health control κόστος της υγείας @ health costs υγειονομική αγωγή @ health education νοσήλειο @ health expenditure ιατροφαρμακευτική περίθαλψη @ health insurance υγειονομική νομοθεσία @ health legislation πολιτική για την υγεία @ health policy κίνδυνος για την υγεία @ health risk υγειονομική υπηρεσία @ health service στατιστικές υγείας @ health statistics υγιής @ healthy υγιεινός @ healthy σωρός @ heap καρδιά @ heart κούπα @ heart έλεος @ heart τζακί @ hearth θερμότητα @ heat αντλία θερμότητας @ heat pump θέρμανση @ heating πυρίμαχα υλικά @ heat-resisting materials ουρανός @ heaven παράδεισος @ heaven βαρύς @ heavy βαριά βιομηχανία @ heavy industry βαρέα μέταλλα @ heavy metal βαρέα κλάσματα πετρελαίου @ heavy oil εβραϊκά @ Hebrew εβραϊκός @ Hebrew Εβραίος @ Hebrew εβραϊκό δίκαιο @ Hebrew law εκτάριο @ hectare εκατο- @ hecto- σκαντζόχοιρος @ hedgehog φτέρνα @ heel τακούνι @ heel δαμαλίδα @ heifer Ελένη @ Helen ελικόπτερο @ helicopter ήλιο @ helium κόλαση @ hell εμπρός @ hello κράνος @ helmet βοήθεια @ help βοηθάω @ help υποστήριξη προς το χρήστη @ help desk αρωγή των θυμάτων @ help for victims Ελσίνκι @ Helsinki ημισφαίριο @ hemisphere κάνναβις @ hemp κάνναβη @ hemp κότα @ hen εφεξής @ henceforth Ερρίκος @ Henry της @ her χορταρικό @ herb βότανο @ herb ζιζανιοκτόνο @ herbicide (''domestic''):el @ herd μετατροπή αγέλης @ herd conversion εδώ @ here ορίστε @ here you are αιρετικός @ heretic προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς @ heritage protection Ερμής @ Hermes ήρωας @ hero Ηρόδοτος @ Herodotus ηρωίνη @ heroin ηρωίδα @ heroine ερωδιός @ heron ερπετολογία @ herpetology ρέγγα @ herring Ησίοδος @ Hesiod Έσση @ Hessen γεια @ hi λανθάνουσα ανεργία @ hidden unemployment γουνοποιία @ hides and furskins industry ψηλός @ high μαστουρωμένος @ high σπερμοφυές δάσος @ high forest Ύπατος εκπρόσωπος για την ΚΕΠΠΑ @ High Representative for the CFSP τηλεόραση υψηλής ευκρίνειας @ high-definition television ανώτατο δικαστήριο @ higher court ανώτατη εκπαίδευση @ higher education μεταφορές μεγάλης ταχύτητας @ high-speed transport λεωφόρος @ highway κώδικας οδικής κυκλοφορίας @ highway code λόφος @ hill ορεινή γεωργία @ hill farming παρεμποδίζω @ hinder πισινός @ hinder χίντι @ Hindi ινδουιστής @ Hindu ινδουιστικό δίκαιο @ Hindu law ινδουισμός @ Hinduism μεντεσές @ hinge κόμμα μπαλαντέρ @ hinge party μεταφορές στην ενδοχώρα @ hinterland transport ισχίο @ hip Ιπποκράτης @ Hippocrates ιπποπόταμος @ hippopotamus αγορά με δόσεις @ hire purchase ενοικίαση @ hiring του @ his δικός του @ his ιστολογία @ histology ιστορικός χώρος @ historic site ιστορικός @ historical ιστορικό @ historical account ιστορική γεωγραφία @ historical geography ιστορία @ history ιστορικό @ history ιστορία της Ευρώπης @ history of Europe ιστορία του δικαίου @ history of law Αδόλφος Χίτλερ @ Hitler χόμπυ @ hobby χόκεϋ @ hockey σκαπάνη @ hoe ανυψωτικό μηχάνημα @ hoisting equipment χόλντινγκ @ holding company διπλή απασχόληση @ holding of two jobs διακοπές @ holiday Ολλανδία @ Holland όλμιο @ holmium Ολοκαύτωμα @ Holocaust ιερό @ holy Swietokrzyskie @ Holy Cross province το Άγιο Δισκοπότηρο @ Holy Grail σπίτι @ home πατρίδα @ home πατρικό @ home κατοικία @ home κατ' οίκον νοσηλεία @ home care οικιακές εφαρμογές της πληροφορικής @ home computing εκπαίδευση κατ' οίκον @ home education κατ' οίκον βοήθεια @ home help εργασία κατ' οίκον @ home working άστεγος @ homelessness ομοιοπαθητικό προϊόν @ homeopathic product ομοιοπαθητική @ homeopathy νοσταλγία @ homesickness ανθρωποκτονία @ homicide ομοιογενής @ homogeneous ομογενοποιημένο γάλα @ homogenised milk ομόφωνος @ homophone ομοφυλόφιλος @ homosexual , @ homosexual ομοφυλοφιλία @ homosexuality Ονδούρα @ Honduras τίμιος @ honest εντιμότητα @ honesty μέλι @ honey γλύκα @ honey μελικηρίς @ honeycomb μήνας του μέλιτος @ honeymoon Χονγκ Κονγκ @ Hong Kong τιμητική διάκριση @ honour Χονσού @ Honshu άγκιστρο @ hook αγκίστρι @ hook χουλιγκανισμός @ hooliganism τσαλαπετεινός @ hoopoe λυκίσκος @ hop ελπίδα @ hope λυκίσκος @ hops ορδή @ horde οριζόντια σύμπραξη @ horizontal agreement ορμόνες @ hormone ορμόνη @ hormone , @ horn κόρνα @ horn κέρας @ horn κερατίνη @ horn Κέρας της Αφρικής @ Horn of Africa βόμβος @ hornet καυλωμένος @ horny ίππος @ horse αλογόμυγα @ horsefly κρέας αλόγου @ horsemeat αρμορακία @ horseradish πέταλο @ horseshoe κηποκομία @ horticulture νοσοκομείο @ hospital έξοδα εισαγωγής σε νοσοκομείο @ hospital expenses νοσοκομειακά απόβλητα @ hospital waste νοσηλεία @ hospitalisation ζεστός @ hot κάνει ζέστη @ hot αερόστατο @ hot-air balloon ξενοδοχείο @ hotel ξενοδοχειακός τομέας @ hotel industry ξενοδοχειακά επαγγέλματα @ hotel profession κυνηγόσκυλο @ hound ώρα @ hour ωρομίσθιο @ hourly wage σπίτι @ house σύλληψη σπιτιών @ house arrest νοικοκυριό @ household οικιακά είδη @ household article οικογενειακός προϋπολογισμός @ household budget κατανάλωση των νοικοκυριών @ household consumption οικιακή ηλεκτρική συσκευή @ household electrical appliance εισόδημα των νοικοκυριών @ household income οικιακή οικονομία @ housekeeping economy οικοκυρά @ housewife νοικοκυρά @ housewife στέγη @ housing χορήγηση κατοικίας @ housing allocation στεγαστικός συνεταιρισμός @ housing cooperative βελτίωση της κατοικίας @ housing improvements στεγαστικό δίκαιο @ housing law στεγαστικές ανάγκες @ housing need στεγαστική πολιτική @ housing policy πόσο @ how πολύ @ how τι κάνετε; @ how are you χαίρω πολύ @ how do you do Πόσο κάνει; @ how much is it Hradec Králové @ Hradec Králové απόχρωση @ hue τεράστιος @ huge , @ human άνθρωπος @ human being ανθρωπογεωγραφία @ human geography ανθρώπινη διατροφή @ human nutrition ανθρώπινες σχέσεις @ human relations δικαιώματα του ανθρώπου @ human rights κίνημα για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου @ human rights movement εξανθρωπισμός της εργασίας @ humanisation of work ανθρωπιστική βοήθεια @ humanitarian aid υγρή ζώνη @ humid zone ταπεινότητα @ humility κολιμπρί @ hummingbird θεόρατος @ humongous καμπούρα @ hump εκατό @ hundred ουγγρικά @ Hungarian Ούγγρος @ Hungarian ουγγρικός @ Hungarian Ουγγαρία @ Hungary πείνα @ hunger πεινώ @ hunger απεργία πείνας @ hunger strike πεινασμένος @ hungry κυνηγώ @ hunt κυνήγι @ hunt κυνήγι @ hunting διατάξεις περί θήρας @ hunting regulations ανεμοστρόβιλος @ hurricane σύζυγος @ husband ουσάρος @ hussar ένυδρο άλας @ hydrate υδροδυναμική ενέργεια @ hydraulic energy υδραυλικό μηχάνημα @ hydraulic machinery υδραυλικά έργα @ hydraulic works υδρογονάνθρακες @ hydrocarbon υδροηλεκτρικά έργα @ hydroelectric development υδροηλεκτρική ενέργεια @ hydroelectric power υδρογόνο @ hydrogen παραγωγή υδρογόνου @ hydrogen production υδρογεωλογία @ hydrogeology υδρολογία @ hydrology υδροπονία @ hydroponics ύαινα @ hyena παρθενικός υμένας @ hymen υπερβολή @ hyperbola υπερμέσα @ hypermedia υπέρταση @ hypertension υπερκείμενο @ hypertext παύλα @ hyphen Ύπνος @ Hypnos υποκρισία @ hypocrisy υποκριτής @ hypocrite υπώνυμο @ hyponym υπόταση @ hypotension υποτείνουσα @ hypotenuse υποθυρεοειδισμός @ hypothyroidism εγώ @ I δεν ξέρω @ I don't know δεν καταλαβαίνω @ I don't understand Σ' αγαπώ @ I love you έτσι νομίζω @ I think so σκέπτομαι, άρα υπάρχω @ I think therefore I am δηλαδή @ i.e. IAEA @ IAEA AISS @ IASS IATA @ IATA ΙΒΕ @ IBE ίβηξ @ ibex ICAO @ ICAO πάγος @ ice παγωτό @ ice cream παγωτό χωνάκι @ ice cream παγόβουνο @ iceberg παγοθραυστικό @ icebreaker παγοθραύστης @ icebreaker Ισλανδία @ Iceland Ισλανδός @ Icelander CISL @ ICFTU ιχθυολογία @ ichthyology εικόνα @ icon εικονίδιο @ icon είδωλο @ icon Ερυθρός Σταυρός @ ICRC BID @ IDB ιδέα @ idea ιδεώδες @ ideal ιδανικός @ ideal ταυτότητα @ identity document κλοπή ταυτότητας @ identity theft ιδίωμα @ idiom ιδιωματικός @ idiomatic (1) ηλίθιος @ idiot άνεργος @ idle είδωλο @ idol αν και μόνο αν @ if and only if IFAD @ IFAD FIAB @ IFLA Ιγνάτιος @ Ignatius IIEP @ IIEP Ιλ-ντε-Φράνς @ Ile-de-France άρρωστος @ ill παράνομος @ illegal παράνομη άμβλωση @ illegal abortion αυθαίρετο κτίσμα @ illegal building παράνομη μετανάστευση @ illegal migration παράνομη κατακράτηση προσώπων @ illegal restraint παράνομη διακίνηση @ illicit trade αναλφαβητισμός @ illiteracy αγράμματος @ illiterate ασθένεια @ illness παραίσθηση @ illusion ILO @ ILO καλά, ευχαριστώ @ I'm fine, thank you εικόνα-κύρος @ image εικόνα @ image φανταστικός αριθμός @ imaginary number φαντασία @ imagination ΔΝΤ @ IMF άμεσος @ immediate αμέσως @ immediately μετανάστης @ immigrant είσοδος μεταναστών @ immigration αθάνατος @ immortal αθανασία @ immortality ανοσολογία @ immunology ΙΜΟ @ IMO ΟΜΠ @ IMP διαφημιστική απήχηση @ impact of advertising αντίκτυπος της πληροφορικής @ impact of information technology μελέτη επιπτώσεων @ impact study προστακτική @ imperative παρατατικός @ imperfective aspect ιμπεριαλισμός @ imperialism εκτέλεση του προϋπολογισμού @ implementation of the budget κανονισμός εφαρμογής @ implementing Regulation υπονοώ @ imply εισαγωγές @ import εισαγωγικές πιστώσεις @ import credit εισφορά κατά την εισαγωγή @ import levy άδεια εισαγωγής @ import licence μονοπώλιο εισαγωγών @ import monopoly πολιτική εισαγωγών @ import policy τιμή εισαγωγής @ import price επιστροφή κατά την εισαγωγή @ import refund περιορισμοί στις εισαγωγές @ import restriction αντικατάσταση των εισαγωγών @ import substitution εισαγωγικός φόρος @ import tax επιβαλλόμενη τιμή @ imposed price φυλακίζω @ imprison φυλάκιση @ imprisonment καλυτερέυω @ improve βελτιώνομαι @ improve ακαταδίωκτο @ impunity προσωπικά @ in person προσωπικά @ in the flesh ανικανότητα προς εργασία @ incapacity for work φυλακίσει @ incarcerate INCB @ INCB εμπρηστικό όπλο @ incendiary weapon λιβάνι @ incense ίντσα @ inch συμπεριλαμβάνω @ include εγγραφή κονδυλίου στον προϋπολογισμό @ inclusion in the budget οργανωμένο ταξίδι @ inclusive tour εισόδημα @ income εισόδημα από μη μισθωτές υπηρεσίες @ income in addition to normal pay σταθεροποίηση των εισοδημάτων @ income stabilisation εισοδηματική πολιτική @ incomes policy το ασυμβίβαστο @ incompatibility σύσταση εταιρείας @ incorporation Διεθνείς Εμπορικοί Όροι @ incoterms αύξηση της παραγωγής @ increase in production αρχέτυπο @ incunabula χρέος @ indebtedness ακούραστος @ indefatigable αόριστο άρθρο @ indefinite article αποκατάσταση της ζημίας @ indemnification ασφάλιση ζημιών @ indemnity insurance ανεξαρτησία @ independence αυτονομία των ατόμων με ειδικές ανάγκες @ independence of the disabled ανεξαρτησία της δικαιοσύνης @ independence of the judiciary ανεξάρτητος @ independent ανεξάρτητο εμπόριο @ independent retailer κατάλογος @ index δείκτης @ index Ινδία @ India ινδικός @ Indian Ινδός @ Indian Ινδιάνος @ Indian ινδιάνικος @ Indian Ινδικός Ωκεανός @ Indian Ocean αυτόχθονος πληθυσμός @ indigenous population έμμεση εκλογή @ indirect election έμμεσος φόρος @ indirect tax ίνδιο @ indium Ινδονησία @ Indonesia Ινδονήσιος @ Indonesian ενσταυλισμός @ indoor livestock farming Πολιτισμός της κοιλάδας του Ινδού @ Indus Valley Civilization βιομηχανικά κτίρια @ industrial building βιομηχανικό κεφάλαιο @ industrial capital βιομηχανική χημεία @ industrial chemistry βιομηχανική συγκέντρωση @ industrial concentration βιομηχανική μετατροπή @ industrial conversion βιομηχανική συνεργασία @ industrial cooperation απομίμηση @ industrial counterfeiting βιομηχανική πίστη @ industrial credit βιομηχανικές εφαρμογές της πληροφορικής @ industrial data processing βιομηχανική ανάπτυξη @ industrial development βιομηχανική οικονομία @ industrial economy βιομηχανικό ηλεκτρικό μηχάνημα @ industrial electric machinery βιομηχανική επιχείρηση @ industrial enterprise βιομηχανικός εξοπλισμός @ industrial equipment βιομηχανική κατασκοπεία @ industrial espionage βιομηχανικό λίπος @ industrial fat χρηματοδότηση της βιομηχανίας @ industrial financing βιομηχανική αλιεία @ industrial fishing βιομηχανικός κίνδυνος @ industrial hazard βιομηχανική υποδομή @ industrial infrastructure βιομηχανική ολοκλήρωση @ industrial integration βιομηχανική επένδυση @ industrial investment βιομηχανική κατασκευή @ industrial manufacturing βιομηχανικός σχεδιασμός @ industrial planning βιομηχανικό φυτό @ industrial plant βιομηχανικά γήπεδα @ industrial plot βιομηχανική πολιτική @ industrial policy βιομηχανική ρύπανση @ industrial pollution βιομηχανική τιμή @ industrial price βιομηχανικό προϊόν @ industrial product βιομηχανική παραγωγή @ industrial production βιομηχανικό πρόγραμμα @ industrial project βιομηχανική ιδιοκτησία @ industrial property βιομηχανική περιοχή @ industrial region αναδιοργάνωση της βιομηχανίας @ industrial reorganisation βιομηχανική έρευνα @ industrial research αναδιάρθρωση της βιομηχανίας @ industrial restructuring βιομηχανική επανάσταση @ industrial revolution βιομηχανικά ρομπότ @ industrial robot βιομηχανικό απόρρητο @ industrial secret κοινωνιολογία της εργασίας @ industrial sociology βιομηχανικές στατιστικές @ industrial statistics δομή της βιομηχανίας @ industrial structures βιομηχανικά απόβλητα @ industrial waste βιομηχανική ελεύθερη ζώνη @ industrial-free zone εκβιομηχάνιση @ industrialisation βιομηχανικές χώρες @ industrialised country βιομηχανία @ industry σχέσεις επιστήμης-βιομηχανίας @ industry-research relations αδράνεια @ inertia ανέξοδος @ inexpensive ανηλικότητα κατά το αστικό δίκαιο @ infancy βρέφος @ infant βρεφική θνησιμότητα @ infant mortality λοίμωξη @ infection κατώτερος @ inferior στειρότητα @ infertility εύφλεκτο προϊόν @ inflammable product πληθωρισμός @ inflation φούσκωμα @ inflation πληροφόρηση @ information πληροφορία @ information ανάλυση πληροφοριών @ information analysis γραφείο πληροφοριών @ information centre λεωφόροι των πληροφοριών @ information highway βιομηχανία των πληροφοριών @ information industry μέσο καταγραφής πληροφοριών @ information medium δίκτυο πληροφόρησης @ information network πολιτική της πληροφόρησης @ information policy επεξεργασία πληροφοριών @ information processing επαγγελματικός κλάδος της πληροφόρησης @ information profession επιστήμη των πληροφοριών @ information science σύστημα τεκμηρίωσης @ information service κοινωνία των πληροφοριών @ information society αποθήκευση δεδομένων @ information storage πληροφορική της τεκμηρίωσης @ information storage and retrieval σύστημα πληροφόρησης @ information system τεχνολογία των πληροφοριών @ information technology τεχνολογία της πληροφορίας @ information technology εφαρμογή της πληροφορικής @ information technology applications βιομηχανία πληροφορικής @ information technology industry επαγγελματικοί κλάδοι του τομέα της πληροφορικής @ information technology profession χρήστης της πληροφορικής @ information technology user ανταλλαγή πληροφοριών @ information transfer χρήστης της πληροφορίας @ information user υπέρυθρος @ infrared παράβαση του κοινοτικού δικαίου @ infringement of Community law πλίνθωμα @ ingot εισπνέω @ inhale κληρονομήσει @ inherit κληρονομιά @ inheritance δικαστική εντολή @ injunction ζημία @ injury μελάνι @ ink εσωτερικές μεταφορές @ inland transport εσωτερικά ύδατα @ inland waters εσωτερική υδάτινη οδός @ inland waterway ποτάμιος στόλος @ inland waterway fleet ποταμοπλοΐα @ inland waterway shipping μεταφορά μέσω πλωτής οδού @ inland waterway transport πανδοχείο @ inn αβλαβής @ innocuous καινοτομία @ innovation ανόργανο οξύ @ inorganic acid ανόργανο χημικό προϊόν @ inorganic chemical product ανάλυση εισροών-εκροών @ input-output analysis παραφροσύνη @ insanity έντομο @ insect εντομοκτόνο @ insecticide κατάρτιση των εργαζομένων κατά την εργασία @ in-service training παράκτια αλιεία @ inshore fishing παράκτιος βυθός @ inshore grounds αθέμιτη χρηματιστηριακή εκμετάλλευση εμπιστευτικών πληροφοριών @ insider trading ασήμαντος @ insignificant αϋπνία @ insomnia αποζημίωση εγκατάστασης γεωργών @ installation allowance στιγμή @ instant στιγμιαίο προϊόν @ instant product ένστικτο @ instinct οργανισμός κοινής ωφελείας @ institution of public utility θεσμικά θέματα @ institutional activity θεσμική συμφωνία @ institutional agreement συνεργασία των οργάνων @ institutional cooperation θεσμική μεταρρύθμιση @ institutional reform θεσμική δομή @ institutional structure όργανο @ instrument εργαλείο @ instrument πειραματική φωνητική @ instrumental μονωτικό @ insulator ινσουλίνη @ insulin προσβάλλω @ insult ασφάλιση @ insurance δυστύχημα @ insurance claim ασφαλιστική εταιρεία @ insurance company ασφαλιστήριο συμβόλαιο @ insurance contract ασφαλιστική αποζημίωση @ insurance indemnity ασφαλιστικό δίκαιο @ insurance law ασφαλιστικός κλάδος @ insurance occupation ασφάλιστρο @ insurance premium κάλυψη κινδύνου @ insured risk αντάρτης @ insurgent εξέγερση @ insurrection INTAL @ INTAL ακέραιος αριθμός @ integer ολοκληρωμένη ανάπτυξη @ integrated development ολοκληρωμένο πρόγραμμα ανάπτυξης @ integrated development programme ολοκληρωμένο εμπόριο @ integrated trade ολοκλήρωση @ integration επαγγελματική ένταξη @ integration into employment κοινωνική ένταξη των μεταναστών @ integration of migrants ενσωμάτωση των ατόμων με ειδικές ανάγκες @ integration of the disabled διανοούμενος @ intellectual διανοητικό κεφάλαιο @ intellectual capital πνευματική ιδιοκτησία @ intellectual property νοημοσύνη @ intelligence πληροφορία @ intelligence υπηρεσία πληροφοριών @ intelligence ευφυΐα @ intelligence ευφυές σύστημα μεταφορών @ intelligent transport system εντατική γεωργία @ intensive farming εντατική κτηνοτροφία @ intensive livestock farming πρόθεση @ intention αμφίδρομο δίκτυο @ interactive network videotex @ interactive videotex διαδραστικότητα @ interactivity Παναμερικανικό δικαστήριο ανθρωπίνων δικαιωμάτων @ Inter-American Court of Human Rights διεπιχειρησιακή συμφωνία @ inter-company agreement διεπιχειρησιακή συνεργασία @ inter-company cooperation διηπειρωτικός πύραυλος @ intercontinental missile διηπειρωτικές μεταφορές @ intercontinental transport τόκος @ interest ομάδα συμφερόντων @ interest group έννομο συμφέρον @ interest in bringing an action επιδότηση επιτοκίου @ interest rate subsidy ενδιαφέρων @ interesting διεπαφή @ interface παρεμποδίζω @ interfere επέμβαση στα εσωτερικά μιας χώρας @ interference διακυβερνητικός οργανισμός @ intergovernmental organisation διαβιομηχανικές σχέσεις @ inter-industrial relations διοργανική συμφωνία @ interinstitutional agreement διοργανικές σχέσεις @ interinstitutional relations βιομηχανική κατανάλωση @ intermediate consumption παραγωγικό αγαθό @ intermediate goods ενδιάμεσες τεχνολογίες @ intermediate technology ενδοκοινοτικά σύνορα @ internal Community frontier εσωτερικό δίκαιο των θρησκειών @ internal law of religions εσωτερική μετανάστευση @ internal migration διεθνής @ international διεθνής υιοθεσία @ international adoption διεθνής πολιτική @ international affairs διεθνής συμφωνία @ international agreement διεθνής βοήθεια @ international aid διεθνής διαιτησία @ international arbitration διεθνής σύμπραξη @ international cartel διεθνής Χάρτης @ international charter υπάλληλος διεθνούς οργανισμού @ international civil servant διεθνής δημόσια διοίκηση @ international civil service διεθνής εμπορική διαιτησία @ international commercial arbitration διεθνής ανταγωνισμός @ international competition διεθνής διάσκεψη @ international conference διεθνής διένεξη @ international conflict διεθνής σύμβαση @ international convention διεθνής συνεργασία @ international cooperation διεθνές δικαστήριο @ international court Διεθνές Δικαστήριο (ΟΗΕ) @ International Court of Justice διεθνής πίστη @ international credit Διεθνές ποινικό δικαστήριο @ International Criminal Court διεθνές ποινικό δίκαιο @ international criminal law Ειδικό διεθνές ποινικό δικαστήριο @ International Criminal Tribunal διεθνές νόμισμα @ international currency διεθνής διαφορά @ international dispute διεθνής καταμερισμός της εργασίας @ international division of labour διεθνές οικονομικό δίκαιο @ international economic law Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας @ International Energy Agency διεθνή δημοσιονομικά @ international finance διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο @ international human rights law διεθνή έγγραφα @ international instrument διεθνής επένδυση @ international investment διεθνή ζητήματα @ international issue Διεθνής Διάσκεψη Εργασίας @ International Labour Conference διεθνές εργατικό δίκαιο @ international labour law ΒΙΤ @ International Labour Office διεθνές δίκαιο @ international law διεθνές δίκαιο-εσωτερικό δίκαιο @ international law - national law διεθνής ρευστότητα @ international liquidity διεθνές δάνειο @ international loan διεθνής αγορά @ international market διεθνής σύνοδος @ international meeting συγχώνευση σε διεθνές επίπεδο @ international merger διεθνές νομισματικό σύστημα @ international monetary system διεθνείς διαπραγματεύσεις @ international negotiations διεθνείς οργανισμοί @ international organisation διεθνείς πληρωμές @ international payment Διεθνές Φωνητικό Αλφάβητο @ International Phonetic Alphabet διεθνείς σχέσεις @ international relations διεθνής ευθύνη @ international responsibility διεθνείς οδικές μεταφορές @ international road transport διεθνείς κυρώσεις @ international sanctions διεθνές σχολείο @ international school διεθνής ασφάλεια @ international security διεθνές πρότυπο @ international standard διεθνείς στατιστικές @ international statistics τιμολόγιο διεθνών μεταφορών @ international tariff διεθνές φορολογικό δίκαιο @ international tax law διεθνές εμπόριο @ international trade διεθνές εμπορικό δίκαιο @ international trade law διεθνείς μεταφορές @ international transport διεθνείς εθελοντές @ international voluntary worker διεθνή ύδατα @ international waters διεθνής υδάτινη οδός @ international waterway Internet @ Internet Διαδίκτυο @ Internet διαδίκτυο @ internet παροχέας πρόσβασης @ Internet access provider διεύθυνση στο Διαδίκτυο @ Internet address ιστότοπος @ Internet site διακοινοβουλευτική συνεργασία @ inter-parliamentary cooperation διακοινοβουλευτική αντιπροσωπεία @ interparliamentary delegation διακοινοβουλευτικές σχέσεις @ interparliamentary relations διακοινοβουλευτική ένωση @ Interparliamentary Union Ιντερπόλ @ Interpol ερμηνεία του δικαίου @ interpretation of the law διερμηνέας @ interpreter διερμηνεία @ interpreting διεπαγγελματική συμφωνία @ interprofessional agreement διακόπτω @ interrupt τομή @ intersection διασταύρωση @ intersection διαστική διακίνηση @ interurban migration Εμβέλεια @ interval οργανισμός παρέμβασης @ intervention agency αγορά παρέμβασης @ intervention buying παρεμβατική πολιτική @ intervention policy τιμή παρέμβασης @ intervention price απόθεμα παρέμβασης @ intervention stock συνέντευξη @ interview έντερο @ intestine στενή σχέση @ intimacy ενδοκοινοτικές πληρωμές @ intra-Community payment ενδοκοινοτικές σχέσεις @ intra-Community relations ενδοκοινοτικές συναλλαγές @ intra-Community trade ενδοκοινοτικές μεταφορές @ intra-Community transport δίκτυο intranet @ intranet ενδοαστική διακίνηση @ intraurban commuting άκυρη ψήφος @ invalid ballot paper ακυρότητα εκλογής @ invalidity of an election εφεύρεση @ invention επένδυση @ investment επένδυση στο εξωτερικό @ investment abroad ενισχύσεις για επενδύσεις @ investment aid τράπεζα επενδύσεων @ investment bank εταιρεία επενδύσεων @ investment company επενδυτικό κόστος @ investment cost εισόδημα επένδυσης @ investment income επενδυτικές πιστώσεις @ investment loan επενδυτική πολιτική @ investment policy επενδυτικό σχέδιο @ investment project προώθηση των επενδύσεων @ investment promotion εγγύηση των επενδύσεων @ investment protection τοποθέτηση κεφαλαίων @ investment transaction επενδυτής @ investor ισοζύγιο αδήλων @ invisible trade balance πρόσκληση υποβολής προσφορών @ invitation to tender τιμολόγηση @ invoicing ενεργητική τελειοποίηση @ inward processing ιώδιο @ iodine OIE @ IOE ΔΟΜ @ IOM ιόν @ ion Νήσοι Ιονίου Πελάγους @ Ionian Islands Ιόνιο Πέλαγος @ Ionian Sea ιοντίζουσα ακτινοβολία @ ionising radiation ΔΦΑ @ IPA Ιράν @ Iran Ιρανός @ Iranian ιρανικός @ Iranian Ιράκ @ Iraq Ιρακινός @ Iraqi ευέξαπτος @ irascible Ιρλανδία @ Ireland Ειρήνη @ Irene Ιριάν Τζάγια @ Irian Jaya ιρίδιο @ iridium ίρις @ iris ιρλανδικά @ Irish Ιρλανδική Θάλασσα @ Irish Sea σίδηρος @ iron σίδερο σιδερώματος @ iron σιδερώνω @ iron σιδηρούς @ iron Εποχή του Σιδήρου @ Iron Age χαλυβουργία @ iron and steel industry προϊόντα χαλυβουργίας @ iron and steel product μηχανήματα χαλυβουργίας @ iron and steel-working machinery σιδηρά πυγμή @ iron fist σιδηρομετάλλευμα @ iron ore σφυρήλατα αντικείμενα @ iron product μεταλλικά είδη οικιακής χρήσεως @ ironmongery ειρωνεία @ irony ακτινοβολημένο καύσιμο @ irradiated fuel ακτινοβολημένο προϊόν @ irradiated product ακτινοβόληση @ irradiation άρρητος @ irrational άρρητος αριθμός @ irrational number αρδευτική καλλιέργεια @ irrigated agriculture άρδευση @ irrigation είναι @ is Ησαΐας @ Isaiah ισλαμισμός @ Islam Ισλάμ @ Islam ισλαμικός @ Islamic ισλαμικό δίκαιο @ Islamic law ισλαμικό κράτος @ Islamic State νήσος @ island νησί @ island νησιωτική περιοχή @ island region Νήσος του Μαν @ Isle of Man ISO @ ISO ισογλυκόζη @ isoglucose απομονωτισμός @ isolationism ISPA @ ISPA Ισραήλ @ Israel Ισραηλινός @ Israeli ισραηλινός @ Israeli έκδοση αξιών @ issue of securities έκδοση χρήματος @ issuing of currency Κωνσταντινούπολις @ Istanbul το @ it ιταλικά @ Italian Ιταλός @ Italian ιταλικός @ Italian Ιταλία @ Italy ICC @ ITC πλανόδιο εμπόριο @ itinerant trade είναι κινέζικα για μένα @ it's all Greek to me ITU @ ITU Ακτή Ελεφαντοστού @ Ivory Coast Ιξίονας @ Ixion κάργια @ jackdaw σακάκι @ jacket Τζάκσον @ Jackson Ιακώβ @ Jacob νεφρίτης @ jade Τζακάρτα @ Jakarta μαρμελάδα @ jam Ιαμαϊκή @ Jamaica Τζαμάικα @ Jamaica Jämtland @ Jämtland county Ιωάννα @ Jane Γενίτσαροι @ janissary Ιανουάριος @ January Ιανός @ Janus Ιαπωνία @ Japan ιαπωνικά @ Japanese Ιάπωνας @ Japanese ιαπωνικός @ Japanese ίκτερος @ jaundice Ιάβα @ Java σαγόνι @ jaw κίσσα @ jay τζαζ @ jazz Ιεχωβά @ Jehovah Μάρτυρες του Ιεχωβά @ Jehovah's Witnesses τσούχτρα @ jellyfish Ιερεμίας @ Jeremiah Ιεροσόλυμα @ Jerusalem Ιησούς @ Jesus Ιησούς Χριστός @ Jesus Christ λιμενοβραχίονας @ jetty εβραίος @ Jew Εβραίος @ Jew πετράδι @ jewel κόσμημα @ jewel κοσμήματα @ jewellery χρυσοχοΐα-αργυροχοΐα @ jewellery and goldsmith's articles εβραϊκός @ Jewish Ιεζάβελ @ Jezebel ΔΕΥ @ JHA Ιωακείμ @ Joachim εργασία @ job πρόσβαση στην αγορά εργασίας @ job access ζήτηση εργασίας @ job application δημιουργία θέσεων απασχόλησης @ job creation κατάργηση θέσεων απασχόλησης @ job cuts περιγραφή καθηκόντων εργασίας @ job description επαγγελματική κινητικότητα @ job mobility διατήρηση της απασχόλησης @ job preservation ικανοποίηση από την εργασία @ job satisfaction ασφάλεια της απασχόλησης @ job security επιμερισμός θέσης εργασίας @ job sharing προσφορά εργασίας @ job vacancy σπασουάρ @ jockstrap Ιωάννης @ John ξυλουργία @ joinery κλείδωση @ joint τσιγαριλίκι @ joint κοινή δράση @ joint action ένωση οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης @ joint authority ισομερής επιτροπή ΕΚ @ joint committee on EC matters μεικτή αρμοδιότητα @ joint competence JET @ Joint European Torus συνιδιοκτησία @ joint ownership κοινή θέση @ joint position Κοινό Κέντρο Ερευνών @ Joint Research Centre κοινή θυγατρική εταιρεία @ joint subsidiary κοινή επιχείρηση @ joint venture μπαλαντέρ @ joker Ιορδανία @ Jordan Ιώσηπος @ Joseph δημοσιογραφία @ journalism δημοσιογράφος @ journalist ταξίδι @ journey χαρά @ joy πηδάλιο @ joystick Jönköping @ Jönköping county ιουδαϊσμός @ Judaism δικαστής @ judge κριτής @ judge απόφαση του Δικαστηρίου ΕΚ @ judgment of the EC Court δικαστική συνεργασία @ judicial cooperation διεξαγωγή αποδείξεων @ judicial inquiry ανάκριση @ judicial investigation δικαστική εξουσία @ judicial power διαδικασία ενώπιον δικαστηρίων @ judicial proceedings μεταρρύθμιση οργανισμού των δικαστηρίων @ judicial reform δικαστικός έλεγχος @ judicial review χωρισμός με δικαστική απόφαση @ judicial separation χυμός @ juice Ιούλιος @ July Ιούνιος @ June γιουνίπερος @ juniper έτοιμο @ junk food τοξικομανής @ junkie αρμοδιότητα των δικαστηρίων @ jurisdiction αρμοδιότητα καθ' ύλην @ jurisdiction ratione materiae ένορκος @ juror μόνο @ just μόλις @ just δίκαιος @ just Ιουστίνος @ Justin ιούτα @ jute δικαστήριο ανηλίκων @ juvenile court εγκληματική συμπεριφορά των νέων @ juvenile delinquency Καμπούλ @ Kabul λαχανίδα @ kale Kalmar @ Kalmar county καγκουelρό @ kangaroo καπόκ @ kapok Karlovy Vary @ Karlovy Vary Κατμαντού @ Kathmandu Kaunas @ Kaunas Κοζάκος @ Kazakh κοζάκικα @ Kazakh κοζάκικος @ Kazakh Καζακστάν @ Kazakhstan Καζαχστάν @ Kazakhstan Καζάν @ Kazan Γύρος Κέννεντυ @ Kennedy Round Κένυα @ Kenya κιρκινέζι @ kestrel βραχοκιρκίνεζο @ kestrel κέτσαπ @ ketchup χύτρα @ kettle τσαγερό @ kettle κλειδί @ key πλήκτρο @ key καίριος @ key πληκτρολόγιο @ keyboard κλαβιέ @ keyboard Χαρτούμ @ Khartoum χμερ @ Khmer Χρουστσόφ @ Khrushchev κατσικάκι @ kid νεφρό @ kidney νεφρική νόσος @ kidney disease Κίεβο @ Kiev φόνος @ kill με ένα σμπάρο δυο τρυγόνια @ kill two birds with one stone χιλιόγραμμο @ kilogram χιλιόμετρο @ kilometer χιλιόμετρο @ kilometre κιμονό @ kimono συγγενής @ kin βασιλιάς @ king ρήγας @ king βασίλειο @ kingdom συγγένεια @ kinship κιόσκι @ kiosk Κιριμπάτι @ Kiribati φιλώ @ kiss μαγειρείο @ kitchen περιβόλι @ kitchen garden χαρταετός @ kite Klaipėda @ Klaipėda γλώσσα @ Klingon ζυμώνω @ knead γόνατο @ knee γονατίσει @ kneel μαχαίρι @ knife λεπίδα @ knife μαχαιρώνω @ knife ιππότης @ knight πλεκτοβιομηχανία @ knitted and crocheted goods Κνωσός @ Knossos κόμπος @ knot κόμβος @ knot δένω κόμπο @ knot ρόζος @ knot όζος @ knot ξέρω @ know γνωρίζω @ know τεχνογνωσία @ know-how οικονομία της γνώσης @ knowledge economy η γνώση είναι δύναμη @ knowledge is power διαχείριση των γνώσεων @ knowledge management κορεατικά @ Korean κορεατικός @ Korean Κορεάτης @ Korean Koroška @ Koroška Περιοχή της Košice @ Košice region Κοσσυφοπέδιο @ Kosovo Καινιξβέργη @ Königsberg Kronoberg @ Kronoberg county κρυπτό @ krypton Κου Κλουξ Κλαν @ Ku Klux Klan Κουάλα Λουμπούρ @ Kuala Lumpur κουμ κουάτ @ kumquat κουρδικά @ Kurdish κουρδικός @ Kurdish Κουρδιστάν @ Kurdistan Κουρδικό ζήτημα @ Kurdistan question Kurzeme @ Kurzeme Κουβέιτ @ Kuwait Kujawsko-Pomorskie @ Kuyavia-Pomerania province Κιότο @ Kyoto Κιργιζία @ Kyrgyzstan Λα Παζ @ La Paz επισήμανση @ labelling εργαστήριο @ laboratory εργασιακή σύγκρουση @ labour dispute ευελιξία της εργασίας @ labour flexibility εργατικό δυναμικό @ labour force επιθεώρηση εργασίας @ labour inspectorate εργατικό δίκαιο @ labour law αγορά της εργασίας @ labour market κινητικότητα του εργατικού δυναμικού @ labour mobility εργατικό κόμμα @ Labour Party εργασιακές σχέσεις @ labour relations έλλειψη εργατικού δυναμικού @ labour shortage κανόνας εργασίας @ labour standard δικαστήριο εργατικών διαφορών @ labour tribunal λαβύρινθος @ labyrinth ­­­­­λάκη @ lac λακρός @ lacrosse λακτόζη @ lactose σκάλα @ ladder Κυρίες και κύριοι @ ladies and gentlemen κουτάλα @ ladle κυρία @ lady λαίδη @ lady πασχαλίτσα @ ladybird πασχαλίτσα @ ladybug SELA @ LAES χώρες του SELA @ LAES countries χώρες του ALADI @ Lafta countries ALADI @ LAIA λίμνη @ lake ­­­­­λάκη @ lake αρνί @ lamb Λάμια @ lamia λάμπα @ lamp αμπαζούρ @ lampshade λόγχη @ lance ξηρά @ land προσγειώνω @ land γαίες @ land έγγειος ιδιοκτησία @ land and buildings φορέας γεωργικής χωροταξίας @ land bank Στρατός Ξηράς @ land forces έγγειος κινητικότητα @ land mobility κτηματολογική πολιτική @ land policies παραγωγικότητα των γαιών @ land productivity εδαφομεταρρύθμιση @ land reform δημόσιο κτηματολόγιο @ land register γεωργική χωροταξία @ land restructuring χερσαία μεταφορά @ land transport χρήση των γαιών @ land use καθεστώς γεωκτησίας @ landholding system σπιτονοικοκύρης @ landlord λωρίδα @ lane γλώσσα @ language γλώσσα προγραμματισμού @ language ιδιογλωσσία @ language λόγος @ language πολιτική σε θέματα γλώσσας @ language policy διδασκαλία ξένων γλωσσών @ language teaching Λανγκντόκ-Ρουσιγιόν @ Languedoc-Roussillon φανάρι @ lantern λανθάνιο @ lanthanum Λάος @ Laos Λαπωνία @ Lapland τετηγμένο χοίρειο λίπος @ lard μεγάλος @ large μεγάλη επιχείρηση @ large business πολυμελής οικογένεια @ large family μεγάλη γεωργική εκμετάλλευση @ large holding μεταφορικό μέσο μεγάλης χωρητικότητας @ large vehicle μεγάλα δημόσια έργα @ large-scale construction σταρήθρα @ lark λαρυγγικός @ laryngeal λαρυγγολόγος @ laryngologist λάρυγγας @ larynx λαγνός @ lascivious λέιζερ @ laser φυσική των λέιζερ @ laser physics όπλα ακτίνων λέιζερ @ laser weapon πέρυσι @ last year λανθάνων @ latent Latgale @ Latgale λατινικά @ Latin λατινικό αλφάβητο @ Latin alphabet Λατινική Αμερική @ Latin America λατινοαμερικανικός οργανισμός @ Latin American organisation Κοινοβούλιο της Λατινικής Αμερικής @ Latin American Parliament Λάτιο @ Latium καφάσι @ lattice Λετονία @ Latvia Λεττονία @ Latvia λεττονικά @ Latvian γέλιο @ laughter εγκατάσταση εκτόξευσης @ launch facility διαστημικός ενισχυτικός κινητήρας @ launch vehicle διάθεση νέου προϊόντος στην αγορά @ launching of a product Λαύρα @ Laura δάφνη @ laurel Λαυρέντιος @ Laurence νόμος @ law τραπεζικό δίκαιο @ law of banking δικαίωμα των κρατών @ law of nations ενοχικό δίκαιο @ law of obligations δίκαιο του διαστήματος @ law of outer space κληρονομικό δικαίωμα @ law of succession δίκαιο της θάλασσας @ law of the sea δίκαιο του πολέμου @ law of war συναλλαγματικό δίκαιο @ law on negotiable instruments δίκαιο των πληροφοριών @ law relating to information σωφρονιστικό δίκαιο @ law relating to prisons λωρέντσιο @ lawrencium δικηγόρος @ lawyer ορκωτός δικαστής @ lay magistrate πουλερικά ωοπαραγωγής @ laying poultry μόλυβδος @ lead αρχηγός της αντιπολίτευσης @ leader of the opposition αμόλυβδη βενζίνη @ lead-free petrol φύλλο @ leaf φυλλώδες λαχανικό @ leaf vegetable πάλλομαι @ leap απόκτηση γνώσεων @ learning μέθοδος εκμάθησης @ learning technique μισθωτήριο @ lease νυφίτσα @ least weasel λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες @ least-developed country δέρμα @ leather βυρσοδεψία @ leather industry φεύγω @ leave άδεια για πολιτικούς λόγους @ leave for political activities άδεια για κοινωνικούς λόγους @ leave on social grounds Λίβανος @ Lebanon διάλεξη @ lecture βδέλλα @ leech πράσο @ leek Υπήνεμοι Νήσοι @ Leeward Islands αριστερισμός @ leftism πόδι @ leg νόμιμος @ legal νομικός @ legal αξίωση παροχής εννόμου προστασίας @ legal action νομικός σύμβουλος @ legal adviser ευεργέτημα πενίας @ legal aid νομική βάση @ legal basis ικανότητα δικαίου @ legal capacity κώδικας @ legal code νομική συνεργασία @ legal cooperation νομικές εφαρμογές πληροφορικής @ legal data processing νομότυπη κατάθεση @ legal deposit νομική θεωρία @ legal doctrine νόμιμη κατοικία @ legal domicile δικαστικά έξοδα @ legal expenses συνεδρίαση του δικαστηρίου @ legal hearing μεθοδολογία του δικαίου @ legal methodology νομικό πρόσωπο @ legal person δικαστική δίωξη @ legal process δικαστικά επαγγέλματα @ legal profession νομική επιστήμη @ legal science νομικό καθεστώς @ legal status δικαστικό σύστημα @ legal system νόμιμη διάρκεια της εργασίας @ legal working time νομιμότητα @ legality θρύλος @ legend θρυλικός @ legendary νομοθεσία @ legislation σύνταξη νομοθετικών κειμένων @ legislative drafting νομοθετική πρωτοβουλία @ legislative initiative βουλευτική περίοδος @ legislative period νομοθετική εξουσία @ legislative power νομοθετική διαδικασία @ legislative procedure σχέση νομοθετικής-εκτελεστικής εξουσίας @ legislative-executive relations νομιμότητα εξουσίας @ legitimacy ψυχανθές @ leguminous vegetable Λένστερ @ Leinster αναψυχή @ leisure χώρος αναψυχής @ leisure park λεμόνι @ lemon λεμονιά @ lemon λεμονί @ lemon Μελίσσα @ lemon balm λεμονάδα @ lemonade δανείζω @ lend μήκος @ length διάρκεια μεταφοράς @ length of journey διάρκεια ισχύος του μισθωτηρίου @ length of lease διάρκεια σπουδών @ length of studies φακός @ lens Σαρακοστή @ Lent φακή @ lentil Λέων @ Leo λεσβία @ lesbian λεσβιακός @ lesbian Λέσβος @ Lesbos Λεσόθο @ Lesotho Μικρές Αντίλλες @ Lesser Antilles νανοτσικλιτάρα @ lesser spotted woodpecker μειονεκτική γεωργική περιοχή @ less-favoured agricultural area μειονεκτική περιφέρεια @ less-favoured region μάθημα @ lesson πόσο μάλλον @ let alone πάμε @ let's go άντε @ let's go γράμμα @ letter επιστολή @ letter μαρούλι @ lettuce λευχαιμία @ leukemia επίπεδο @ level επίπεδο εκπαίδευσης @ level of education μοχλός @ lever λεξικογραφία @ lexicography ΛΟΑΤ @ LGBT Λάσα @ Lhasa ευθύνη @ liability ευθύνη κράτους μέλους @ liability of the State φιλελεύθερο κόμμα @ Liberal Party ελευθέριο επάγγελμα @ liberal profession απελευθέρωση της αγοράς @ liberalisation of the market απελευθέρωση των συναλλαγών @ liberalisation of trade φιλελευθερισμός @ Liberalism Liberec @ Liberec Λιβερία @ Liberia φιλήδονος @ libidinous βιβλιοθήκη @ library Λιβύη @ Libya λειχήνα @ lichen γλείφω @ lick Καπάκι, το @ lid κείτομαι @ lie ψέμμα @ lie ψεύδομαι @ lie Λιχτενστάιν @ Liechtenstein υπολοχαγός @ lieutenant ζωή @ life ισόβια @ life βίος @ life ασφάλεια ζωής @ life assurance προσδόκιμο επιβίωσης @ life expectancy βιολογικές επιστήμες @ life sciences ανελκυστήρας @ lift φως @ light ανάβω @ light φωτίζω @ light αχνός @ light φωτεινός @ light ηλεκτρική λάμπα @ light bulb ελαφρά βιομηχανία @ light industry έτος φωτός @ light year αναπτήρας @ lighter φάρος @ lighthouse φωτισμός @ lighting υλικό φωτισμού @ lighting equipment αστραπή @ lightning λιγνίτης @ lignite λιγνίτη @ lignite Λιγυρία @ Liguria Λιγυρική Θάλασσα @ Ligurian Sea μου αρέσει @ like σαν @ like Λιμβούργο @ Limburg ασβεστόλιθος @ limestone παραγραφή της αξιώσεως @ limitation of legal proceedings περιορισμένη διάδοση @ limited circulation ετερόρρυθμη εταιρεία @ limited partnership Λιμουζέν @ Limousin κουτσαίνω @ limp γραμμή @ line σπάγκος @ line κοινή διάλεκτος @ lingua franca γλωσσολόγος @ linguist γλωσσικές διακρίσεις @ linguistic discrimination γλωσσική ομάδα @ linguistic group γλωσσολογία @ linguistics Λίνουξ @ Linux λιοντάρι @ lion λιονταράκι @ lion cub λιονταρίνα @ lioness χείλος @ lip κραγιόν @ lipstick ηδύποτο @ liqueur εκκαθάριση εταιρείας @ liquidation έλεγχος ρευστότητας @ liquidity control Λισσαβώνα @ Lisbon Λισαβόνα και Κοιλάδα του Τάγου @ Lisbon and the Tagus Valley κατάλογος @ list σύστημα ψήφισης συνδυασμών @ list voting system ακούω @ listen λογοτεχνική και καλλιτεχνική ιδιοκτησία @ literary and artistic property λογοτέχνης @ literary profession λογοτεχνία @ literature λίθιο @ lithium Λιθουανία @ Lithuania λιθουανικά @ Lithuanian λίτρο @ litre μικρός @ little λίγο @ little κουκουβάγια @ little owl Μικρή Πολωνία @ Little Poland province Κοκκινοσκουφίτσα @ Little Red Riding Hood ακτή @ littoral λειτουργία @ liturgy ζω @ live διαμένω @ live ζωντανός @ live επιζώ @ live ζωντανά @ live ζώντα ζώα @ live animal ζώντα πουλερικά @ live poultry συκώτι @ liver Λίβερπουλ @ Liverpool ζωικό κεφάλαιο @ livestock κτηνοτροφία @ livestock farming ζωική μονάδα @ livestock unit συνθήκες διαβίωσης @ living conditions ζωντανή γλώσσα @ living language ζωντανό φυτό @ living plant διαθήκη ζωής @ living will σαύρα @ lizard Λιουμπλιάνα @ Ljubljana λάμα @ llama φόρτωση @ load καρβέλι @ loaf δανειοδότηση @ loan δάνειο @ loan δανείζω @ loan αστακός @ lobster δικαιοσύνη της γειτονιάς @ local access to the law τοπικό δίκτυο @ local area network οργανισμός τοπικής αυτοδιοίκησης @ local authority δημόσια οικονομικά τοπικής αυτοδιοίκησης @ local authority finances τοπικός προϋπολογισμός @ local budget τοπικές εκλογές @ local election τοπικές πρωτοβουλίες απασχόλησης @ local employment initiative τοπική αυτοδιοίκηση @ local government νομοθεσία τοπικής αυτοδιοίκησης @ local legislation τοπικό μέσο μαζικής επικοινωνίας @ local media τοπική ρύπανση @ local pollution δημοτικοί φόροι @ local tax τοπικός οίνος @ local wine αιρετός εκπρόσωπος τοπικής αυτοδιοίκησης @ locally elected representative εγκατάσταση βιομηχανιών @ location of industry τόπος παραγωγής @ location of production ανταπεργία @ lockout ατμομηχανή @ locomotive ακρίδα @ locust Lodzkie @ Lodz province ημερολόγιο @ log διαχείριση υλικού @ logistics λογότυπο @ logo λαγόνες @ loin περιοχή του Λίγηρα @ Loire Region γλειφιτζούρι @ lollipop Λομβαρδία @ Lombardy σύμβαση Λομέ @ Lomé Convention Λονδίνο @ London Λονδρέζος @ London μοναξιά @ loneliness νανόμπουφος @ long-eared owl μακροπρόθεσμη πίστωση @ long-term credit μακροπρόθεσμη χρηματοδότηση @ long-term financing μακροπρόθεσμη πρόβλεψη @ long-term forecast μακροχρόνια ανεργία @ long-term unemployment Κύριε @ Lord δεσπότης @ lord κύριος @ lord Λωρραίνη @ Lorraine έλλειμμα @ loss λωτός @ lotus ηχηρός @ loud θορυβώδης @ loud Λουδοβίκος @ Louis Λουιζιάνα @ Louisiana ψείρα @ louse κοπρόσκυλον @ louse Λέουβεν @ Louvain αγάπη @ love αγαπώ @ love κάνω έρωτα @ love λατρεύω @ love εκτιμώ @ love κεραυνοβόλος έρωτας @ love at first sight ερωτικό τρίγωνο @ love triangle εραστής @ lover χαμηλό εισόδημα @ low income χαμηλόμισθοι @ low pay χαμηλό ενοίκιο @ low rent Niederösterreich @ Lower Austria Κάτω Καρπάθια @ Lower Carpathians province κατώτερη τάξη @ lower class Κάτω Νορμανδία @ Lower Normandy Κάτω Σαξωνία @ Lower Saxony Κάτω Σιλεσία @ Lower Silesia province Lubelskie @ Lublin province λιπαντικό @ lubricant λιπαντικό @ lubricants Lubuskie @ Lubus province μηδική @ lucerne Λουκιανός @ Lucian Εωσφόρος @ Lucifer οσφυαλγία @ lumbago γεύμα @ lunch γευματίζω @ lunch πνεύμονας @ lung λαγνεία @ lust λάμψη @ luster λουτέτσιο @ lutetium Λουξεμβούργο @ Luxembourg βιομηχανία ειδών πολυτελείας @ luxury products industry λύγκας @ lynx Λυών @ Lyons λύρα @ lyre στίχοι @ lyrics λυσίνη @ lysine Μακάο @ Macao Μακάου @ Macau Μακεδονία @ Macedonia Σκόπια @ Macedonia Μακεδόνας @ Macedonian μακεδονικός @ Macedonian μαρουλάκι @ mâche μηχανή @ machine πολυβόλο @ machine gun γλώσσα μηχανής @ machine language εργαλειομηχανή @ machine tool αυτόματη μετάφραση @ machine translation μηχάνημα @ machinery βιομηχανία εργαλειο/μηχανών @ machine-tool industry σκουμπρί @ mackerel μακροοικονομία @ macroeconomics Μακροοικονομία @ macroeconomics τρελός @ mad έξαλλος @ mad Μαδαγασκάρη @ Madagascar Μαδέρα @ Madeira Μαδρίτη @ Madrid μαφία @ Mafia περιοδικό @ magazine γεμιστήρας @ magazine πυριτιδαποθήκη @ magazine Μαγκρέμπ @ Maghreb δικαστικός λειτουργός @ magistrate μάγμα @ magma Μάγκνα Κάρτα @ Magna Carta μαγνήσιο @ magnesium μαγνήτης @ magnet μαγνητικό @ magnetic μαγνητικός @ magnetic σαγηνευτικός @ magnetic μέσο μαγνητικής εγγραφής @ magnetic medium μαγνητισμός @ magnetism καρακάξα @ magpie ταχυδρομείο @ mail ταχυδρόμος @ mailman κύρια επιφάνεια @ main acreage συντήρηση @ maintenance υποχρέωση διατροφής @ maintenance obligation αραβόσιτος @ maize αραβοσιτέλαιο @ maize oil Μαγιόρκα @ Majorca πλειοψηφία @ majority voting πλειοψηφικό σύστημα @ majority voting system κατασκευάζω @ make object: φτιάχνω @ make μάρκα @ make πνίγομαι σε μια κουταλιά νερό @ make a mountain out of a molehill κάνω έρωτα @ make love ελονοσία @ malaria Μαλάουι @ Malawi μαλαισιανά @ Malay της Μαλαισίας @ Malay Μαλαισιανός @ Malay μαλαγιαλαμικά @ Malayalam Μαλαισία @ Malaysia Μαλδίβες @ Maldives άνδρας @ male Μαλί @ Mali Μάλι @ Mali αγριόπαπια @ mallard σφύρα @ malleus κακή διατροφή @ malnutrition βύνη @ malt Μάλτα @ Malta Μαλτέζος @ Maltese μαλτέζικα @ Maltese μάμπο @ mambo θηλαστικό @ mammal άντρας @ man άνθρωπος @ Man άνθρωπος @ man πιόνι @ man διαχείριση @ management λογιστική διαχείριση @ management accounting διαχειριστικός έλεγχος @ management audit σύστημα διοικητικής πληροφόρησης @ management information system διαχείριση των πλουτοπαραγωγικών πόρων @ management of resources διαχείριση βάσει προβλέψεων @ management planning τεχνική διαχείρισης @ management techniques σπουδές διοίκησης επιχειρήσεων @ management training διοικητικό στέλεχος @ manager διευθυντής @ manager διευθυντής επιχείρησης @ managing director Μαντζουρία @ Manchuria μανταρίνι @ mandarin μανδαρίνος @ mandarin μανταρίνι @ mandarin orange μανταρινιά @ mandarin orange μανδραγόρας @ mandrake μαγγάνιο @ manganese μανιφέστο @ manifesto Μανίλα @ Manila ανθρωπογενής καταστροφή @ man-made disaster ύφασμα από συνθετικά νήματα @ man-made fibre ανάγκη εργατικού δυναμικού @ manpower needs προγραμματισμός του εργατικού δυναμικού @ manpower planning εγχειρίδιο @ manual χειρώνακτες @ manual worker βιομηχανικές ζωοτροφές @ manufactured feedingstuffs μεταποιημένο προϊόν @ manufactured goods χειρόγραφο @ manuscript πολλοί @ many ευχαριστώ πολύ @ many thanks Μάο Τσετούνγκ @ Mao Zedong μαοϊσμός @ Maoism χάρτης @ map σφεντάμι @ maple μαραθικά @ Marathi μαραθώνιος @ marathon Μάρτιος @ March Μάρκε @ Marches φοράδα @ mare μαργαρίνη @ margarine κοινωνικός αποκλεισμός @ marginalisation Νήσοι Μαριάννες @ Mariana Islands Marijampolė @ Marijampolė μαριχουάνα @ marijuana θαλάσσιο οικοσύστημα @ marine ecosystem θαλάσσιο περιβάλλον @ marine environment ναυτασφάλιση @ marine insurance θαλάσσια είδη @ marine life θαλάσσιο θηλαστικό @ marine mammal ρύπανση της θάλασσας @ marine pollution οικογενειακή κατάσταση @ marital status θαλάσσιες εκτάσεις @ maritime area θαλάσσια ακτοπλοΐα @ maritime cabotage ναυτιλιακή διάσκεψη @ maritime conference θαλάσσια δικαιοδοσία @ maritime court ναυτικό δίκαιο @ maritime law θαλάσσια ασφάλεια @ maritime safety θαλάσσια ναυσιπλοΐα @ maritime shipping θαλάσσια επιτήρηση @ maritime surveillance θαλάσσια μεταφορά @ maritime transport αγορά @ market πρόσβαση στην αγορά @ market access άδεια πώλησης @ market approval χρηματιστηριακή αξία @ market capitalisation οικονομία της αγοράς @ market economy διεύρυνση της αγοράς @ market enlargement κηπευτική καλλιέργεια @ market gardening παρέμβαση στην αγορά @ market intervention οργάνωση της αγοράς @ market organisation σχεδιασμός της αγοράς @ market planning αγοραία τιμή @ market prices προστασία της αγοράς @ market protection έρευνα αγοράς @ market research εξομάλυνση της αγοράς @ market stabilisation εποπτεία της αγοράς @ market supervision στήριξη της αγοράς @ market support εμπορία @ marketing περιορισμός εμπορίας @ marketing restriction κανόνας εμπορίας @ marketing standard καλλιεργητική περίοδος @ marketing year κατανομή της αγοράς @ market-sharing agreement μαρμελάδα @ marmalade αρκτόμυς @ marmot γάμος @ marriage εικονικός γάμος @ marriage of convenience γαμηλιότητα @ marriage rate παντρεμένος @ married έγγαμος @ married person μεδούλι @ marrow παντρεύομαι @ marry Άρης @ Mars Μασσαλία @ Marseilles Νήσοι Μάρσαλ @ Marshall Islands μαρσιποφόρο @ marsupial δενδροκούναβο @ marten πολεμικές τέχνες @ martial art Μαρτινίκα @ Martinique μαρξισμός @ Marxism Μαρία @ Mary ανδρικός @ masculine αρσενικός @ masculine Μασρέκ @ Mashreq προσωπίδα @ mask μάζα @ mass μαζική επικοινωνία @ mass communications μαζική εκπαίδευση @ mass education μέσο μαζικής επικοινωνίας @ mass media μαζική παραγωγή @ mass production μαζικός τουρισμός @ mass tourism σφαγή @ massacre μαλάσσω @ massage προϊόν ευρείας κατανάλωσης @ mass-consumption product αυνανίζομαι @ masturbate σπίρτο @ match ματς @ match υλικός @ material υλικό @ material ύλη ζωικής προέλευσης @ material of animal origin τεχνολογία υλικών @ materials technology μητρικός @ maternal μαιευτικός θάνατος @ maternal death παππούς @ maternal grandfather θείος @ maternal uncle επίδομα μητρότητας @ maternity benefit άδεια μητρότητας @ maternity leave μαθηματικά @ mathematics δίκαιο γαμικών σχέσεων @ matrimonial law πίνακας @ matrix Ματθαίος @ Matthew στρώμα @ mattress Μαυριτανία @ Mauritania Μαυρίκιος @ Mauritius μέγιστη τιμή @ maximum price Μάϊος @ May μπορώ @ may ίσως @ may ίσως @ maybe δήμαρχος @ mayor Μαγιότ @ Mayotte Mazowieckie @ Mazovia province McDonald's @ McDonald's με @ me μου @ me υδρόμελι @ mead σιμιγδάλι @ meal γεύμα @ meal άλφιτο @ meal μέσος @ mean άγριος @ mean σημασία @ meaning νόημα @ meaning μέσο γεωργικής παραγωγής @ means of agricultural production μέσο επικοινωνίας @ means of communication δημόσιες μεταφορές @ means of public conveyance μεταφορικό μέσο @ means of transport εντωμεταξύ @ meanwhile μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος @ measure having equivalent effect συσκευή μέτρησης @ measuring equipment κρέας @ meat σάρκα @ meat κρεατοβιομηχανία @ meat processing industry προϊόν κρέατος @ meat product μηχανικός @ mechanic μηχανουργία @ mechanical engineering μηχανικά υλικά @ mechanical equipment μηχανική δόνηση @ mechanical vibration μηχανική @ mechanics εκμηχάνιση @ mechanisation εκμηχάνιση της γεωργίας @ mechanisation of agriculture μηχανισμός @ mechanism Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία @ Mecklenburg-West Pomerania βιβλιοθήκη πολυμέσων @ media library διάμεσος @ median διαμεσολαβητής @ mediator ιατρικός εξοπλισμός @ medical and surgical instruments ιατρικό κέντρο @ medical centre ιατρικές εφαρμογές της πληροφορικής @ medical computing ιατρικά στοιχεία @ medical data ιατρική διάγνωση @ medical diagnosis ιατρικό σφάλμα @ medical error ιατρική εξέταση @ medical examination νοσηλευτικό ίδρυμα @ medical institution ιατρικό δίκαιο @ medical law φαρμακευτικό φυτό @ medical plant ιατρική πραγματογνωμοσύνη @ medical report ιατρική έρευνα @ medical research ιατρικές επιστήμες @ medical science ιατρική ειδικότητα @ medical specialisation ιατρική εκπαίδευση @ medical training φάρμακα @ medicament ιατρική @ medicine μεσαιωνική ιστορία @ medieval history μέτριος @ mediocre Μεσόγειος @ Mediterranean μεσογειακή γεωργία @ Mediterranean agriculture μεσογειακό δάσος @ Mediterranean forest Μεσόγειος Θάλασσα @ Mediterranean Sea μεσαία επιχείρηση @ medium-sized business γεωργική εκμετάλλευση μεσαίου μεγέθους @ medium-sized holding ημιελαφρά βιομηχανία @ medium-sized industry πόλη μετρίου μεγέθους @ medium-sized town μεσοπρόθεσμη πίστωση @ medium-term credit οικονομική συνδρομή @ medium-term financial assistance μεσοπρόθεσμη χρηματοδότηση @ medium-term financing μεσοπρόθεσμη πρόβλεψη @ medium-term forecast μεγαλομανία @ megalomania μεγαλούπολη @ megalopolis μελαγχολία @ melancholy Μελανησία @ Melanesia μελανώμα @ melanoma Μελβούρνη @ Melbourne Μελίλλια @ Melilla μελωδία @ melody πεπόνι @ melon τήκω @ melt μέλος @ member χώρα μέλος @ member country βουλευτής @ Member of Parliament μέλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου ΕΚ @ member of the EC Court of Auditors μέλος του Δικαστηρίου ΕΚ @ member of the EC Court of Justice βουλευτής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου @ Member of the European Parliament συνεισφορές των κρατών μελών @ Member State's contribution μεμβράνη @ membrane μιμίδιο @ meme μνήμη @ memory ανάμνηση @ memory μεντελέβιο @ mendelevium επαιτεία @ mendicity εμμηνόρροια @ menstruation ψυχική υγεία @ mental health ψυχική ασθένεια @ mental illness διανοητική ένταση @ mental stress άτομο με διανοητική μειονεξία @ mentally disabled εδεσματολόγιο @ menu μενού @ menu νιαούρισμα @ meow νιάου @ meow νιαουρίζω @ meow μισθοφόρος @ mercenary μερτσαντάιζινγκ @ merchandising έμπορος @ merchant εμπορικός στόλος @ merchant fleet Mercosur @ Mercosur χώρες της Mercosur @ Mercosur countries υδράργυρος @ mercury Ερμής @ Mercury συγχώνευση επιχειρήσεων @ merger έλεγχος των συγκεντρώσεων @ merger control συνθήκη συγχωνεύσεως @ Merger Treaty Καλά Χριστούγεννα @ merry Christmas Καλά Χριστούγεννα @ Merry Christmas and a Happy New Year! σμιγός @ meslin νεοολιθική @ Mesolithic μήνυμα @ message αγγελιοφόρος @ messenger μεταβολισμός @ metabolism μεταλλικός @ metal υποπροϊόν μεταλλουργίας @ metal by-product επίστρωση μετάλλων @ metal coating μεταλλική επίπλωση @ metal furniture ρύπανση από μέταλλα @ metal pollution μεταλλικό προϊόν @ metal product μεταλλική κατασκευή @ metal structure απορρίμματα μετάλλων @ metal waste μεταλλικό ορυκτό @ metallic ore μεταλλοειδή @ metalloid μεταλλουργική βιομηχανία @ metallurgical industry μεταλλουργία @ metallurgy μέταλλα @ metals κατασκευή μεταλλικών κουφωμάτων @ metalwork κατεργασία μετάλλων @ metalworking μεταφορά @ metaphor μετεμψύχωσις @ metempsychosis μετέωρο @ meteor μετεωρολογία @ meteorology μέτρο @ meter μεθάνιο @ methane μεθανόλη @ methanol μέθοδος @ method μέτρο @ metre μετρικός @ metric μετρό @ metro μετρολογία @ metrology μητρόπολη @ metropolis Μεξικό @ Mexico Πόλη του Μεξικού @ Mexico Πόλη του Μεξικού @ Mexico City Μετζοτζόρνο (Ιταλικός Νότος) @ Mezzogiorno Μιχαήλ @ Michael μικρόβιο @ microbe μικροϋπολογιστής @ micro-computer μικροοικονομία @ microeconomics μικροηλεκτρονική @ microelectronics μικροεπιχείρηση @ micro-enterprise μικροχρηματοδότηση @ microfinance μικροφόρμα @ microform μικροπιστώσεις @ microloan Μικρονησία @ Micronesia μικροοργανισμός @ microorganism φούρνος μικροκυμάτων @ microwave oven μεσεγκέφαλος @ midbrain μέση @ middle μεσαία τάξη @ middle class Μέση και Εγγύς Ανατολή @ Middle East Μέση Ανατολή @ Middle East μέσος @ middle finger μεσαίο στέλεχος @ middle management Κεντρική Norrland @ Middle Norrland Νότια Πυρηναία @ Midi-Pyrenees μαία @ midwife ημικρανία @ migraine μετανάστης @ migrant ανεργία διακινούμενων εργαζομένων @ migrant unemployment διακινούμενος εργαζόμενος @ migrant worker μετανάστευση @ migration έλεγχος της μετανάστευσης @ migration control πληθυσμιακή διακίνηση @ migration for settlement purposes μετανάστευση από την ύπαιθρο στις πόλεις @ migration from the countryside to the town μεταναστευτική πολιτική @ migration policy μεταναστευτικό ρεύμα @ migratory movement Μιλάνο @ Milan ήπιος @ mild μίλι @ mile στρατιωτικοποίηση του διαστήματος @ militarisation of space στρατοκρατία @ militarism στρατός @ military στρατιωτικό αεροσκάφος @ military aircraft στρατιωτική βάση @ military base στρατιωτικό νεκροταφείο @ military cemetery στρατιωτική συνεργασία @ military cooperation στρατοδικείο @ military court ποινικό στρατιωτικό δίκαιο @ military criminal law στρατιωτική πειθαρχία @ military discipline εξοπλισμοί @ military equipment στρατιωτική επέμβαση @ military intervention στρατιωτικό δίκαιο @ military law στρατιωτικά γυμνάσια @ military manoeuvres στρατιωτική κατοχή @ military occupation στρατιωτικό προσωπικό @ military personnel στρατιωτικό καθεστώς @ military regime έρευνα για στρατιωτικούς σκοπούς @ military research στρατιωτικές κυρώσεις @ military sanctions στρατιωτική επιστήμη @ military science στρατιωτικό απόρρητο @ military secret στρατιωτική εκπαίδευση @ military training γάλα @ milk αρμέγω @ milk υποπροϊόν του γάλακτος @ milk by-product λιπαρές ουσίες του γάλακτος @ milk fat γαλακτοκομικό προϊόν @ milk product πρωτεΐνη γάλακτος @ milk protein αμελκτική μηχανή @ milking machine αρμέχτρα @ milkmaid μύλος @ mill κεχρί @ millet δισεκατομμύριο @ milliard χιλιοστόλιτρο @ millilitre χιλιοστόμετρο @ millimetre εκατομμύριο @ million εκατομμυριούχος @ millionaire μυλόπετρα @ millstone νους @ mind ορυχείο @ mine δικός μου @ mine νάρκη @ mine μεταλλωρύχος @ miner ανόργανη ένωση @ mineral compound ορυκτέλαια @ mineral oil μεταλλευτική έρευνα @ mineral prospecting ορυκτός πλούτος @ mineral resources μεταλλικό νερό @ mineral water ορυκτολογία @ mineralogy κατώτατος μισθός @ minimum pay ελάχιστη τιμή @ minimum price ελάχιστο απόθεμα @ minimum stock εξόρυξη @ mining extraction εξορυκτική βιομηχανία @ mining industry μεταλλευτική εκμετάλλευση @ mining of ore εξορυκτική επιχείρηση @ mining operation μεταλλευτικό προϊόν @ mining product μεταλλευτική παραγωγή @ mining production υπουργός @ minister υπουργική συνάντηση @ ministerial meeting ευθύνη υπουργών @ ministerial responsibility υπουργείο @ ministry Μινόρκα @ Minorca μειονοτική γλώσσα @ minority language Μίνσκ @ Minsk νομισματοκοπείο @ mint μέντα @ mint μινουέτο @ minuet πλην @ minus αρνητικός @ minus λεπτό @ minute στιγμή @ minute μοίρα @ minute μικροσκοπικός @ minute πρακτικά @ minute μονάδα @ minute πρωτοκολλώ @ minute θαύμα @ miracle θαυματουργικός @ miraculous αντικατοπτρισμός @ mirage αποβολή @ miscarriage δικαστική πλάνη @ miscarriage of justice επί μέρους βιομηχανικοί κλάδοι @ miscellaneous industries δεσποινίδα @ Miss νοσταλγώ @ miss δεσποινίδα @ miss αστοχώ @ miss χάνω @ miss πύραυλοι @ missile καταχνιά @ mist κύριος @ mister ερωμένη @ mistress κατάχρηση δικαιώματος @ misuse of a right ελαφρυντική περίσταση @ mitigating circumstances μιτοχόνδριο @ mitochondrion αναμιγνύω @ mix μεικτή συμφωνία @ mixed agreement πολυκαλλιέργεια @ mixed cropping μεικτή οικονομία @ mixed economy μεικτή γεωργική εκμετάλλευση @ mixed farm μεικτός γάμος @ mixed marriage μικτή τιμή @ mixed price μεικτό σύστημα εκμετάλλευσης @ mixed tenure εταιρεία μεικτής οικονομίας @ mixed-ownership company μνημοτεχνική μέθοδος @ mnemonics τάφρος @ moat κινητός @ mobile κινητό @ mobile κινητό τηλέφωνο @ mobile phone τρόπος παραγωγής @ mode of production τρόπος μεταφοράς @ mode of transport πρότυπο αγρόκτημα @ model farm διαμορφωτής-αποδιαμορφωτής @ modem διαποδιαμορφωτής @ modem νεώτερη ιστορία @ modern history ενισχύσεις για εκσυγχρονισμό @ modernisation aid εκσυγχρονισμός της βιομηχανίας @ modernisation of industry ταπεινός @ modest μετριοφροσύνη @ modesty νοτισμένος @ moist υγρασία @ moisture γομφίος @ molar μελάσσα @ molasses Μολδαβία @ Moldova τυφλοπόντικας @ mole ελιά @ mole κατάσκοπος @ mole μολ @ mole Μοριακή Γενετική @ molecular genetics μόριο @ molecule Μολίζε @ Molise μαλάκιο @ mollusc Μολούκες @ Moluccas μολυβδαίνιο @ molybdenum μολυβδένιο @ molybdenum μαμά @ mom στιγμή @ moment ροπή @ moment Μονακό @ Monaco μονάρχης @ monarch βασιλικό κόμμα @ monarchist party μοναρχία @ monarchy μοναστήρι @ monastery Μοναστήρι @ Monastir Δευτέρα @ Monday νομισματική συμφωνία @ monetary agreement νομισματικά εξισωτικά ποσά @ monetary compensatory amount νομισματική συνεργασία @ monetary cooperation νομισματική κρίση @ monetary crisis νομισματική ολοκλήρωση @ monetary integration νομισματική πολιτική @ monetary policy νομισματική σχέση @ monetary relations νομισματική στήριξη @ monetary support νομισματική ένωση @ monetary union νόμισμα @ money χρήματα @ money μετρητά @ money πλούτος @ money νομιμοποίηση παράνομου χρήματος @ money laundering χρηματαγορά @ money market προσφορά χρήματος @ money supply νομισματική ρευστότητα @ money-market liquidity Μογγολία @ Mongolia Μόγγολος @ Mongolian μογγολικός @ Mongolian Μογγολικά @ Mongolian Μογγολικός @ Mongolian οθόνη @ monitor πίθηκος @ monkey μονοκρατορία @ monocracy μονογραφία @ monograph μονοπώλιο @ monopoly μονοπώλιο πληροφοριών @ monopoly of information μονοπώλιο αγοράς @ monopsony μονοθεϊσμός @ monotheism τέρας @ monster Μαυροβούνιο @ Montenegro Μοντεβιδέο @ Montevideo μήνας @ month μηνιαία καταβολή μισθού @ monthly pay Μοντσερράτ @ Montserrat Μοντσεράτ @ Montserrat μνημείο @ monument μουγκανίζω @ moo σελήνη @ moon σελήνη @ Moon φεγγάρι @ moon σεληνιακός μήνας @ moon λαθραία απασχόληση @ moonlighting άλκη @ moose ηθικός πανικός @ moral panic Μοραβία-Σιλεσία @ Moravia-Silesia νεκροτομείο @ morgue μόρνα @ morna πρωί @ morning Μαρόκο @ Morocco σκυθρωπός @ morose μόρφημα @ morpheme Μορφέας @ Morpheus θνητός @ mortal θνησιμότητα @ mortality υποθήκη @ mortgage υποθηκεύω @ mortgage ταμείο υποθηκών @ mortgage bank νεκροθάλαμος @ mortuary Μόσχα @ Moscow Μωυσής @ Moses τέμενος @ mosque βρύο @ moss μάλλον ευνοούμενο κράτος @ most-favoured nation νυχτοπεταλούδα @ moth μητρική γλώσσα @ mother tongue μητρότητα @ motherhood πεθερά @ mother-in-law μητρικό γάλα @ mother's milk πρόταση μομφής @ motion of censure μηχανή @ motor αυτοκίνητο @ motor car καύσιμο κινητήρων εσωτερικής καύσεως @ motor fuel καύσιμα αλκοόλης @ motor spirit όχημα με κινητήρα @ motor vehicle αυτοκινητοβιομηχανία @ motor vehicle industry ασφάλιση αυτοκινήτων @ motor vehicle insurance ρύπανση από τα αυτοκίνητα @ motor vehicle pollution μηχανή @ motorcycle αυτοκινητόδρομος @ motorway μουφλόν @ mouflon Έβερεστ @ Mount Everest όρος @ mountain βουνό @ mountain ορεινή περιοχή @ mountain region πένθος @ mourning ποντίκι @ mouse μαξιλάρι ποντικιών @ mouse pad ποντικοπαγίδα @ mousetrap μουστάκι @ moustache , @ mouth κινώ @ move μετακομίζω @ move κίνηση @ move συγκινώ @ move μετακόμιση @ move κίνημα @ movement κίνηση @ movement πιστοποιητικό κυκλοφορίας @ movement certificate ταινία @ movie Μοζαμβίκη @ Mozambique Κα @ Mrs λάσπη @ mud μουεζίνης @ muezzin μουφτής @ mufti Μύγαλος @ Muggle Μωάμεθ @ Muhammad μούρο @ mulberry μουριά @ mulberry κέφαλος @ mullet διεπιστημονική εκπαίδευση @ multidisciplinary education συμφωνία πολυϊνών @ multifibre agreement πολυμερής συμφωνία @ multilateral agreement πολυμερής βοήθεια @ multilateral aid πολυμερείς σχέσεις @ multilateral relations πολυμερής εποπτεία @ multilateral surveillance πολύγλωσσο λεξικό @ multilingual dictionary πολυγλωσσία @ multilingualism πολυμέσα @ multimedia πολυεθνική επιχείρηση @ multinational enterprise πολυεθνική στρατιωτική δύναμη @ multinational force πολυκομματικό σύστημα @ multiparty system συγκέντρωση αξιωμάτων @ multiple office holding πολλαπλασιασμός @ multiplication πολλαπλασιάζω @ multiply πολυεθνικό κράτος @ multiracial State εργαζόμενος με πολλαπλές δεξιότητες @ multiskilled worker συλλογική κατοικία @ multi-storey dwelling πολυσύμπαν @ multiverse μαμά @ mum Βομβάη @ Mumbai παρωτίτιδα @ mumps Μόναχο @ Munich τοπική αστυνομία @ municipal police δήμοι και κοινότητες @ municipality Μάνστερ @ Munster φόνος @ murder δολοφονώ @ murder Μασκάτ @ Muscat μυς @ muscle Μοσχοβίτης @ Muscovite μούσα @ Muse μούσα @ muse μουσείο @ museum μύκης @ mushroom μυκητοκαλλιέργεια @ mushroom-growing μουσική @ music μιούζικαλ @ musical μουσικά όργανα @ musical instrument μουσικό @ musical instrument μουσικός @ musician μοσχοπόντικας @ muskrat μουσουλμάνος @ Muslim Μουσουλμάνος @ Muslim μουσουλμανικός @ Muslim μύδι @ mussel μουστάρδα @ mustard αγροτική αλληλοβοήθεια @ mutual assistance among farmers ταμείο αλληλοβοήθειας @ mutual assistance scheme αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης @ mutual recognition principle εμένα @ my το όνομα μου είναι @ my name is Μιανμάρ @ Myanmar Βιρμανία @ Myanmar μυστήριος @ mysterious μυστήριο @ mystery μύθος @ myth μυθολογία @ mythology μη διαθέσιμος @ n/a μη εφαρμόσιμος @ n/a ΣΒΑΣ @ NACC NAFO @ NAFO NAFTA @ NAFTA χώρες της NAFTA @ NAFTA countries Ναγκασάκι @ Nagasaki Κανισα @ Nagykanizsa γυμνός @ naked γύμνια @ nakedness όνομα @ name ονομάζω @ name εκλέγω @ name διορίζω @ name ονομαστική γιορτή @ name day Ναμίμπια @ Namibia νανοτεχνολογία @ nanotechnology σβέρκος @ nape Νεάπολις @ Naples ναρκωτικό @ narcotic αφήγημα @ narrative φάλαινα νάρβαλ @ narwhal Νασσάου @ Nassau έθνος @ nation υπήκοος @ national εθνικός @ national εθνικοί λογαριασμοί @ national accounts εθνική γεωργική πολιτική @ national agricultural policy κρατικός προϋπολογισμός @ national budget εθνικό νόμισμα @ national currency εθνική οικονομία @ national economy εθνικές εκλογές @ national election εθνική δαπάνη @ national expenditure εθνική χρηματοδότηση @ national financing εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου @ national implementation of Community law εθνικό μέτρο εκτέλεσης @ national implementing measure εθνικό εισόδημα @ national income εθνική ανεξαρτησία @ national independence εθνικό δίκαιο @ national law εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα @ national liberation movement εθνική βιβλιοθήκη @ national library εθνική μειονότητα @ national minority εθνικό πάρκο @ national park εθνικό κοινοβούλιο @ national parliament εθνικός προγραμματισμός @ national planning εθνική παραγωγή @ national production εθνικό σχολείο @ national school στρατιωτική θητεία @ national service εθνικοσοσιαλισμός @ National Socialism εθνική κυριαρχία @ national sovereignty εθνικές στατιστικές @ national statistics τιμολόγιο εσωτερικών μεταφορών @ national tariff εθνικός φόρος @ national tax εθνικές μεταφορές @ national transport εθνική ενοποίηση @ national unification εθνικοποίηση @ nationalisation εθνικισμός @ nationalism εθνικιστικό κόμμα @ nationalist party ιθαγένεια @ nationality ιθαγένεια νομικών προσώπων @ nationality of legal persons ντόπιος @ native γενέθλιος @ native NATO @ NATO ΝΑΤΟ @ NATO χώρες του ΝΑΤΟ @ NATO countries τέκνο άγαμων γονέων @ natural child φυσική καταστροφή @ natural disaster ύφασμα από φυσικά νήματα @ natural fibre φυσική χρωστική ουσία @ natural food colouring φυσικό δάσος @ natural forest φυσικό αέριο @ natural gas φυσικοί κίνδυνοι @ natural hazard φυσικό δίκαιο @ natural law φυσικό πρόσωπο @ natural person φυσικοί πόροι @ natural resources φυσικό ελαστικό @ natural rubber πολιτογράφηση @ naturalisation φύση @ nature περιοχή προστασίας της φύσης @ nature reserve Ναούρου @ Nauru Ναουρού @ Nauru ναυτία @ nausea Ναβάρρα @ Navarre ομφαλός @ navel βοήθημα πλοήγησης @ navigation aid κώδικας ναυσιπλοΐας @ navigational code Πολεμικό Ναυτικό @ navy ναυτικό @ navy ναυτικός @ navy Ναζαρέτ @ Nazareth Ναζί @ Nazi Ναζισμός @ Nazism (nephos) @ nebula αυχένας @ neck γραβάτα @ necktie νεκρομαντεία @ necromancy χρειάζομαι @ need βελόνα @ needle πευκοβελόνα @ needle πιστωτικός τίτλος @ negotiable instrument σύμβαση κατ' ανάθεση @ negotiated contract διαπραγμάτευση συμφωνίας ΕΚ @ negotiation of an EC agreement τεχνική των διαπραγματεύσεων @ negotiation skills γειτονιά @ neighborhood γείτονας @ neighbour αστυνομία της γειτονιάς @ neighbourhood police νεοδύμιο @ neodymium νεολιθική @ Neolithic νεολογισμός @ neologism νέον @ neon Νεπάλ @ Nepal ψευδής @ NEPRAVDA ποσειδώνιο @ neptunium φωλιά @ nest φωλιάζω @ nest δίκτυο @ net δίχτυ @ net κράτος που εισφέρει περισσότερα από όσα εισπράττει @ net contributor κράτος που εισπράττει περισσότερα από όσα εισφέρει @ net recipient Κάτω Χώρες @ Netherlands ολλανδικός @ Netherlands Ολλανδικές Αντίλλες @ Netherlands Antilles ΥΧΕ των Κάτω Χωρών @ Netherlands OCT πλωτό δίκτυο @ network of navigable waterways εξυπηρετητής δικτύου @ network server νευροβιολογία @ neurobiology ασθένεια του νευρικού συστήματος @ neurological disease νευρολογία @ neurology ουδέτερος @ neuter αμετάβατος @ neuter ουδετερότητα @ neutrality νετρίνο @ neutrino νετρόνιο @ neutron αστέρας νετρονίων @ neutron star ποτέ @ never δεν πειράζει @ never mind μολαταύτα @ nevertheless νέος @ new Νέα Καληδονία @ New Caledonia νέο κοινοτικό μέσο @ New Community Instrument Νέο Δελχί @ New Delhi νέα οικονομική τάξη πραγμάτων @ new economic order νέα παιδαγωγική @ new educational methods νέο προϊόν @ new product νέα θρησκεία @ new religion Νέα Νότια Ουαλία @ New South Wales νέες τεχνολογίες @ new technology Καινή Διαθήκη @ New Testament νέα πόλη @ new town νέα μορφή απασχόλησης @ new type of employment Νέος Κόσμος @ New World Νέα Υόρκη @ New York Νέα Υόρκη @ New York City Νέα Ζηλανδία @ New Zealand νέες βιομηχανικές χώρες @ newly industrialised country εφημερίδα @ newspaper επόμενος @ next διπλανός @ next Νικαράγουα @ Nicaragua καλός @ nice Νίκαια @ Nice ωραίας @ nice Νικόλαος @ Nicholas νικέλιο @ nickel παρωνύμιο @ nickname νικοτίνη @ nicotine ανεψιά @ niece Νίγηρ @ Niger Νίγηρας @ Niger Νιγηρία @ Nigeria νύχτα @ night νυκτερινή εργασία @ night work σούρουπο @ nightfall αηδόνι @ nightingale εφιάλτης @ nightmare μηδενισμός @ nihilism Νίκη @ Nike Nimexe @ Nimexe εννέα @ nine δεκαεννέα @ nineteen ενενήντα @ ninety ενενήντα οκτώ @ ninety-eight ενενήντα πέντε @ ninety-five ενενήντα τέσσαρες @ ninety-four ενενήντα εννέα @ ninety-nine ενενήντα έν @ ninety-one ενενήντα επτά @ ninety-seven ενενήντα έξ @ ninety-six ενενήντα τρείς @ ninety-three ενενήντα δύο @ ninety-two νίντζα @ ninja ένατος @ ninth νιόβιο @ niobium ρώγα @ nipple όακαριότητα @ nirvana κονίδα @ nit Περιοχή της Nitra @ Nitra region άζωτο @ nitrogen Νιούε @ Niue όχι @ no δεν @ no απαγορεύεται το @ no τα αγαθά κόποις κτώνται @ no pain, no gain παρακαλώ @ no problem απαγορεύεται το κάπνισμα @ no smoking Νώε @ Noah νομπέλιο @ nobelium αριστοκρατία @ nobility αριστοκρατικός @ noble κανένας @ nobody νυκτόβιος @ nocturnal θόρυβος @ noise ηχητική στάθμη @ noise level ηχορύπανση @ noise pollution προστασία από τους θορύβους @ noise protection νομαδισμός @ nomadism ονοματολογία @ nomenclature ονομαστική @ nominative ονομαστική @ nominative case μη αλκοολούχο ποτό @ non-alcoholic beverage αδέσμευτη πολιτική @ non-alignment μη συνδεδεμένη χώρα @ non-associated country μη εγγεγραμμένος @ non-attached member μη εμπορικός τομέας @ non-commercial sector υποχρέωση μη ασκήσεως ανταγωνισμού @ non-competition clause μη υποχρεωτική δαπάνη @ non-compulsory expenditure μη ανταποδοτική παροχή @ non-contributory benefit μη διαρκές αγαθό @ non-durable goods μη ευρωπαϊκή γλώσσα @ non-European language μη σιδηρούχα μέταλλα @ non-ferrous metal μη σιδηρούχο μετάλλευμα @ non-ferrous ore μη πλατέα προϊόντα @ non-flat product εκπαίδευση εκτός σχολικού συστήματος @ non-formal education πρόταση νόμου @ non-government bill μη κυβερνητικός οργανισμός @ non-governmental organisation μη κυβερνητικές οργανώσεις @ non-governmental organization μη ιοντίζουσα ακτινοβολία @ non-ionising radiation μη θανατηφόρο όπλο @ non-lethal weapon πριμοδότηση μη εμπορίας @ non-marketing premium μη μεταλλικό ορυκτό @ non-metallic ore μη συμμετέχον κράτος @ non-participating country πραγματικός φόρος @ non-personal tax μη ρυπαίνοντα οχήματα @ non-polluting vehicle σωματείο μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα @ non-profit organisation μη διάδοση των εξοπλισμών @ non-proliferation of arms μη επανεκμεταλλεύσιμα απόβλητα @ non-recoverable waste δωρεάν βοήθεια @ non-refundable aid θρησκευτικό κράτος @ non-secular State άτυπη μορφή εργασίας @ non-standard employment μη δασμολογικό εμπόδιο @ non-tariff barrier μη χρήση βίας @ non-violence οικονομικά μη ενεργός πληθυσμός @ non-working population μη υφασμένο ύφασμα @ non-woven fabric Συμβούλιο Σκανδιναβικών Χωρών @ Nordic Council χώρες μέλη του Συμβουλίου Σκανδιναβικών Χωρών @ Nordic Council countries Νορ-πα-ντε-Καλαί @ Nord-Pas-de-Calais Νήσος Νόρφολκ @ Norfolk Island τιμή στόχου @ norm price Norrbotten @ Norrbotten county βορράς @ north Βόρεια Αφρική @ North Africa Βόρεια Αμερική @ North America Βόρεια Βραβάνδη @ North Brabant Βόρεια Ολλανδία @ North Holland Βόρεια Γιουτλάνδη @ North Jutland Βόρεια Κορέα @ North Korea Βορειοκεντρική Σουηδία @ North Middle Sweden Βόρειος Πόλος @ North Pole Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία @ North Rhine-Westphalia Βόρεια Θάλασσα @ North Sea βορειοανατολικά @ northeast Βόρειοανατολική Εσθονία @ North-eastern Estonia Βόρειο Αιγαίο @ Northern Aegean Βόρειο Alföld @ Northern Alföld Βόρεια Αγγλία @ Northern England Βόρεια Εσθονία @ Northern Estonia Βόρεια Ευρώπη @ Northern Europe Βόρεια Ουγγαρία @ Northern Hungary Βόρεια Ιρλανδία @ Northern Ireland Βόρειος Ιρλανδία @ Northern Ireland Νήσοι Βόρειες Μαριάνες @ Northern Marianas Βόρεια Πορτογαλία @ Northern Portugal σχέσεις Βορρά-Νότου @ North-South relations εμπορικές συναλλαγές Βορρά-Νότου @ North-South trade βορειοδυτικά @ northwest βορειοδυτικός @ northwest Βορειοδυτική Αγγλία @ North-West England Νορβηγία @ Norway Νορβηγική Θάλασσα @ Norwegian Sea μύτη @ nose αιχμή @ nose νοσταλγία @ nostalgia δεν @ not όχι @ not συμβολαιογράφος @ notary σημείωση @ note σημειωματάριο @ notebook τίποτε @ nothing σημειώνω @ notice Notranjsko-kraška @ Notranjsko-kraška ουσιαστικό @ noun μυθιστόρημα @ novel νέος @ novel μυθιστοριογράφος @ novelist Νοέμβριος @ November Νόβι Σαντ @ Novi Sad τώρα @ now πότε-πότε @ now and then πουθενά @ nowhere πυρηνικό ατύχημα @ nuclear accident πυρηνική χημεία @ nuclear chemistry πυρηνική ενέργεια @ nuclear energy Οργανισμός Πυρηνικής Ενεργείας @ Nuclear Energy Agency πυρηνική σχάση @ nuclear fission πυρηνικό καύσιμο @ nuclear fuel πυρηνική σύντηξη @ nuclear fusion πυρηνική βιομηχανία @ nuclear industry δίκαιο της πυρηνικής ενέργειας @ nuclear law πυρηνική ιατρική @ nuclear medicine μη διάδοση των πυρηνικών όπλων @ nuclear non-proliferation πυρηνική φυσική @ nuclear physics πολιτική πυρηνικής ενέργειας @ nuclear policy πυρηνικός σταθμός παραγωγής ενέργειας @ nuclear power station πυρηνικός αντιδραστήρας @ nuclear reactor πυρηνική έρευνα @ nuclear research πυρηνική ασφάλεια @ nuclear safety πυρηνική τεχνολογία @ nuclear technology πυρηνικές δοκιμές @ nuclear test πυρηνικός πόλεμος @ nuclear war πυρηνικά όπλα @ nuclear weapon πυρήνας @ nucleus γυμνός @ nude γυμνότητα @ nudity όχληση @ nuisance ναρκωμένος @ numb αριθμός @ number νούμερο @ number αριθμώ @ number σχολικός πληθυσμός @ number of pupils Αριθμοί @ Numbers αριθμός @ numeral νοσοκόμα @ nurse τροφός @ nurse νοσηλεύω @ nurse θηλάζω @ nurse νηπιαγωγείο @ nursery school νοσηλευτική φροντίδα @ nursing care νοσηλευτικό προσωπικό @ nursing staff κελυφωτός καρπός @ nut παξιμάδι @ nut καρυοθραύστης @ nutcracker θρέψη @ nutrition διατροφή @ nutrition θρεπτικός @ nutritional ασθένεια οφειλόμενη στη διατροφή @ nutritional disease επισιτιστικές ανάγκες @ nutritional needs Νυξ @ Nyx δρυς @ oak ΟΠΕΑΧ @ OAPEC κουπί @ oar OEA @ OAS χώρες του OEA @ OAS countries βρώμη @ oat όρκος @ oath βρώμη @ oats Obalno-kraška @ Obalno-kraška Ομπάμα @ Obama υπακοή @ obedience οβελίσκος @ obelisk παχύσαρκος @ obese παχυσαρκία @ obesity ενστάσεις κατά των εκλογών @ objections to an election result λήθη @ oblivion όμποε @ oboe παρατήρηση @ observation αστεροσκοπείο @ observatory παρατηρητής @ observer απαρχαιωμένος @ obsolete απαρχαιωμένη τεχνολογία @ obsolete technology εμπόδια στην ανάπτυξη @ obstacle to development ODECA @ OCAS χώρες του ODECA @ OCAS countries οσιτανικά @ Occitan απασχόληση @ occupation κατοχή @ occupation εργατικό ατύχημα @ occupational accident ασφάλιση εργατικών ατυχημάτων @ occupational accident insurance επαγγελματική νόσος @ occupational disease υγεία κατά την εργασία @ occupational health ιατρική της εργασίας @ occupational medicine επαγγελματική μετανάστευση @ occupational migration επαγγελματική θνησιμότητα @ occupational mortality φυσιολογία της εργασίας @ occupational physiology ψυχολογία της εργασίας @ occupational psychology ασφάλεια στην εργασία @ occupational safety επαγγελματική κατάσταση @ occupational status κατεχόμενα εδάφη @ occupied territory ωκεανός @ ocean Ωκεανία @ Oceania ωκεανογραφία @ oceanography OCR @ OCR Οκτώβριος @ October χταπόδι @ octopus οσμή @ odour Οδύσσεια @ Odyssey ΟΟΣΑ @ OECD χώρες του ΟΟΣΑ @ OECD countries οισοφάγος @ oesophagus βέβαια @ of course παραπροϊόντα σφαγίων @ offal παράβαση @ offence τιμή προσφοράς @ offer price γραφείο @ office αυτοματοποίηση γραφείου @ office automation μηχανή γραφείου @ office equipment Γραφείο Εναρμόνισης της Εσωτερικής Αγοράς @ Office for Harmonization in the Internal Market είδη γραφείου @ office supplies υπάλληλος γραφείου @ office worker υπηρεσιακός @ official επίσημο έγγραφο @ official document Επίσημη Εφημερίδα @ Official Journal επίσημη γλώσσα @ official language επίσημη αγορά @ official market επίσημες στατιστικές @ official statistics επίσημη επίσκεψη @ official visit υποθαλάσσια γεώτρηση @ offshore drilling πετρέλαιο μηχανών @ offshore oil εγκαταστάσεις ανοικτής θάλασσας @ offshore structure μετεγκατάσταση @ offshoring συχνά @ often ωμ @ ohm λάδι @ oil πετρέλαιο @ oil λαδώνω @ oil ελαιούχος καλλιέργεια @ oil crop πετρελαιοβιομηχανία @ oil industry ελαιουργία @ oil mill πετρελαιαγωγός @ oil pipeline ρύπανση από υδρογονάνθρακες @ oil pollution διύλιση πετρελαίου @ oil refining ελαιοκράμβη @ oil seed rape τεχνολογία πετρελαίου @ oil technology κοίτασμα πετρελαίου @ oilfield αλοιφή @ ointment οκαπία @ okapi μπάμια @ okra OLAF @ OLAF παλιός @ old γηραιός @ old πρώην @ old αρχαία αγγλική γλώσσα @ Old English ηλικιωμένος εργαζόμενος @ older worker παλιομοδίτικος @ old-fashioned παλιομοδίτης @ old-fashioned ελαιούχο φυτό @ oleaginous plant ολιγαρχία @ oligarchy ολιγοπώλιο @ oligopoly ολιγοψώνιο @ oligopsony ελιά @ olive ελαία @ olive λαδί @ olive ελαιόλαδο @ olive oil ελαιόδενδρο @ olive tree ελαιοκαλλιέργεια @ olive-growing Olomouc @ Olomouc Ολυμπιακοί Αγώνες @ Olympic games Ολυμπιακοί Αγώνες @ Olympic Games Ομάν @ Oman ομελέτα @ omelette παντογνώστης @ omniscient πάνω @ on εκ μέρους @ on behalf of υπολογιστής κεντρικής υποστήριξης @ on line data service μια @ once άλλοτε @ once μόλις @ once μια φορά και έναν καιρό @ once upon a time ένας @ one μοναχικό άτομο @ one person household (oneirologia @ oneirology μονογονική οικογένεια @ one-parent family μονοκομματισμός @ one-party system , @ onion μοναδικός @ only μόνο @ only μοναχοπαίδι @ only child ονοματοποιία @ onomatopoeia Υπηρεσία Επισήμων Εκδόσεων ΕΚ @ OOPEC αδιαφανής @ opaque OPCW @ OPCW ΟΠΕΚ @ OPEC χώρες του ΟΠΕΚ @ OPEC countries ανοιχτός @ open ανοίγω @ open φανερή ψηφοφορία @ open ballot ελεύθερη αγορά @ open market ανοικτή μέθοδος συντονισμού @ open method of coordination ανοικτό πανεπιστήμιο @ open university λειτουργικό κόστος @ operating cost αποτέλεσμα εκμετάλλευσης @ operating result λειτουργικό σύστημα @ operating system λειτουργία @ operation εγχείριση @ operation επιχείρηση @ operation πράξη @ operation λειτουργία των κοινοτικών οργάνων @ operation of the Institutions επιχειρησιακή δαπάνη @ operational expenditure επιχειρησιακό πρόγραμμα @ operational programme γνώμη @ opinion γνώμη του Ελεγκτικού Συνεδρίου @ opinion of the Court of Auditors γνώμη του Δικαστηρίου ΕΚ @ opinion of the EC Court of Justice δημοσκόπηση @ opinion poll όπιο @ opium Opolskie @ Opole province αντιφρονών @ opposition βιομηχανία οπτικών ειδών @ optical industry οπτικό μέσο @ optical medium οπτική @ optics αισιόδοξος @ optimist ρήτρα απαλλαγής @ opt-out clause ή @ or στοματικός @ oral προφορική ερώτηση @ oral question στοματικός έρωτας @ oral sex πορτοκάλι @ orange πορτοκαλιά @ orange πορτοκαλί @ orange σφαίρα @ orb οπωρώνας @ orchard ορχήστρα @ orchestra ορχιδέα @ orchid διαταγή @ order σειρά @ order παραγγελία @ order παραγγέλνω @ order τάγμα @ order διάταξη @ ordinance κοινός @ ordinary τακτικό δικαστήριο @ ordinary court of law μετάλλευμα @ ore κοίτασμα ορυκτού @ ore deposit κατεργασία του μεταλλεύματος @ ore processing μεταμόσχευση οργάνων @ organ transplant οργανικό οξύ @ organic acid οργανικό χημικό προϊόν @ organic chemical οργανική χημεία @ organic chemistry βιολογική γεωργία @ organic farming οργανικό λίπασμα @ organic fertiliser οργανικός νόμος @ organic law ρύπανση από οργανικές ουσίες @ organic pollution βιολογικό προϊόν @ organic product εταιρεία @ organisation οργανόγραμμα @ organisation chart οργάνωση των εκλογών @ organisation of elections οργάνωση του τομέα της υγείας @ organisation of health care οργάνωση της παραγωγής @ organisation of production οργάνωση επαγγελματικού κλάδου @ organisation of professions οργάνωση της έρευνας @ organisation of research οργάνωση της εκπαίδευσης @ organisation of teaching οργάνωση των μεταφορών @ organisation of transport οργάνωση της εργασίας @ organisation of work οργανωτικό πνεύμα @ organisational culture οργανωμένη εγκληματικότητα @ organised crime οργανισμός @ organism οργάνωση @ organization οργασμός @ orgasm όργιο @ orgy αρχικός @ original προϊόν καταγωγής @ originating product διακόσμηση @ ornament ορφανό @ orphan ορφανός @ orphan ορθόδοξος @ Orthodox ορθοδοξία @ Orthodoxy ΟΑΣΕ @ OSCE Όσλο @ Oslo όσμιο @ osmium αλιάετος @ osprey στρουθοκάμηλος @ ostrich Οτάβα @ Ottawa ενυδρίδα @ otter Ουαγκαντούγκου @ Ouagadougou αχ @ ouch Oulu @ Oulu ουγκιά @ ounce έξω @ out διαφυγή κεφαλαίων @ outflow of capital νόμος-πλαίσιο @ outline law στήριξη για την επανατοποθέτηση @ outplacement ανάθεση σε τρίτους @ outsourcing παθητική τελειοποίηση @ outward processing φούρνος @ oven πάνω από το πτώμα μου @ over my dead body υπερεκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πόρων @ over-exploitation of resources ξεχειλίζω @ overflow γενικά έξοδα @ overheads Οβεράισσελ @ Overijssel σώρευση εισοδημάτων @ overlapping of income μεθαύριο @ overmorrow υπερπληθυσμός @ overpopulation υπερπαραγωγή @ over-production Υπερπόντιες Χώρες και Εδάφη @ overseas countries and territories υπερπόντιο διαμέρισμα @ overseas department (France) υπερπόντια εδάφη @ overseas territory φάρμακο που πωλείται ελεύθερα @ over-the-counter drug υπερωρία @ overtime γλαύκα @ owl ιδιοκατανάλωση @ own consumption ίδιοι πόροι @ own resources μεταφορά για ίδιο λογαριασμό @ own-account transport ιδιοκαλλιέργεια @ owner farming ιδιοκτησία @ ownership Οξφόρδη @ Oxford οξείδιο @ oxide οξυγόνο @ oxygen οξύμωρο σχήμα @ oxymoron , @ oyster όζον @ ozone Örebro @ Örebro county Östergötland @ Östergötland county Ειρηνικός Ωκεανός @ Pacific Ocean πιπίλα @ pacifier ειρηνισμός @ pacifism τυποποιημένο προϊόν @ packaged product συσκευασία @ packaging προϊόντα συσκευασίας @ packaging product λουκέτο @ padlock παιδιατρική @ paediatrics παιδεραστία @ paedophilia παγανισμός @ paganism σελίδα @ page παγόδα @ pagoda άδεια μετ' αποδοχών @ paid leave πόνος @ pain παυσίπονο @ painkiller βαφή @ paint ζωγραφίζω @ paint βάφω @ paint ζωγράφος @ painter βαφέας @ painter ζωγραφική @ painting χρώματα και βερνίκια @ paints and varnishes ζευγάρι @ pair διαβήτης @ pair of compasses ματογυάλια @ pair of eyeglasses ματογυάλια @ pair of glasses ματογυάλια @ pair of spectacles ματογυάλια @ pair of specs Πακιστάν @ Pakistan παλάτι @ palace Παλαιολιθική @ palaeolithic παλαϊκή @ Palaic ουρανίσκος @ palate Παλάου @ Palau χλωμός @ pale χλωμιάζω @ pale παλαιολιθική @ Paleolithic παλαιοντολογία @ paleontology Παλαιστίνη @ Palestine Παλαιστινιακό ζήτημα @ Palestinian question σακάκι @ paletot παλλάδιο @ palladium παρηγορητική αγωγή @ palliative care παλάμη @ palm φοίνικας @ palm φοινικοκάρυδο @ palm nut τηγάνι @ pan Παναμάς @ Panama Διώρυγα του Παναμά @ Panama Canal τηγανίτα @ pancake πάγκρεας @ pancreas παντεϊσμός @ pandeism πανδημία @ pandemic Πανδώρα @ Pandora Panevėžys @ Panevėžys Παγγαία @ Pangaea πανικός @ panic πανθεϊσμός @ pantheism πάνθηρας @ panther παπικό έγγραφο @ papal act χαρτί @ paper χάρτινος @ paper :el:έγγραφο @ paper συνδετήρας @ paper clip πιστωτικό χρήμα @ paper money χαρτόνι @ paperboard Παπουασία-Νέα Γουινέα @ Papua New Guinea παραβολή @ parabola παραβολική κεραία @ parabolic aerial αλεξίπτωτο @ parachute παραδοξολογία @ paradox παραφίνη @ paraffin αλεξίπτωτο πλαγιάς @ paragliding παράγραφος @ paragraph Παραγουάη @ Paraguay παπαγαλίνα @ parakeet παράλληλος @ parallel παραλληλόγραμμο @ parallelogram παράλυση @ paralysis παραϊατρικό επάγγελμα @ paramedical profession παραϊατρική εκπαίδευση @ paramedical training παραστρατιωτικό σώμα @ paramilitary force παραψυχολογία @ parapsychology παρασιτολογία @ parasitology ορίστε @ pardon me Pardubice @ Pardubice γονέας @ parent μητρική εταιρεία @ parent company οικογενειακό επίδομα @ parental allowance γονική μέριμνα @ parental authority γονική άδεια @ parental leave ευθύνη των γονέων @ parental responsibility Παρίσι @ Paris Πάρις @ Paris χώρος στάθμευσης @ parking area κοινοβούλιο @ parliament βουλή @ parliament βουλευτική αποζημίωση @ parliamentary allowance κοινοβουλευτική συνέλευση @ parliamentary assembly κοινοβουλευτικό σώμα @ parliamentary chamber κοινοβουλευτική επιτροπή @ parliamentary committee κοινοβουλευτικός έλεγχος @ parliamentary control κοινοβουλευτική συζήτηση @ parliamentary debate κοινοβουλευτική αντιπροσωπεία @ parliamentary delegation κοινοβουλευτική διπλωματία @ parliamentary diplomacy κοινοβουλευτικό έγγραφο @ parliamentary document βουλευτικές εκλογές @ parliamentary election βουλευτική ασυλία @ parliamentary immunity κοινοβουλευτική έρευνα @ parliamentary inquiry κοινοβουλευτική βιβλιοθήκη @ parliamentary library κοινοβουλευτική διαδικασία @ parliamentary procedure κοινοβουλευτική ερώτηση @ parliamentary question κανονισμός του Κοινοβουλίου @ parliamentary rules of procedure βουλευτική έδρα @ parliamentary seat βουλευτική σύνοδος @ parliamentary session κοινοβουλευτική συνεδρίαση @ parliamentary sitting κοινοβουλευτικό πολίτευμα @ parliamentary system κοινοβουλευτική ψηφοφορία @ parliamentary vote παπαγάλος @ parrot παπαγαλίζω @ parrot μαϊντανός @ parsley μέρος @ part μοιράζομαι @ partake συμμέτοχος @ participant συμμετέχω @ participate συμμετέχον κράτος @ participating country γυναικεία συμμετοχή @ participation of women μετοχή @ participle σωματίδιο @ particle μόριο @ particle σωματιδιακή φυσική @ particle physics επιχείρηση κοινού συμφέροντος @ partly nationalised undertaking προσωπική εταιρεία @ partnership σύμπραξη για την ειρήνη @ Partnership for Peace πέρδικα @ partridge εργασία μερικής απασχόλησης @ part-time employment μερική απασχόληση στη γεωργία @ part-time farming γέννα @ parturition κόμμα @ party συνέδριο κόμματος @ party congress χρηματοδότηση των κομμάτων @ party financing οργάνωση των κομμάτων @ party organisation πασάς @ pasha ψήφιση νόμου @ passage of a bill επιβάτης @ passenger τιμολόγια επιβατικών μεταφορών @ passenger tariff πάθος @ passion διαβατήριο @ passport παρελθόν @ past αόριστος @ past περασμένος @ past αόριστος @ past tense ζυμαρικά @ pasta παστερίωση @ pasteurisation παστεριωμένο γάλα @ pasteurised milk αρτοσκεύασμα @ pastry βιομηχανία ζαχαροπλαστικής @ pastry-making πάχυνση με βοσκή @ pasture fattening δίπλωμα ευρεσιτεχνίας @ patent δίκαιο ευρεσιτεχνίας @ patent law άδεια εκμετάλλευσης διπλώματος ευρεσιτεχνίας @ patents licence πατρικός @ paternal θεία @ paternal aunt παππούς @ paternal grandfather θείος @ paternal uncle άδεια πατρότητας @ paternity leave ασθενής @ patient υπομονετικός @ patient δικαιώματα του ασθενούς @ patient's rights πατριώτης @ patriot πατριωτικό κίνημα @ patriotic movement χορηγία για καλλιτεχνικές και πνευματικές εκδηλώσεις @ patronage πρότυπο @ pattern Παύλος @ Paul οικονομική εξαθλίωση @ pauperisation πιόνι @ pawn μισθός @ pay μισθολογική μείωση @ pay cut πάγωμα των μισθών @ pay freeze μισθολογική πολιτική @ pay policy μισθολογική αύξηση @ pay rise μισθολογική κλίμακα @ pay scale τηλεοπτικά τέλη @ pay television επί πληρωμή υπηρεσία @ payable service ωφέλιμο φορτίο @ payload πληρωμή @ payment πιστώσεις πληρωμών @ payment appropriation μπιζέλι @ pea αρακάς @ pea ειρήνη @ peace ζώνη ειρήνης @ peace zone ειρηνική συνύπαρξη @ peaceful co-existence ειρηνική χρήση της πυρηνικής ενέργειας @ peaceful use of energy διατήρηση της ειρήνης @ peacekeeping ροδάκινο @ peach παγώνι @ peacock φυστίκι @ peanut αχλάδι @ pear αχλαδιά @ pear μαργαριτάρι @ pearl χωριάτης @ peasant αγροτική τάξη @ peasant class ποάνθρακας @ peat παιδεραστής @ pederast πεζός @ pedestrian πεζοδρομημένη ζώνη @ pedestrian zone πελεκάνος @ pelican Πελοπόννησος @ Peloponnese λεκάνη @ pelvis στιλό @ pen ποινικός κώδικας @ penal code σωφρονιστικό ίδρυμα @ penal institution ποινική κύρωση @ penalty αντίτιμο @ penalty μολύβι @ pencil εκκρεμές @ pendulum πιγκουίνος @ penguin πενικιλίνη @ penicillin χερσόνησος @ peninsula Χερσόνησος της Μαλαισίας @ Peninsular Malaysia προσωπικό σωφρονιστικών καταστημάτων @ penitentiary staff ασφάλεια γήρατος @ pension scheme πεντάνιο @ pentane κόσμος @ people λαός @ people σόι @ people μάζες @ people λαϊκή τράπεζα @ people's bank λαϊκή δημοκρατία @ people's democracy Λαοκρατική δημοκρατία της Κίνας @ People's Republic of China πιπέρι @ pepper πιπεριά @ pepper Πέπσι κόλα @ Pepsi κατά κεφαλή κατανάλωση @ per capita consumption κατανομή κατά κεφαλή @ per capita distribution τοις εκατό @ percent αντίληψη @ perception νερό φυσικής διήθησης @ percolation water πετρίτης @ peregrine falcon πολυετές λαχανικό @ perennial vegetable αόριστος @ perfective aspect ντοπάρισμα @ performance drugs τέχνες του θεάματος @ performing arts άρωμα @ perfume αρωματίζω @ perfume ίσως @ perhaps περίνεο @ perineum τελεία @ period εποχή @ period περίοδος @ period χρηματική ποινή @ periodic penalty payment περιοδική επιθεώρηση @ periodical publication περιφερειακή μονάδα @ peripheral απομακρυσμένη περιοχή @ peripheral region φθαρτά εδώδιμα είδη @ perishable goods μόνιμη καλλιέργεια @ permanent crop μόνιμη αντιπροσωπεία στην ΕΕ @ permanent representation to the EU άδεια @ permission κάθετος @ perpendicular Περσεφόνη @ Persephone περσικά @ Persian Πέρσης @ Persian περσικός @ Persian άνθρωπος @ person ασφάλιση ατυχημάτων @ personal accident insurance προσωπικά στοιχεία @ personal data προσωπική ανέλιξη @ personal development προσωπικά είδη @ personal effects φόρος φυσικών προσώπων @ personal income tax ασφάλιση προσώπων @ personal insurance κινητή περιουσία @ personal property προσωπικό όπλο @ personal weapon προσωποποίηση της εξουσίας @ personalisation of power προσωπικότητα @ personality διοίκηση προσωπικού @ personnel administration απασχολούμενος οικονομικά ενεργός πληθυσμός @ persons in work εφίδρωση @ perspiration Περού @ Peru Πεσαβάρ @ Peshawar φυτοφάρμακο @ pesticide υπολείμματα παρασιτοκτόνων @ pesticide residue βιομηχανία φυτοφαρμάκων @ pesticides industry τροφές οικιακών ζώων συντροφιάς @ pet food αναφορά @ petition πετροχημική βιομηχανία @ petrochemicals πετροδολάριο @ petrodollar βενζίνη @ petrol πετρέλαιο @ petroleum έρευνα πετρελαίων @ petroleum exploration πετρελαϊκή πολιτική @ petroleum policy προϊόν πετρελαίου @ petroleum product παραγωγή πετρελαίου @ petroleum production πετρολογία @ petrology Πετροπαβλόβσκ Καμτσάτσκι @ Petropavlovsk-Kamchatsky Φαιστός @ Phaistos Φαντομάς @ phantom έξοδα φαρμακευτικής περίθαλψης @ pharmaceutical expenses φαρμακοβιομηχανία @ pharmaceutical industry νομοθεσία φαρμάκων @ pharmaceutical legislation φαρμακευτικό προϊόν @ pharmaceutical product φαρμακοποιός @ pharmacist φαρμακευτική @ pharmacology φαρμακείο @ pharmacy φαρυγγικός @ pharyngeal φάρυγγας @ pharynx φασιανόs @ pheasant φαινόμενο @ phenomenon Φίλιππος @ Philip Φιλιππίνες @ Philippines φιλόσοφος @ philosopher φιλοσοφική λίθος @ philosopher's stone φιλοσοφία @ philosophy φιλοσοφία του δικαίου @ philosophy of law φοβία @ phobia φοίνικας @ phoenix τηλέφωνο @ phone καλώ @ phone τηλεφωνικό σεξ @ phone sex φώνημα @ phoneme Φωνητικός @ phonetic φωσφορικά άλατα @ phosphate φωσφόρος @ phosphorus φώσφορος @ phosphorus φωτογραφία @ photo φωτοχημεία @ photochemistry φωτογραφία @ photograph φωτογραφίζω @ photograph φωτογράφος @ photographer βιομηχανία φωτογραφικών ειδών @ photographic industry φωτογραφία @ photography φωτογραφική @ photography φωτόνιο @ photon φωτοφοβία @ photophobia φωτοσύνθεση @ photosynthesis φωτοβολταϊκή στήλη @ photovoltaic cell φράση @ phrase φράζειν @ phrase φύλο @ phylum φυσικός @ physical σωματική επίθεση @ physical aggression σωματική αγωγή @ physical education φυσικό περιβάλλον @ physical environment φυσικές διεργασίες @ physical process φυσικές επιστήμες @ physical sciences άτομο με σωματική μειονεξία @ physically disabled ιατρός @ physician φυσικός @ physicist φυσική @ physics φυσιολογία @ physiology πι @ pi πιάνο @ piano Πικαρδία @ Picardy αξίνα @ pickaxe εικόνα @ picture φωτογραφία @ picture κινηματογράφος @ picture εικόνα σύνθεσης @ picture synthesis γραφικός @ picturesque πίτα @ pie κομμάτι @ piece αμοιβή επί τη αποδόσει @ piece work pay Πεδεμόντιο @ Piedmont μώλος @ pier Πιερία @ Pieria γουρούνι @ pig περιστέρι @ pigeon γουρουνόπουλο @ piglet χοιρινό κρέας @ pigmeat χοιροστάσιο @ pigsty έσοξ @ pike ακόντιο @ pike προσκυνητής @ pilgrim προσκύνημα @ pilgrimage χάπι @ pill μαξιλάρι @ pillow πιλότος @ pilot Pilsen @ Pilsen σωματέμπορος @ pimp σπυρί @ pimple πεύκο @ pine κωνάριον @ pineal gland ανανάς @ pineapple πιγγ-πογγ @ ping pong ροζ @ pink γιγαρτόκαρπο @ pip fruit αγωγός @ pipe πίπα @ pipe αυλός @ pipe εκκλησιαστικό @ pipe μεταφορά με αγωγό @ pipeline transport σωληνώσεις @ piping πειρατεία @ piracy πειρατής @ pirate οι @ Pisces φιστίκι @ pistachio φιστικιά @ pistachio πιστόλι @ pistol τρίπα @ pit Νήσος Πίτκαιρν @ Pitcairn Islands Νησιά Πιτκαϊρν @ Pitcairn Islands δίκρανο @ pitchfork πίτσα @ pizza πλατεία @ place πεδιάδα @ plain χάρτης @ plan σχεδιάζω @ plan σταθερά του Πλανκ @ Planck's constant πλάνη @ plane επίπεδο @ plane αεροπλάνο @ plane πλανίζω @ plane πλάτανος @ plane επίπεδος @ plane πλανήτης @ planet πλαγκτόν @ plankton οικονομία κεντρικού σχεδιασμού @ planned economy ωρολόγιο πρόγραμμα @ planning of the school year βελτίωση φυτών @ plant breeding φυτική νόσος @ plant disease φυτοϋγειονομικός έλεγχος @ plant health control φυτοϋγειονομική νομοθεσία @ plant health legislation φυτοϋγειονομικά προϊόντα @ plant health product φυτοϋγειονομική αγωγή @ plant health treatment χλωρίδα @ plant life πολλαπλασιασμός των φυτών @ plant propagation φυτικοί πόροι @ plant resources απόκτηση φυτικής ποικιλίας @ plant variety right φυτεία @ plantation φυσική πλάσματος @ plasma physics γύψος @ plaster πλαστικό @ plastic πλαστικοποιητής @ plasticiser πλαστικές ύλες @ plastics βιομηχανία πλαστικών @ plastics industry πλατέα @ plate έλασμα @ plate αποβάθρα @ platform λευκόχρυσος @ platinum πλατίνα @ platinum πλατύπους @ platypus παίκτης @ player μουσικός @ player παρακαλώ @ please ευχαριστώ @ please ευχαρίστηση @ pleasure σκάφος αναψυχής @ pleasure craft δημοψήφισμα εμπιστοσύνης @ plebiscite Πλειάδες @ Pleiades πλήρωμα @ Pleroma ΟΑΠ @ PLO αγροτεμάχιο @ plot αλέτρι @ plough δαμάσκηνο @ plum δαμασκηνιά @ plum υδραυλικός @ plumber υδραυλικά @ plumbing εγκατάσταση ειδών υγιεινής @ plumbing equipment πληθυντικός @ plural πολυφωνία των μέσων μαζικής επικοινωνίας @ pluralism in the media συν @ plus Πλούταρχος @ Plutarch πλουτώνιο @ plutonium αντικολλητό ξύλο @ plywood μηχάνημα πεπιεσμένου αέρα @ pneumatic machinery πνευστό ελαστικό επίσωτρο @ pneumatic tyre πνευμοκονίωση @ pneumoconiosis πνευμονία @ pneumonia βαλάντιο @ pocket Podlachie @ Podlachia province Podravska @ Podravska ποίημα @ poem ποιητής @ poet ποίηση @ poetry σημείο @ point θέση @ point υποδιαστολή @ point βαθμός @ point αιχμή @ point αναφορά @ point δηλητήριο @ poison δηλητηριώδης @ poisonous Πουατού-Σαράντ @ Poitou-Charentes Πολωνία @ Poland πολική αρκούδα @ polar bear πολική περιοχή @ polar region Πολωνός @ Pole κοντάρι @ pole πόλος @ pole οζοϊκτίς @ polecat αστυνομία @ police αστυνομικοί έλεγχοι @ police checks αστυνομική συνεργασία @ police cooperation αστυφύλακας @ policeman πολιτική γεωργικών διαρθρώσεων @ policy on agricultural structures πολωνικά @ Polish πολωνικός @ Polish προϊόν συντήρησης @ polishing and scouring preparations πολιτική ένταξη @ political affiliation πολιτική εναλλαγή @ political alternation πολιτική διαιτησία @ political arbitration πολιτικό άσυλο @ political asylum πολιτική συμπεριφορά @ political behaviour Κέντρο @ political centre πολιτική λέσχη @ political club πολιτικός συνασπισμός @ political coalition συγκατοίκηση @ political cohabitation πολιτική συνεργασία @ political cooperation πολιτική κρίση @ political crisis πολιτικές διακρίσεις @ political discrimination πολιτικό γραφείο @ political executive πολιτική γεωγραφία @ political geography πολιτική ομάδα @ political group πολιτική ιδεολογία @ political ideology πολιτικοί θεσμοί @ political institution πολιτική ολοκλήρωση @ political integration πολιτική συμμετοχή @ political involvement πολιτική απαγωγή @ political kidnapping Αριστερά @ political left κόμματα της πλειοψηφίας @ political majority μέλος πολιτικής οργάνωσης @ political militant κόμματα της μειοψηφίας @ political minority ηθική της πολιτικής ζωής @ political morality πολιτικό κίνητρο @ political motivation αντιπολίτευση @ political opposition πολιτικό κόμμα @ political party πολιτική φιλοσοφία @ political philosophy πολιτική εξουσία @ political power πολιτικός Τύπος @ political press πολιτικός κρατούμενος @ political prisoner πολιτικό πρόγραμμα @ political programme πολιτική προπαγάνδα @ political propaganda πολιτική μεταρρύθμιση @ political reform πολιτικός πρόσφυγας @ political refugee πολιτική εκπροσώπηση @ political representation πολιτική ευθύνη @ political responsibility Δεξιά @ political right πολιτικά δικαιώματα @ political rights πολιτική επιστήμη @ political science πολιτική κατάσταση @ political situation πολιτική κοινωνιολογία @ political sociology πολιτική διάσπαση @ political split πολιτικό καθεστώς @ political status πολίτευμα @ political system πολιτικές τάσεις @ political tendency πολιτική αναταραχή @ political unrest πολιτική βία @ political violence πολιτικός άνδρας @ politician πολιτικός @ politician πολιτική ζωή @ politics γύρη @ pollen εκλογικό τμήμα @ polling station ρύπος @ pollutant μολυσμένη ζώνη @ polluted area αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» @ polluter pays principle ρύπανση @ pollution μόλυνση @ pollution έλεγχος της ρύπανσης @ pollution control καταπολέμηση της ρύπανσης @ pollution control measures ρύπανση από τη γεωργική δραστηριότητα @ pollution from agricultural sources ρύπανση χερσαίας προέλευσης @ pollution from land-based sources ρύπανση από τα πλοία @ pollution from ships ρύπανση των υδάτινων ρευμάτων @ pollution of waterways πολώνιο @ polonium πολυγαμία @ polygamy πολύεδρον @ polyhedron πολυμερή @ polymer Πολυνησία @ Polynesia πολυώνυμο @ polynomial πολυσυνθετικός @ polysynthetic πολυθεϊσμός @ polytheism ρόδι @ pomegranate ροδιά @ pomegranate Πομερανία @ Pomerania Pomurska @ Pomurska φτωχός @ poor οι φτωχοί @ poor πάπας; παπάς @ pope λαϊκή τέχνη @ popular art λαϊκή πολιτιστική παράδοση @ popular culture επιστημονική εκλαΐκευση @ popularising science απογραφή του πληθυσμού @ population census πυκνότητα του πληθυσμού @ population density πληθυσμιακή δυναμική @ population dynamics δημογραφική πρόβλεψη @ population forecast αύξηση πληθυσμού @ population growth πληθυσμός σε ηλικία απασχόλησης @ population of working age δημογραφική πολιτική @ population policy δημογραφικές στατιστικές @ population statistics λαϊκισμός @ populism ακανθόχοιρος @ porcupine πόρος @ pore χοιρινό @ pork πορνογράφος @ pornographer πορνογραφικός @ pornographic πορνογραφία @ pornography λιμάνι @ port θύρα @ port πορτό @ port λιμενική αρχή @ port administration κίνηση λιμένων @ port traffic πορτό @ port wine προσωπογραφία @ portrait λιμενική πολιτική @ ports policy Πορτογαλία @ Portugal πορτογαλικά @ Portuguese Πορτογάλος @ Portuguese πορτογαλικός @ Portuguese Πορτογαλόφωνη Aφρική @ Portuguese-speaking Africa θέση @ position θέση της γυναίκας @ position of women κτητική @ possessive κτητική @ possessive case δυνατότητα @ possibility ταχυδρομείο @ post office χρηματοοικονομικές υπηρεσίες των ταχυδρομείων @ post office financial services γραμματόσημο @ postage stamp ταχυδρομεία και τηλεπικοινωνίες @ postal and telecommunications services ταχυδρομικό τέλος @ postal charges ταχυδρομική υπηρεσία @ postal service ψήφος δι' αλληλογραφίας @ postal vote κάρτα @ postcard μετακομμουνισμός @ post-communism αφίσα @ poster μεταπτυχιακές σπουδές @ postgraduate education μεταβιομηχανική οικονομία @ post-industrial economy ταχυδρόμος @ postman μεταμοντερνισμός @ postmodernism ποτάσσα @ potash κάλιο @ potassium κάλιον @ potassium γεώμηλο @ potato πατάτα @ potato αγγειοπλάστης @ potter σακούλα @ pouch πουλερικά @ poultry πτηνοτροφία @ poultry farming κρέας πουλερικών @ poultrymeat λίβρα @ pound λίρα @ pound ένδεια @ poverty σκόνη @ powder κονεομεταλλουργία @ powder metallurgy γάλα σε σκόνη @ powdered milk δύναμη @ power επιρροή @ power ισχύς @ power ενέργεια @ power εξουσία εκτίμησης @ power of assessment αντιπροσώπευση @ power of attorney εξουσία λήψεως αποφάσεων @ power of decision εξουσία εκτέλεσης @ power of implementation εξουσία πρωτοβουλίας @ power of initiative κυρωτική εξουσία @ power of ratification σταθμός παραγωγής ενέργειας @ power plant εξουσία διορισμού @ power to appoint διαπραγματευτική εξουσία @ power to negotiate αρμοδιότητες του Κοινοβουλίου @ powers of parliament αρμοδιότητες των οργάνων της ΕΚ @ powers of the EC Institutions αρμοδιότητα του ΕΚ @ powers of the EP εξάσκηση @ practice παράλληλο ιατρικό επάγγελμα @ practitioner of alternative medicine Πράγα @ Prague φάρσα @ prank πρασεοδύμιο @ praseodymium αληθινός @ PRAVDA αληθής @ PRAVDA προενταξιακή στρατηγική @ pre-accession strategy αρχή της πρόνοιας @ precautionary principle υπεροχή του κοινοτικού δικαίου @ precedence of Community law προηγούμενο @ precedent δεδικασμένο @ precedent ευγενή μέταλλα @ precious metal πολύτιμος λίθος @ precious stones γκρεμός @ precipice μηχάνημα ακριβείας @ precision engineering συσκευή ακριβείας @ precision instrument κατηγόρημα @ predicate προβλέπω @ predict προκατασκευές @ prefabrication προτιμησιακή συμφωνία @ preferential agreement προτιμησιακή τιμή @ preferential price ψήφος με εκδήλωση προτίμησης @ preferential voting εγκυμοσύνη @ pregnancy έγκυος @ pregnant προϊστορία @ prehistory προκατάληψη @ prejudice προσχέδιο προϋπολογισμού @ preliminary draft budget προσχέδιο προϋπολογισμού ΕΚ @ preliminary draft EC budget προδικαστικό ερώτημα @ preliminary issue προσυσκευασία @ pre-packaging τυποποίηση προϊόντων προς διάθεση @ preparation for market παρασκευασμένα τρόφιμα @ prepared foodstuff πρόθεση @ preposition ακροποσθία @ prepuce προσχολική αγωγή @ pre-school education συνταγή @ prescription τωρινός @ present παρουσιάζω @ present παρόν @ present παρών @ present μετοχή του ενεστώτα @ present participle συντηρητικό @ preservative προϊόν σε κονσέρβα @ preserved product πρόεδρος @ President πρόεδρος @ president πρόεδρος της Επιτροπής @ President of the Commission πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου @ President of the EP προεδρικές εκλογές @ presidential election προεδρικό καθεστώς @ presidential régime Περιοχή της Prešov @ Prešov region Τύπος @ press ειδησεογραφικό πρακτορείο @ press agency ανακοινωθέν Τύπου @ press release επιχείρηση Τύπου @ press undertaking πίεση @ pressure εξοπλισμός υπό πίεση @ pressure equipment ωραίος @ pretty αποτρέπω @ prevent καταπολέμηση της εγκληματικής συμπεριφοράς @ prevention of delinquency πρόληψη της ρύπανσης @ prevention of pollution τιμή @ price τίμημα @ price κοστολογώ @ price συμφωνία σε θέματα τιμών @ price agreement έλεγχος των τιμών @ price control διαφορές στις τιμές @ price disparity προκαθορισμένη τιμή @ price fixed in advance διακύμανση των τιμών @ price fluctuation διαμόρφωση τιμών @ price formation καθήλωση των τιμών @ price freeze αύξηση των τιμών @ price increase δείκτης τιμών @ price index τιμαριθμική αναπροσαρμογή @ price indexing πίνακας τιμών @ price list τιμή άνευ φόρων @ price net of tax τιμές γεωργικών προϊόντων @ price of agricultural produce τιμή ενεργείας @ price of energy τιμή γης @ price of farm land τιμή της γης @ price of land τιμές αξιών @ price of securities πτώση των τιμών @ price reduction ρύθμιση των τιμών @ price regulations σταθερότητα των τιμών @ price stability στήριξη των τιμών @ price support τιμή @ prices πολιτική τιμών @ prices policy πούτσα @ prick ιερέας @ priest υπεροχή του δικαίου @ primacy of the law πρωτοβάθμια εκπαίδευση @ primary education προκριματικές εκλογές @ primary election προϊόν βάσεως @ primary product πρωτογενής τομέας @ primary sector πρώτος @ prime πρωθυπουργός @ prime minister πρώτος αριθμός @ prime number πρωτόγονος @ primitive πρωτόγονη θρησκεία @ primitive religion πρίγκιπας @ prince Πρίγκιπας @ prince Πριγκιπάτο Αστουριών @ Principality of Asturias αρχή @ principle αρχή της προσθετικότητας @ principle of additionality αρχή της κοινοτικοποίησης @ principle of communitisation αρχή της αναλογικότητας @ principle of proportionality αρχή της επικουρικότητας @ principle of subsidiarity εκτυπωτής @ printer τυπογράφος @ printer τυπογραφία @ printing περιφέρεια με προτεραιότητα @ priority region φυλακή @ prison διοίκηση σωφρονιστικών καταστημάτων @ prison administration καθεστώς των φυλακών @ prison system κρατούμενος @ prisoner αιχμάλωτος πολέμου @ prisoner of war εργασία του κρατουμένου @ prisoner work Πρίστινα @ Priština ιδιωτική βοήθεια @ private aid ιδιωτική τράπεζα @ private bank ιδιωτικό Ecu @ private ECU ιδιωτική εκπαίδευση @ private education ιδιωτικά δάση @ private forest ιδιωτική ασφάλιση @ private insurance ιδιωτικό διεθνές δίκαιο @ private international law ιδιωτική επένδυση @ private investment ιδιωτικό δίκαιο @ private law ΕΠΕ @ private limited company μεταφορά με ίδια μέσα @ private means of transport ιδιωτικό μέσο μαζικής επικοινωνίας @ private media ιδιωτικοί ιατροί @ private medical treatment ατομική ιδιοκτησία @ private property ιδιωτική επιχείρηση @ private sector ιδιωτικό απόθεμα @ private stock χρηματικά διαθέσιμα @ private-sector liquidity ιδιωτικοποίηση @ privatisation προνόμιο @ privilege περίοδος δοκιμασίας @ probationary period πρόβλημα @ problem προβληματικός @ problematic διαδικασία @ procedure (1) διεργασία @ process τετηγμένο τυρί @ processed cheese σύνθετο προϊόν διατροφής @ processed food product μεταποιημένα τρόφιμα @ processed foodstuff μεταποιητική βιομηχανία @ processing industry μεταποίηση υπό τελωνειακό έλεγχο @ processing under customs control συνυπευθυνότητα των παραγωγών @ producer co-responsibility ομάδες παραγωγών @ producer group τιμή παραγωγού @ producer price ευθύνη του παραγωγού @ producer's liability προϊόν @ product σχεδίαση προϊόντος @ product design ονομασία του προϊόντος @ product designation διαφοροποίηση της παραγωγής @ product diversification διάρκεια ζωής του προϊόντος @ product life ποιότητα του προϊόντος @ product quality ασφάλεια του προϊόντος @ product safety εξειδίκευση της παραγωγής @ product specialisation παραγωγή @ production ενισχύσεις για την παραγωγή @ production aid παραγωγική ικανότητα @ production capacity έλεγχος παραγωγής @ production control κόστος παραγωγής @ production cost βελτίωση της παραγωγής @ production improvement σχεδιασμός της παραγωγής @ production planning πολιτική της παραγωγής @ production policy ποσοστώσεις παραγωγής @ production quota επιστροφή στην παραγωγή @ production refund κανόνας απόδοσης @ production standard στατιστικές παραγωγής @ production statistics πλεόνασμα παραγωγής @ production surplus στόχος της παραγωγής @ production target τεχνολογία παραγωγής @ production technique παραγωγικότητα @ productivity επαγγελματικός στρατός @ professional army επαγγελματικός σύνδεσμος @ professional association επαγγελματική σταδιοδρομία @ professional career επαγγελματική δεοντολογία @ professional ethics επαγγελματική πείρα @ professional experience αστική επαγγελματική εταιρία @ professional partnership επαγγελματικά προσόντα @ professional qualifications επαγγελματικό απόρρητο @ professional secret επαγγελματικός σύλλογος @ professional society επαγγελματικός αθλητισμός @ professional sport καθηγητής @ professor κέρδος @ profit παροχή οικονομικών κινήτρων στους εργαζομένους @ profit sharing αποδοτικότητα @ profitability δημοσιονομικές επιλογές @ programme budgeting αυτοματοποιημένη διδασκαλία @ programmed learning προγραμματιστής @ programmer βιομηχανία προγραμμάτων @ programmes industry γλώσσα προγραμματισμού @ programming language πρόοδος @ progress απαγορευμένο όπλο @ prohibited weapon αξιολόγηση σχεδίου @ project evaluation εκτέλεση σχεδίου @ project management σχέδιο κοινοτικού ενδιαφέροντος @ project of Community interest προμηθείο @ promethium επαγγελματική εξέλιξη @ promotion προώθηση της ευρωπαϊκής ιδέας @ promotion of the European idea έκδοση νόμου @ promulgation of a law αντωνυμία @ pronoun προφέρω @ pronounce απόδειξη @ proof προπάνιο @ propane gas έλικας @ propeller ιδιοκτησία @ property κτήμα @ property ιδιότητα @ property εργολαβία οικοδομών @ property development ασφάλιση πραγμάτων @ property insurance ενοικίαση ακινήτου @ property leasing αγορά ακινήτων @ property market έγγειος φόρος @ property tax προφήτης @ prophet αναλογική αντιπροσώπευση @ proportional representation προτείνω @ propose πεζολογία @ prose κατήγορος @ prosecutor τεχνολογική πρόβλεψη @ prospective technological studies πόρνη @ prostitute πορνεία @ prostitution πρωτακτίνιο @ protactinium πρωταγωνιστής @ protagonist προστατεύω @ protect προστατευόμενη ζώνη @ protected area προστατευόμενο είδος @ protected species προστασία @ protection προστασία της πανίδας @ protection of animal life προστασία των ζώων @ protection of animals προστασία των επικοινωνιών @ protection of communications προάσπιση των ελευθεριών @ protection of freedoms προστασία των μειονοτήτων @ protection of minorities προστασία της χλωρίδας @ protection of plant life προστασία της ιδιωτικής ζωής @ protection of privacy προστασία των εταίρων @ protection of shareholders προστατευτισμός @ protectionism ρήτρα διασφάλισης @ protective clause προστατευτικός εξοπλισμός @ protective equipment πρωτεΐνη @ protein πρωτεϊνούχο προϊόν @ protein products διαμαρτυρία @ protest προτεσταντικό εκκλησιαστικό δίκαιο @ protestant church law προτεσταντισμός @ Protestantism πρωτόκολλο @ protocol πρωτόκολλο ζάχαρης @ protocol on sugar πρωτόκολλο συμφωνίας @ protocol to an agreement πρωτότυπο @ prototype Προβηγκία-Άλπεις-Κυανή Ακτή @ Provence-Alpes-Côte d'Azur παροιμία @ proverb επαρχία @ province επαρχία Αμβέρσας @ Province of Antwerp επαρχία Ανατολικής Φλάνδρας @ Province of East Flanders επαρχία Φλαμανδικής Βραβάνδης @ Province of Flemish Brabant επαρχία Αινώ @ Province of Hainault επαρχία Λιέγης @ Province of Liège βελγική επαρχία Λιμβούργου @ Province of Limbourg βελγική επαρχία Λουξεμβούργου @ Province of Luxembourg επαρχία Ναμύρ @ Province of Namur επαρχία Βαλλωνικής Βραβάνδης @ Province of Walloon Brabant επαρχία Δυτικής Φλάνδρας @ Province of West Flanders λογιστικό αποθεματικό @ provision παροχή υπηρεσιών @ provision of services προσωρινά δωδεκατημόρια @ provisional twelfth ψήφος δια πληρεξουσίου @ proxy vote κλαδεύω @ prune Πρωσία @ Prussia ψευδώνυμο @ pseudonym εισαγωγή σε ψυχιατρείο @ psychiatric confinement ψυχιατρείο @ psychiatric institution ψυχίατρος @ psychiatrist ψυχιατρική @ psychiatry ψυχανάλυση @ psychoanalysis τηλεκίνηση @ psychokinesis ψυχολογική παρενόχληση @ psychological harassment ψυχολόγος @ psychologist ψυχολογία @ psychology ψυχομετρικό τεστ @ psychometric test ψυχοσωματικός @ psychosomatic ψυχότροπη ουσία @ psychotropic substance εφηβεία @ puberty δημόσιος @ public κοινό @ public δημόσιο λογιστικό @ public accounting δημόσια διοίκηση @ public administration δημόσιες αρχές @ public authorities ευαισθητοποίηση του κοινού @ public awareness campaign δημόσια τράπεζα @ public bank δημόσιο δάνειο @ public borrowing δημόσιο κτίριο @ public building δημοσιότητα των συζητήσεων @ public conduct of debates δημόσιες συμβάσεις @ public contract δημόσιο χρέος @ public debt Δημόσιο Οικονομικό Δίκαιο @ public economic law οικονομία του δημόσιου τομέα @ public economy δημόσια εκπαίδευση @ public education δημόσια δαπάνη @ public expenditure δημόσια οικονομικά @ public finance δημόσια χρηματοδότηση @ public financing δημόσια υγεία @ public health δημόσια ακρόαση @ public hearing αργία @ public holiday δημόσια υγιεινή @ public hygiene δημόσιος οργανισμός @ public institution δημόσια ασφάλιση @ public insurance δημόσιο διεθνές δίκαιο @ public international law δημόσια επένδυση @ public investment δημόσιο δίκαιο @ public law βοηθητικός δικαστικός λειτουργός @ public legal official δημόσια βιβλιοθήκη @ public library ανώνυμη εταιρεία @ public limited company δημόσια ήθη @ public morality δημόσιο αξίωμα @ public office κοινή γνώμη @ public opinion δημόσια τάξη @ public order δημόσια περιουσία @ public property ποινική αγωγή @ public prosecution εισαγγελική αρχή @ public prosecutor's department δημόσιες σχέσεις @ public relations δημόσια ασφάλεια @ public safety δημόσια επιχείρηση @ public sector δημόσια υπηρεσία @ public service υπάλληλοι δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών @ public service employee δημόσια δήλωση @ public statement δημόσιο απόθεμα @ public stock δημόσιες συγκοινωνίες @ public transport δημόσια έργα @ public works δημοσιεύσεις @ publication δημοσίευση νόμου @ publication of a law δημοσιότητα των λογαριασμών @ publication of accounts ανακοίνωση τιμολογίων @ publication of tariffs δάση του δημοσίου @ publicly-owned forest σύμπραξη δημοσίου-ιδιωτικού τομέα @ public-private partnership εκδοτικός οίκος @ publisher εκδόσεις @ publishing προθεσμία έκδοσης @ publishing deadline γνωστοποίηση των τιμών @ publishing of prices σφαίρα @ puck Πόρτο Ρίκο @ Puerto Rico Πουέρτο Ρίκο @ Puerto Rico βιομηχανία χαρτόμαζας και χαρτιού @ pulp and paper industry άμβωνας @ pulpit πάλσαρ @ pulsar παλμός @ pulse αντλία @ pump κολοκύθα @ pumpkin τιμωρία @ punishment μαθητής @ pupil κόρη @ pupil μαριονέτα @ puppet κουτάβι @ puppy πράξη αγοράς @ purchase τιμή αγοράς @ purchase price αγοραστικές συνήθειες @ purchasing habits αγοραστική δύναμη @ purchasing power ισοτιμία αγοραστικής δύναμης @ purchasing power parity καθαρτήριο @ purgatory μωβ @ purple γουργουρίζω @ purr πύον @ pus ώθηση φορτηγίδων @ push towing Πούσκιν @ Pushkin γατάκι @ pussy ψιψίνα @ pussy πυώδης @ pussy μουνί @ pussy Πιονγιάνγκ @ Pyongyang πυραμίς @ pyramid πυραμίδα @ pyramid Πυθαγόρας @ Pythagoras Πύθωνας @ python Κατάρ @ Qatar ο.ε.δ. @ QED πα πα @ quack αγυρτία @ quackery τετράπλευρο @ quadrilateral επτάκις εκατομμύριο @ quadrillion τετράκις εκατομμύριο @ quadrillion Σώμα των Κοσμητόρων @ Quaestor of the EP ειδική πλειοψηφία @ qualified majority ποιοτική ανάλυση @ qualitative analysis ποιότητα @ quality ποιοτικός @ quality ομάδα ποιότητας @ quality control circle ποιοτικός έλεγχος γεωργικών προϊόντων @ quality control of agricultural products ποιοτικός έλεγχος βιομηχανικών προϊόντων @ quality control of industrial products σήμα ποιότητας @ quality label ποιότητα ζωής @ quality of life ποιότητα του περιβάλλοντος @ quality of the environment ποιοτικό πρότυπο @ quality standard ποσοτική ανάλυση @ quantitative analysis ποσοτικός περιορισμός @ quantitative restriction εκφορτωθείσα ποσότητα @ quantity of fish landed κβάντωση @ quantization κουάρκ @ quark καβγάς @ quarrel τέταρτο @ quarter χαλαζίας @ quartz κβάζαρ @ quasar φόροι υπέρ τρίτων @ quasi-fiscal charge τεταρτογενής τομέας @ quaternary sector προκυμαία @ quay Κεμπέκ @ Quebec βασίλισσα @ queen ντάμα @ queen ερώτηση @ question ερώτημα @ question ; @ question mark επερώτηση @ question put to a minister ώρα των ερωτήσεων @ question time γρήγορα @ quickly Κουίντιτς @ Quidditch ήρεμος @ quiet ήσυχος @ quiet ησυχία @ quiet πάπλωμα @ quilt κυδώνι (kidoni) @ quince απαρτία @ quorum εισαγωγικά @ quotation marks βιβλιογραφική αναφορά @ quote πηλίκο @ quotient ραββίνος @ rabbi κουνέλι @ rabbit κρέας κουνελιού @ rabbit meat λύσσα @ rabies φυλή @ race φυλετική σύγκρουση @ racial conflict φυλετικές διακρίσεις @ racial discrimination ρατσισμός @ racism φυλετισμός @ racism ρατσιστής @ racist προστασία από τη ραδιενέργεια @ radiation protection ριζοσπαστικό κόμμα @ radical party ραδιόφωνο @ radio ραδιοφωνική συσκευή @ radio equipment ασύρματη τηλεπικοινωνία @ radio telecommunications ραδιενεργά απόβλητα @ radioactive effluent ραδιενεργό υλικό @ radioactive materials ραδιενεργός ρύπανση @ radioactive pollution ραδιενεργά κατάλοιπα @ radioactive waste ραδιενέργεια @ radioactivity ραδιοβιολογία @ radiobiology ραδίκι @ radish ραπάνι @ radish ραδόνιο @ radon σχεδία @ raft μεταφορά ξυλείας δι' επιπλεύσεως @ rafting οργή @ rage σιδηροδρομικό δίκτυο @ rail network σιδηροδρομικές μεταφορές @ rail transport σιδηρόδρομος @ railroad σιδηρόδρομος @ railway σιδηροδρομικές κατασκευές @ railway industry σιδηροδρομικός σταθμός @ railway station τιμολόγιο σιδηροδρομικών μεταφορών @ railway tariff βροχή @ rain βρέχω @ rain ουράνιο τόξο @ rainbow (Amerikaniki Pestrofa) @ rainbow trout σταφίδα @ raisin τσουγκράνα @ rake ρακή @ rakija τυχαίος @ random λύτρα @ ransom βιασμός @ rape δύναμη ταχείας αντίδρασης @ rapid reaction force σπάνιος @ rare ευγενές αέριο @ rare gas Ρας αλ Καϊμά @ Ras Al Khaimah σμέουρο @ raspberry σμεουριά @ raspberry αρουραίος @ rat ρυθμός της εργασίας @ rate of work κύρωση συμφωνίας @ ratification of an agreement λόγος μεγεθών @ ratio λόγος @ ratio ρητός αριθμός @ rational number κροταλίας @ rattlesnake φαράγγι @ ravine ωμός @ raw βασική χημική βιομηχανία @ raw chemical industry πρώτη ύλη @ raw material νωπό γάλα @ raw milk ακατέργαστη ζάχαρη @ raw sugar ακτίνα @ ray σαλάχι @ ray ημιευθεία @ ray ξυράφι @ razor ξυριστική λεπίδα @ razorblade ψύξη του αντιδραστήρα @ reactor cooling system διαβάζω @ read έτοιμος @ ready αληθινός @ real πραγματικός @ real αυθεντικός @ real πραγματικός αριθμός @ real ακίνητο @ real estate επιχείρηση ακινήτων @ real estate business κτηματική πίστη @ real estate credit κτηματική αγορά @ real estate market πραγματικός αριθμός @ real number ακίνητη περιουσία @ real property ρεαλισμός @ realism συνειδητοποιώ @ realize βασίλειο @ realm σφαίρα @ realm επανεξοπλισμός @ rearmament λόγος @ reason επαγγελματική μετακίνηση @ reassignment επαναστατήσει @ rebel επαναστατική κυβέρνηση @ rebel government εκκαθάριση της περιουσίας @ receivership πρόσφατος @ recent υποδοχή @ reception ύφεση @ recession συνταγή @ recipe ανακτημένη γη @ reclaimed land αναγνώριση διπλωμάτων @ recognition of diplomas αναγνώριση σπουδών @ recognition of studies αναγνώριση επαγγελματικών προσόντων @ recognition of vocational training qualifications σύσταση @ recommendation ανασυσταμένο προϊόν @ reconstituted product δίσκος @ record ρεκόρ @ record καταγράφω @ record εγγραφή @ record δισκοθήκη @ record library προεγγεγραμμένο μέσο εγγραφής @ recording συσκευή εγγραφής @ recording equipment μέσο εγγραφής @ recording medium πρόσληψη @ recruitment ορθογώνιο παραλληλόγραμμο @ rectangle ανακυκλώνω @ recycle ανακυκλωμένο προϊόν @ recycled product ανακύκλωση κεφαλαίων @ recycling of capital τεχνολογία ανακύκλωσης @ recycling technology ερυθρός @ red κόκκινο @ red κόκκινος @ red ελάφι @ red deer Ερυθρά Θάλασσα @ Red Sea Ερυθρά θάλασσα @ Red Sea ερυθρός οίνος @ red wine εξόφληση @ redemption απόσβεση του χρέους @ redemption of public debt ενισχύσεις μετατροπής @ redevelopment aid μετατροπή της παραγωγής @ redirection of production αναπροεξόφληση @ rediscounting αναδιανομή του εισοδήματος @ redistribution of income μειωμένη τιμή @ reduced price μείωση των εκπομπών αερίων @ reduction of gas emissions μείωση ποινής @ reduction of sentence μείωση του χρόνου εργασίας @ reduction of working time απόλυση για οικονομικούς λόγους @ redundancy επανεξαγωγή @ re-export παραπέμπω @ refer διαιτητής @ referee τιμή αναγωγής @ reference price προδικαστική παραπομπή ΕΚ @ reference to the EC Court of Justice for a preliminary ruling δημοψήφισμα @ referendum αναθέρμανση της οικονομίας @ reflation μεταρρύθμιση της ΚΓΠ @ reform of the CAP επωδός @ refrain προϊόν διατηρημένο σε απλή ψύξη @ refrigerated product βιομηχανία του ψύχους @ refrigeration industry ψυγείο @ refrigerator πρόσφυγας @ refugee άρνηση προσφοράς @ refusal to bid άρνηση πώλησης @ refusal to sell αλλαγή καθεστώτος @ regime change διοικητική περιφέρεια @ region περιφέρεια εξαρτημένη από την αλιεία @ region dependent on fishing Περιφέρεια της Μούρθια @ Region of Murcia περιφερειακοί λογαριασμοί @ regional accounting περιφερειακό υποκατάστημα @ regional agency περιφερειακές ενισχύσεις @ regional aid οργανισμός τοπικής αυτοδιοίκησης β΄ βαθμού @ regional and local authorities οργανισμός περιφερειακής διοίκησης @ regional authority περιφερειακός προϋπολογισμός @ regional budget περιφερειακή συνεργασία @ regional cooperation τοπική πολιτιστική παράδοση @ regional culture περιφερειακή ανάπτυξη @ regional development περιφερειακές ανισότητες @ regional disparity περιφερειακή οικονομία @ regional economy περιφερειακές εκλογές @ regional election περιφερειακή γεωργική πολιτική @ regional farm policy δημόσια οικονομικά περιφερειακής αυτοδιοίκησης @ regional finances περιφερειακή γεωγραφία @ regional geography περιφερειακή διοίκηση @ regional government περιφερειακή ολοκλήρωση @ regional integration επένδυση σε περιφερειακό επίπεδο @ regional investment τοπική γλώσσα @ regional language περιφερειακό δίκαιο @ regional law περιφερειακή αγορά @ regional market περιφερειακό κοινοβούλιο @ regional parliament περιφερειακός προγραμματισμός @ regional planning περιφερειακή αστυνομία @ regional police περιφερειακή πολιτική @ regional policy περιφερειακή ασφάλεια @ regional security αυτόνομη περιφέρεια @ regional State περιφερειακές στατιστικές @ regional statistics περιφερειακές μεταφορές @ regional transport περιφερειοποίηση @ regionalisation περιφερειακή αποκέντρωση των συναλλαγών @ regionalisation of trade τοπικισμός @ regionalism περιφερειακό κόμμα @ regionalist party σχέσεις περιφέρειας-Ευρωπαϊκής Ένωσης @ region-EU relationship περιφέρειες και κοινότητες του Βελγίου @ regions and communities of Belgium περιφέρειες της Αυστρίας @ regions of Austria περιφέρειες της Δανίας @ regions of Denmark περιφέρειες της Εσθονίας @ regions of Estonia περιφέρειες της Φινλανδίας @ regions of Finland περιφέρειες της Γαλλίας @ regions of France περιφέρειες της Γερμανίας @ regions of Germany περιφέρειες της Ελλάδας @ regions of Greece περιφέρειες της Ουγγαρίας @ regions of Hungary περιφέρειες της Ιρλανδίας @ regions of Ireland περιφέρειες της Ιταλίας @ regions of Italy περιφέρειες της Λετονίας @ regions of Latvia περιφέρειες της Λιθουανίας @ regions of Lithuania περιφέρειες της Πολωνίας @ regions of Poland περιφέρειες της Πορτογαλίας @ regions of Portugal περιφέρειες της Σλοβακίας @ regions of Slovakia περιφέρειες της Σλοβενίας @ regions of Slovenia περιφέρειες της Ισπανίας @ regions of Spain περιφέρειες της Σουηδίας @ regions of Sweden περιφέρειες της Τσεχικής Δημοκρατίας @ regions of the Czech Republic περιφέρειες των Κάτω Χωρών @ regions of the Netherlands περιφέρειες του Ηνωμένου Βασιλείου @ regions of the United Kingdom καταχωρώ @ register σήμα κατατεθέν @ registered trademark εγγραφή εταιρείας στα μητρώα @ registration of a company εγγραφή στους εκλογικούς καταλόγους @ registration of voters τέλος πρωτοκόλλου @ registration tax μετανιώνω @ regret λύπη @ regret κανονισμός @ regulation κανονιστικές ρυθμίσεις της γεωργικής παραγωγής @ regulation of agricultural production κανόνες επενδύσεων @ regulation of investments κανονισμοί τηλεπικοινωνιών @ regulation of telecommunications ρύθμιση των εμπορικών συναλλαγών @ regulation of transactions υπηρεσιακή κατάσταση δημοσίου υπαλλήλου @ regulations for civil servants επανεισαγωγή @ re-import τάρανδος @ reindeer αντασφάλιση @ reinsurance επιχείρηση ένταξης στην αγορά εργασίας @ reintegration enterprise σχολική επανένταξη @ re-integration into school επαγγελματική επανένταξη @ reintegration into working life απόρριψη του προϋπολογισμού @ rejection of the budget σχέση κράτους-περιφέρειας @ relations between the State and the regions διαγερμανικές σχέσεις @ relations between the two German States συγγένεια @ relationship σχέση @ relationship σχετικότητα @ relativity υφ' όρον απόλυση @ release on licence ανακούφιση @ relief θρησκεία @ religion θρησκευτικός πόλεμος @ religious conflict διακρίσεις θρησκεύματος @ religious discrimination ζηλωτισμός @ religious fundamentalism θρησκευτική ομάδα @ religious group θρησκευτικό ίδρυμα @ religious institution θρησκευτική αίρεση @ religious sect θρησκευτικός τουρισμός @ religious tourism θυμάμαι @ remember απαλλαγή από τέλη εξαγωγής @ remission of export duties τηλεανίχνευση @ remote sensing απολαβές από την εργασία @ remuneration of work Αναγέννηση @ Renaissance ανανεώσιμη ενέργεια @ renewable energy ανανεώσιμοι πόροι @ renewable resources παράταση συμφωνίας @ renewal of an agreement έλεγχος ενοικίων @ rent regulations επιχείρηση μίσθωσης @ rental business επιδιορθώνω @ repair αναδασμός @ reparcelling ενισχύσεις για παλιννόστηση @ repatriation grant επαναπατρισμός κεφαλαίων @ repatriation of capital κατάργηση @ repeal μεταμεληθείς @ repentance αντικαθιστώ @ replace αναπλήρωση των πλουτοπαραγωγικών πόρων @ replacement of resources μεταφύτευση @ replanting έκθεση @ report αναφορά @ report αντιπροσωπευτική αγοραία τιμή @ representative market price αντιπροσωπευτική τιμή @ representative price αντιπροσωπευτικός συντελεστής @ representative rate καταστολή @ repression αντίγραφο @ reproduction αναπαραγωγική υγεία @ reproductive health ερπετό @ reptile αβασίλευτη δημοκρατία @ republic δημοκρατία @ republic Δημοκρατία της Αρμενίας @ Republic of Armenia Δημοκρατία της Κίνας @ Republic of China Δημοκρατία της Κορέας @ Republic of Korea Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας @ Republic of Macedonia Δημοκρατία της Μολδαβίας @ Republic of Moldova ρεπουμπλικανικό κόμμα @ Republican Party φήμη @ reputation φήμη @ repute ζητώ @ request επίταξη των εργαζομένων @ requisitioning of workers παγιοποίηση του χρέους @ rescheduling of public debt έρευνα @ research έρευνα και ανάπτυξη @ research and development οργανισμός έρευνας @ research body προϋπολογισμός για την έρευνα @ research budget ερευνητική μέθοδος @ research method πολιτική έρευνας @ research policy πρόγραμμα έρευνας @ research programme ερευνητικό σχέδιο @ research project έκθεση έρευνας @ research report αποτελέσματα της έρευνας @ research results ερευνητικό προσωπικό @ research staff κράτηση θέσης @ reservation επιφύλαξη @ reservation εφεδρείες @ reserve army αποθεματικό νόμισμα @ reserve currency αποθεματικά @ reserves κατοικία @ residence δικαίωμα παραμονής @ residence permit οικιστική ζώνη @ residential area κινητικότητα διαμονής @ residential mobility παραίτηση της κυβέρνησης @ resignation of the government ρητίνη @ resin αντοχή υλικών @ resistance of materials αντίσταση @ resistor ψήφισμα @ resolution ψήφισμα του Κοινοβουλίου @ resolution of parliament ψήφισμα του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης @ Resolution of the Council of the European Union ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου @ resolution of the European Council θαλάσσιοι πόροι @ resources of the sea σεβασμός @ respect σέβομαι @ respect αναπνοή @ respiration ασθένεια του αναπνευστικού συστήματος @ respiratory disease αναπαύομαι @ rest ακινησία @ rest ανάπαυση @ rest ηρεμία @ rest χρόνος ανάπαυσης @ rest period εστιατόριο @ restaurant επαναφορά των δασμών @ restoration of customs duties περιορισμός ελευθερίας @ restriction of liberty περιορισμός του ανταγωνισμού @ restriction on competition σύμπραξη @ restrictive trade practice άδεια σύμπραξης @ restrictive-practice authorisation δήλωση σύμπραξης @ restrictive-practice notification αποτέλεσμα της ψηφοφορίας @ result of the vote πρατήριο @ retail outlet λιανική τιμή @ retail price λιανική πώληση @ retail selling λιανικό εμπόριο @ retail trade αμφιβληστροειδής @ retina συνταξιούχος @ retired person συνταξιοδότηση @ retirement όροι συνταξιοδότησης @ retirement conditions αναδρομικότητα του νόμου @ retroactivity of a law γυρίζω @ return επιστρέφω @ return παλιννόστηση @ return migration επανένωση @ reunification Ρεϋνιόν @ Réunion ανατίμηση του νομίσματος @ revaluation αποκαλύπτω @ reveal αποκάλυψη @ revelation εκδίκηση @ revenge έσοδα @ revenue αναθεώρηση συμφωνίας @ revision of an agreement αναθεώρηση των δημοσιονομικών προοπτικών @ revision of financial perspectives αναθεώρηση της συνθήκης ΕΚ @ revision of the EC Treaty επανάσταση @ revolution περίστροφο @ revolver ανταμοιβή @ reward αμείβω @ reward Ρέικιαβικ @ Reykjavik ρήνιο @ rhenium Ρήνος @ Rhine λεκάνη του Ρήνου @ Rhine Valley Ρηνανία-Παλατινάτο @ Rhineland-Palatinate ρινόκερος @ rhinoceros Ρόδος @ Rhodes ρόδιο @ rhodium ῥόμβος @ rhombus Ροδανός-Άλπεις @ Rhône-Alpes Ρίμπε @ Ribe ρύζι @ rice όρυζα @ rice πλούσιος @ rich Ριχάρδος @ Richard αναβάτης @ rider τυφέκιον @ rifle Ρίγα @ Riga δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας @ right of action δικαίωμα ασύλου @ right of asylum δικαίωμα εγκατάστασης @ right of establishment δικαίωμα προτίμησης @ right of pre-emption δικαίωμα αναλήψεως του μισθίου @ right of repossession δικαίωμα πολιτιστικής ανάπτυξης @ right to culture δικαίωμα διαδήλωσης @ right to demonstrate δικαίωμα ανάπτυξης @ right to development δικαίωμα εκπαίδευσης @ right to education δικαίωμα στην υγεία @ right to health δικαίωμα στέγασης @ right to housing δικαίωμα πληροφόρησης @ right to information δικαίωμα παροχής εννόμου προστασίας @ right to justice δικαίωμα στη σωματική ακεραιότητα @ right to physical integrity δικαίωμα του εκλέγεσθαι @ right to stand for election τέλη ενδιάμεσης στάθμευσης @ right to stopover δικαίωμα απεργίας @ right to strike δικαίωμα του εκλέγειν @ right to vote δικαίωμα εργασίας @ right to work δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας με τα τέκνα @ rights of access δικαιώματα των αλλοδαπών @ rights of aliens δικαιώματα του υπαλλήλου @ rights of civil servants δικαιώματα των μειονοτήτων @ rights of minorities δικαιώματα της υπεράσπισης @ rights of the defence ατομικά δικαιώματα @ rights of the individual δαχτυλίδι @ ring δακτύλιος @ ring παράμεσος @ ring finger Ρινγκκαίμπινγκ @ Ringkøbing Ομάδα του Ρίο @ Rio Group Ριόχα @ Rioja πρόληψη των κινδύνων @ risk prevention τελετουργία @ rite τελετουργικό @ ritual καρφί @ rivet οδός @ road έργα οδοποιίας @ road building οδικές ενδομεταφορές @ road cabotage οδικό δίκτυο @ road network οδική ασφάλεια @ road safety υπηρεσία συντήρησης και καθαρισμού οδών @ road services department οδική κυκλοφορία @ road traffic οδικές μεταφορές @ road transport τιμολόγιο οδικών μεταφορών @ road transport tariff τεχνικός έλεγχος @ roadworthiness tests Ρομπέρ @ Robert κοκκινολαίμης @ robin ρομπότ @ robot ρομποτική @ robotics αυτοματοποίηση της παραγωγής @ robotisation πέτρα @ rock ροκ @ rock αγριοπερίστερο @ rock dove κουνιστή καρέκλα @ rocking chair ραβδί @ rod καλάμι @ rod τρωκτικό @ rodent αυγοτάραχα @ roe ζ αρκάδι @ roe deer ρόλος @ role ψηφοφορία δι' ονομαστικής κλήσεως @ roll-call vote σιδηροδρομικό τροχαίο υλικό @ rolling stock Ρομ @ Roma ρωμαϊκός @ Roman Ρωμαίος @ Roman Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία @ Roman Empire ρωμαϊκό δίκαιο @ Roman law Ρουμανία @ Romania ρουμάνικα @ Romanian Ρώμη @ Rome Η Ρώμη δεν χτίστηκε σε μια μέρα @ Rome wasn't built in a day Ρωμαίος @ Romeo πύργος @ rook σταροκόρακας @ rook δωμάτιο @ room χώρος @ room κόκορας @ rooster ρίζα @ root σκαλιστικό φυτό @ root crop λαχανικό με βρώσιμη ρίζα @ root vegetable σκοινί @ rope ροζάριο @ rosary τριαντάφυλλο @ rose τριανταφυλλιά @ rose ρόδινο @ rose ερυθρωπός οίνος @ rosé wine δενδρολίβανο @ rosemary Στήλη της Ροζέττας @ Rosetta Stone Ροσκίλντε @ Roskilde Ροστόφ στον Ντον @ Rostov Ροστόφ @ Rostov σαπίζω @ rot σάπιος @ rotten βασιλικός @ royal βασιλοφροσύνη @ royalism τρίβω @ rub ελαστικό κόμμι @ rubber γομολάστιχα @ rubber λάστιχο @ rubber βιομηχανία ελαστικού @ rubber industry ρουβίδιο @ rubidium ρούβλι @ ruble ρουμπίνι @ ruby αγενής @ rude , @ rule κυβερνώ @ rule κράτος δικαίου @ rule of law προσωρινή αναστολή συνταγματικών δικαιωμάτων @ rule under emergency powers κανών @ ruler άρχοντας @ ruler εσωτερικός κανονισμός @ rules of procedure απόφαση δικαστηρίου @ ruling άρχουσα τάξη @ ruling class ρούμι @ rum μηρυκαστικό @ ruminant τρέχω @ run αγροτικός @ rural αγροτική κοινότητα @ rural community αγροτική ανάπτυξη @ rural development αγροτική κατοικία @ rural habitat αγροτική μετανάστευση @ rural migration αγροτικός πληθυσμός @ rural population αγροτική περιοχή @ rural region αγροτικός οικισμός @ rural settlement αγροτική κοινωνιολογία @ rural sociology αγροτικός τουρισμός @ rural tourism Ρως @ Rus παξιμάδι @ rusk Ρωσία @ Russia σκουριά @ rust ρουθήνιο @ ruthenium Ρουάντα @ Rwanda σίκαλη @ rye Σάμι @ Saami ASACR @ SAARC Σάαρ @ Saarland Σάμπα @ Saba σάκκος @ sack ιερό βιβλίο @ sacred text θυσία @ sacrifice ιεροσυλία @ sacrilege λυπημένος @ sad συστήματα ασφαλείας @ safety device πρότυπο ασφάλειας @ safety standard κρόκος @ saffron Σαχέλ @ Sahel πανί @ sail πλέω @ sail αρμενίζω @ sail ίστιο @ sail κότερο @ sailboat ιστιοπλοΐα @ sailing ναύτης @ sailor άγιος @ saint Άγιος Χριστόφορος και Νέβις @ Saint Christopher and Nevis Άγιος Ευστάθιος @ Saint Eustatius Αγία Ελένη @ Saint Helena Άγιος Χριστόφορος και Νέβις @ Saint Kitts and Nevis Αγία Λουκία @ Saint Lucia Άγιος Μαρτίνος @ Saint Martin Αγία Πετρούπολη @ Saint Petersburg Άγιος Πέτρος και Μικελόν @ Saint Pierre and Miquelon Άγιος Βικέντιος και Γρεναδίνες @ Saint Vincent and the Grenadines τρώξιμα @ salad σαλάμι @ salami μισθός @ salary πώληση @ sale έκπτωση @ sale αντιπρόσωπος πωλήσεων @ sales agent ενίσχυση διάθεσης @ sales aid εμπορικά επαγγέλματα @ sales occupation εμπορική προώθηση @ sales promotion εμπορικός αντιπρόσωπος @ sales representative προσωπικό πωλήσεων @ sales staff σίελος @ saliva άλατα @ salt άλας @ salt αλατισμένος @ salt αλατούχος @ salt συμφωνία SALT @ SALT Agreement αλίπαστο προϊόν @ salted product αλμυρό νερό @ saltwater αλμυρός @ salty αλατούχος @ salty Σάλτσμπουργκ @ Salzburg σαμάριο @ samarium Σαμόα @ Samoa Σαμόσατα @ Samosata στατιστική δειγματολειπτική έρευνα @ sample survey δειγματοληψία @ sampling σαμουράι @ samurai Σαν Φρανσίσκο @ San Francisco Άγιος Μαρίνος @ San Marino άμμος @ sand αμμουδιά @ sand σάνδαλο @ sandal αμμοθύελλα @ sandstorm σάντουιτς @ sandwich σανσκριτική γλώσσα @ Sanskrit Άγιος Βασίλης @ Santa Claus Σάο Πάολο @ São Paulo Σάο Τομέ και Πρίνσιπε @ São Tomé and Príncipe ζαφείρι @ sapphire Σάρα @ Sarah Σαράγεβο @ Sarajevo σαρκασμός @ sarcasm σαρκοφάγος @ sarcophagus Σαρδηνία @ Sardinia Σατανάς @ Satan σατανισμός @ Satanism δορυφόρος @ satellite τεχνητός δορυφόρος @ satellite δορυφορική επικοινωνία @ satellite communications δορυφορική πλοήγηση @ satellite navigation πόλη δορυφόρος @ satellite town σάτιρα @ satire Σάββατο @ Saturday κατσαρόλα @ saucepan Σαουδική Αραβία @ Saudi Arabia λαχανάλμη @ sauerkraut λουκάνικο @ sausage αποταμίευση @ savings ταμιευτήριο @ savings bank Savinjska @ Savinjska σωτήρας @ savior πριόνι @ saw πριονίζω @ saw πριονιστήριο @ sawmill Σαξονία @ Saxony Σαξωνία @ Saxony Σαξονία-Άνχαλτ @ Saxony-Anhalt σαξόφωνο @ saxophone απόφθεγμα @ saying θηκάρι @ scabbard ικρίωμα @ scaffold ζυγαριά @ scale λέπι @ scale μέγεθος @ scale πρασουλίδα @ scallion Σκανδιναβία @ Scandinavia σκάνdιο @ scandium σαρωτής @ scanner αποδιοπομπαίος τράγος @ scapegoat ουλή @ scar σκηνή @ scene χρονοδιάγραμμα @ schedule συμφωνία του Σένγκεν @ Schengen Agreement σύστημα πληροφοριών Σένγκεν @ Schengen Information System σχιζοφρένεια @ schizophrenia Σλέσβιχ-Χολστάιν @ Schleswig-Holstein σχολείο @ school πανεπιστήμιο @ school σχολή @ school κοπάδι @ school διαπαιδαγωγώ @ school σχολείο εξωτερικού @ school abroad σχολική ηλικία @ school age σχολική φοίτηση @ school attendance κυλικείο σχολείου @ school canteen σχολικό περιβάλλον @ school environment δίδακτρα @ school fees σχολική επιθεώρηση @ school inspection σχολική νομοθεσία @ school legislation σχολική ζωή @ school life σχολίατροι @ school medicine σχολική επίδοση @ school results σχολικό εγχειρίδιο @ school textbook μεταφορά μαθητών @ school transport σχέσεις εκπαίδευσης-βιομηχανίας @ school-industry relations παροχή παιδείας @ schooling σχολική μελέτη @ schoolwork σχέσεις εκπαίδευσης-επαγγελματικής ζωής @ school-working life relations επιστήμη @ science επιστημονική συσκευή @ scientific apparatus επιστημονικός υπολογισμός @ scientific calculation επιστημονική συνεργασία @ scientific cooperation επιστημονική ανακάλυψη @ scientific discovery εκπαίδευση θετικής κατεύθυνσης @ scientific education επιστημονικές ανταλλαγές @ scientific exchange επιστημονική βιβλιοθήκη @ scientific library επιστημονικός Τύπος @ scientific press επιστήμονες @ scientific profession επιστημονική πρόοδος @ scientific progress επιστημονική πραγματογνωμοσύνη @ scientific report επιστημονική έρευνα @ scientific research περιφρόνηση @ scorn σκορπιός @ scorpion Σκωτία @ Scotland προσκοπισμός @ scouting οθόνη @ screen βίδα @ screw κατσαβίδι @ screwdriver όσχεο @ scrotum γλυπτική @ sculpture γλυπτό @ sculpture θάλασσα @ sea θαλάσσιο ψάρι @ sea fish θαλάσσια αλιεία @ sea fishing αχινός @ sea urchin θαλάσσιος βυθός @ sea-bed φώκια @ seal ναυτικός @ seaman κατ' οίκον έρευνα @ search μηχανή αναζήτησης @ search engine εποχή @ season εποχιακή εργασία @ seasonal employment εποχική μετανάστευση @ seasonal migration εποχική ανεργία @ seasonal unemployment εποχικός εργαζόμενος @ seasonal worker έδρα θεσμικού οργάνου @ seat of Community institution SEATO @ SEATO δευτερόλεπτο @ second δεύτερος @ second δευτερόλεπτο (τόξου) @ second λεπτό @ second επαναληπτική ψηφοφορία @ second ballot σύμβαση Λομέ ΙΙ @ second Lomé Convention δεύτερο πρόσωπο @ second person δεύτερη φάση της ΟΝΕ @ second stage of EMU Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος @ Second World War δευτεροβάθμια εκπαίδευση @ secondary education παράγωγο δίκαιο @ secondary legislation δευτερεύουσα κατοικία @ secondary residence δευτερογενής τομέας @ secondary sector μυστικότητα @ secrecy μυστικό @ secret κρυφός @ secret μυστική ψηφοφορία @ secret ballot μυστική υπηρεσία @ secret service μυστικές εταιρίες @ secret society αποζημίωση γραμματείας @ secretarial allowance προσωπικό γραμματείας @ secretarial staff γραμματεία του οργάνου @ secretariat of an Institution γραμματέας @ secretary υπουργός @ secretary γενικός γραμματέας @ Secretary General μορφοχάλυβες @ section τομεακή συμφωνία @ sectoral agreement ενίσχυση κατά τομέα @ sectoral aid προγραμματισμός κατά τομέα @ sectoral planning μη εκκλησιαστική εκπαίδευση @ secular education λαϊκό κράτος @ secular State λαϊκός (μη θρησκευτικός) χαρακτήρας @ secularity κινητές αξίες @ securities ασφάλεια @ security ασφάλεια εφοδιασμού @ security of supply ασφάλεια και φύλαξη @ security services ιζηματολογία @ sedimentology ξελογιάστρα @ seductress βλέπω @ see καταλαβαίνω @ see σπόρος για σπορά @ seed σπόρος @ seed κεφάλαιο αρχικής ώθησης @ seed capital ελαιούχο λίνο @ seed flax δενδρύλλιο @ seedling φαίνομαι @ seem τραμπάλα @ seesaw προληπτικά αντισεισμικά μέτρα @ seismic monitoring σεισμολογία @ seismology (seismologie @ seismology κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων @ seizure of goods επιλογή μαθητών @ selection of pupils επιλεκτική διάδοση πληροφοριών @ selective dissemination of information επιλεκτική διανομή @ selective distribution agreement σελήνιο @ selenium σεληνολογία @ selenology νόμιμη άμυνα @ self-defence αυτοδιάθεση @ self-determination ανεξάρτητος επαγγελματίας @ self-employed person αυτοαπασχόληση @ self-employment αυτοχρηματοδότηση @ self-financing αυτοδιαχείριση @ self-management αυτορρύθμιση @ self-regulation σέλφ-σέρβις @ self-service store καλλιέργεια για διατροφή @ self-sufficiency farming ενεργειακή ανεξαρτησία @ self-sufficiency in energy επισιτιστική ανεξαρτησία @ self-sufficiency in food ποσοστό αυτάρκειας @ self-sufficiency rate αυτάρκεια εφοδιασμού @ self-supply πώληση επί ζημία @ selling at a loss τιμή πώλησης @ selling price σπέρμα @ semen άνω τελεία @ semicolon ημικατεργασμένο προϊόν @ semi-manufactured goods ημιμέταλλα @ semi-metal σημειολογία @ semiotics ημιμαζικά μεταφορικά μέσα @ semi-public transport ημιειδικευμένος εργάτης @ semi-skilled worker ημίσκληρο τυρί @ semi-soft cheese γερουσία @ senate Σενεγάλη @ Senegal ανώτερο στέλεχος @ senior management προϋπηρεσία @ seniority ευαίσθητη ζώνη @ sensitive area ευαίσθητο προϊόν @ sensitive product Σεούλ @ Seoul σύζυγος εν διαστάσει @ separated person διάκριση εξουσιών @ separation of powers Σεπτέμβριος @ September Μετάφραση των Εβδομήκοντα @ Septuagint σεραφείμ @ seraph Σερβία @ Serbia Σερβία και Μαυροβούνιο @ Serbia and Montenegro Σερβικά @ Serbian λοχίας @ sergeant σηροτροφία @ sericulture σύνολο @ series σειρά @ series σοβαρός @ serious σεροτονίνη @ serotonin υπηρέτης @ servant διακομιστής @ server υπηρεσία @ service παραχώρηση υπηρεσιών @ service concession δραστηριότητες του τομέα των υπηρεσιών @ service industry βοηθητικά επαγγέλματα @ service occupation επιχείρηση παροχής υπηρεσιών @ services company σύμβαση υπηρεσιών @ services contract υπηρεσία κοινής ωφέλειας @ services of general interest σουσάμι @ sesame σύνολο @ set βάζω @ set σειρά @ set σετ @ set θεωρία των συνόλων @ set σκηνικό @ set πάγωμα των γαιών @ set-aside διευθέτηση των διαφορών @ settlement of disputes έποικος @ settler επτά @ seven επτά θανάσιμα αμαρτήματα @ seven deadly sins δεκαεπτά @ seventeen εβδομήντα @ seventy εβδομήντα οκτώ @ seventy-eight εβδομήντα πέντε @ seventy-five εβδομήντα τέσσαρες @ seventy-four εβδομήντα εννέα @ seventy-nine εβδομήντα έν @ seventy-one εβδομήντα επτά @ seventy-seven εβδομήντα έξ @ seventy-six εβδομήντα τρείς @ seventy-three εβδομήντα δύο @ seventy-two αποζημίωση λόγω απόλυσης @ severance pay Σεβίλλη @ Seville ιλύς καθαρισμού λυμάτων @ sewage sludge συνουσία @ sex φύλο @ sex σεξουαλική αγωγή @ sex education γενετήσιος @ sexual διακρίσεις λόγω φύλου @ sexual discrimination σεξουαλική ελευθερία @ sexual freedom σεξουαλική παρενόχληση @ sexual harassment ερωτική επαφή @ sexual intercourse σεξουαλικές μειονότητες @ sexual minority γενετήσιος ακρωτηριασμός @ sexual mutilation σεξουαλικό έγκλημα @ sexual offence σεξουαλικός τουρισμός @ sexual tourism βιασμός @ sexual violence σεξουαλικότητα @ sexuality σεξουαλικά μεταδιδόμενη ασθένεια @ sexually transmitted disease Σεϋχέλλες @ Seychelles σκιά @ shade απόχρωση @ shade σκιά @ shadow σκιώδης κυβέρνηση @ shadow cabinet Σαίξπηρ @ Shakespeare ασκαλώνιο @ shallot ρηχός @ shallow ντροπή @ shame Σανγκάη @ Shanghai κράματα μνημών @ shape-memory alloy μετοχή @ share εταιρικό κεφάλαιο @ share capital επίμορτη αγροληψία @ share farming μέτοχος @ shareholder εταιρική συμμετοχή @ shareholding Σάρτζα @ Sharjah οξύνω @ sharpen αυτή @ she θηκάρι @ sheath προβατοειδή @ sheep πρόβατο @ sheep πρόβειο κρέας @ sheepmeat τυρί πρόβειο @ sheep's milk cheese φύλλο @ sheet όστρακο @ shell κέλυφος @ shell οστρακοκαλλιέργεια @ shellfish farming βοσκός @ shepherd Νήσοι Σέτλαντ @ Shetland Islands λύκαινα @ she-wolf ασπίδα @ shield προστατεύω @ shield εργασία κατά βάρδιες @ shift work ςιντοϊσμός @ Shinto πλοίο @ ship αποστέλλω @ ship θαλάσσια διώρυγα @ ship canal ναυπηγικές κατασκευές @ shipbuilding ναυτιλιακή πολιτική @ shipping policy σημαία πλοίου @ ship's flag άδεια ναυσιπλοΐας @ ship's passport πουκάμισο @ shirt σκατό @ shit σκατά @ shit διάρροια @ shit κακής ποιότητας @ shoddy παπούτσι @ shoe πέταλο @ shoe πεταλώνω @ shoe πέδιλο @ shoe διάττων αστήρ @ shooting star κατάστημα @ shop ψωνίζω @ shop εργαστήριο @ shop βιτρίνα @ shop window εμπορικό κέντρο @ shopping centre προστασία των ακτών @ shore protection έλλειψη @ shortage πενθήμερο εργασίας @ shorter working week βραχυπρόθεσμη πίστωση @ short-term credit συγκυριακή πολιτική @ short-term economic policy οικονομική συγκυρία @ short-term economic prospects βραχυπρόθεσμη χρηματοδότηση @ short-term financing βραχυπρόθεσμη πρόβλεψη @ short-term forecast μερική ανεργία @ short-time working βολή @ shot φτυάρι @ shovel ντους @ shower βροχούλα @ shower νανομυγαλίδα @ shrew ιερό @ shrine κλείνω @ shut σκασμός @ shut up Šiauliai @ Šiauliai Σιβηρία @ Siberia Σικελία @ Sicily άρρωστος @ sick αναρρωτική άδεια @ sick leave δρεπάνι @ sickle σελίδα @ side φαβορίτες @ sideburns πολιορκία @ siege Σιέρρα Λεόνε @ Sierra Leone κόσκινο @ sieve σημάδι @ sign σήμα @ sign πρόσημο @ sign ζώδιο @ sign συστήματα σήμανσης @ signalling device υπογραφή @ signature υπογραφή συμφωνίας @ signature of an agreement σιωπή @ silence σιωπηρή πλειοψηφία @ silent majority Σιλεσία @ Silesia Σιλεσία @ Silesia province πυρίτιο @ silicon διοξείδιο πυριτίου @ silicon dioxide μετάξι @ silk σιλό @ silo άργυρος @ silver ασημικά @ silverware δασοκομία @ silviculture παρόμοιος @ similar παρομοίωση @ simile σχετική πλειοψηφία @ simple majority απλούστευση των διατυπώσεων @ simplification of formalities απλούστευση της νομοθεσίας @ simplification of legislation τα απλουστευμένα κινέζικα @ Simplified Chinese προσομοίωση @ simulation ταυτόχρονα @ simultaneously αμαρτία @ sin αμαρταίνω @ sin ημίτονο @ sine τραγουδάω @ sing Σιγκαπούρη @ Singapore ενιαίο έγγραφο @ single document Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη @ Single European Act ενιαία συναλλαγματική πολιτική @ single exchange-rate policy ενιαία αγορά @ single market ενιαία νομισματική πολιτική @ single monetary policy άγαμος γονέας @ single parent ψηφοφορία σε ένα γύρο @ single-ballot system μονοκαλλιέργεια @ single-crop farming ανεξάρτητη κατοικία @ single-family housing βυθίζομαι @ sink αμαρτωλός @ sinner ιγμορίτιδα @ sinusitis σιζάλ @ sisal αδελφή @ sister καλόγρια @ sister νύφη @ sister-in-law εγκατάσταση σταθμού ηλεκτροπαραγωγής @ siting of power stations κατάσταση @ situation έξι @ six δεκαέξι @ sixteen εξηκοστός @ sixtieth εξήντα @ sixty εξήντα οκτώ @ sixty-eight εξήντα πέντε @ sixty-five εξήντα τέσσαρες @ sixty-four εξήντα εννέα @ sixty-nine εξήντα έν @ sixty-one εξήντα επτά @ sixty-seven εξήντα έξ @ sixty-six εξήντα τρείς @ sixty-three εξήντα δύο @ sixty-two μέγεθος της επιχείρησης @ size of business Skåne @ Skåne county σκελετός @ skeleton σκαρίφημα @ sketch σουβλάκι @ skewer σκι @ ski παρωχημένο προσόν @ skill obsolescence ειδικευμένος εργάτης @ skilled worker εξοστρακίζομαι @ skim αποβουτυρωμένο γάλα @ skim milk αποκορυφωμένο γάλα @ skimmed milk αποβουτυρωμένο γάλα @ skimmed milk αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη @ skimmed milk powder δέρμα @ skin γδέρνω @ skin δερματική πάθηση @ skin disease χοροπηδώ @ skip φούστα @ skirt Σκόπια @ Skopje κρανίο @ skull μεφίτιδα @ skunk ουρανός @ sky σταρήθρα @ skylark ουρανοξύστης @ skyscraper δυσφήμηση @ slander χαστούκι @ slap δεξιότροπη κάθετος @ slash ζώο για σφαγή @ slaughter animal σφαγή ζώων @ slaughter of animals πριμοδότηση σφαγής @ slaughter premium σφαγμένα πουλερικά @ slaughtered poultry σφαγείο @ slaughterhouse δουλεία @ slavery βαρειά @ sledgehammer κοιμάμαι @ sleep ωραία κοιμωμένη @ Sleeping Beauty παντόφλα @ slipper νωθρότης @ sloth σλοβάκικα @ Slovak Σλοβακία @ Slovakia σλοβενικά @ Slovene Σλοβένος @ Slovene σλοβενικός @ Slovene Σλοβενία @ Slovenia σλοβενικά @ Slovenian Σλοβένος @ Slovenian σλοβενικός @ Slovenian αργός @ slow βραδύτητα @ slowness γυμνοσάλιαγκας @ slug τιμή ανάσχεσης @ sluice-gate price τενεκεδούπολη @ slum Småland και Νήσοι @ Småland and the islands μικρός @ small νέος @ small μικρομεσαία βιομηχανία @ small and medium industries μικρομεσαίες επιχειρήσεις @ small and medium-sized enterprises μικρή επιχείρηση @ small business μικρή βιομηχανία @ small industry μικρό κατάστημα @ small retailer κωμόπολη @ small town μικρή γεωργική εκμετάλλευση @ smallholding ευλογιά @ smallpox χαμόγελο @ smile σιδηρουργός @ smith καπνός @ smoke καπνίζω @ smoke τσιγάρο @ smoke καπνιστό προϊόν @ smoked product καπνιστής @ smoker νικοτινίαση @ smoking κάπνισμα @ smoking σαλιγκάρι @ snail ελίσσομαι @ snake ροχαλίζω @ snore χιονίζω @ snow χιόνι @ snow Χιονάτη @ Snow White χιονόμπαλα @ snowball χιονάνθρωπος @ snowman χιονοθύελλα @ snowstorm σαπουνίζω @ soap σαπουνόπερα @ soap opera νηφάλιος @ sober ποδόσφαιρο @ soccer Σότσι @ Sochi κοινωνική προσαρμογή @ social adjustment κοινωνική ανάλυση @ social analysis κοινωνική συνδρομή @ social assistance κοινωνικός απολογισμός @ social audit κοινωνική συμπεριφορά @ social behaviour κοινωνικός προϋπολογισμός @ social budget κοινωνική αλλαγή @ social change κοινωνική τάξη @ social class κοινωνική ρήτρα @ social clause κοινωνική σύγκρουση @ social conflict κοινωνικό κόστος @ social cost δικαστήριο κοινωνικών διαφορών @ social court Κοινωνική δαρβινισμός @ social Darwinism σοσιαλδημοκρατία @ social democracy σοσιαλδημοκρατικό κόμμα @ Social Democratic Party κοινωνική εξέλιξη @ social development κοινωνικός διάλογος @ social dialogue κοινωνικό ντάμπινγκ @ social dumping κοινωνική οικονομία @ social economy κοινωνικός εξοπλισμός @ social facilities κοινωνικός αντίκτυπος @ social impact κοινωνικός δείκτης @ social indicator κοινωνική ανισότητα @ social inequality κοινωνική ενσωμάτωση @ social integration κοινωνικό σήμα @ social labelling κοινωνικό δίκαιο @ social legislation κοινωνική ζωή @ social life κοινωνική ιατρική @ social medicine κοινωνική κινητικότητα @ social mobility κοινωνικό κίνημα @ social movement κοινωνικός κανόνας @ social norm κοινωνικό σύμφωνο @ social pact κοινωνική συμμετοχή @ social participation κοινωνικοί εταίροι @ social partners κοινωνική πολιτική @ social policy Κοινωνικό Σύμφωνο ΕΚ @ Social Policy Agreement κοινωνικά προβλήματα @ social problem κοινωνική επανένταξη @ social rehabilitation κοινωνικά δικαιώματα @ social rights κοινωνικός ρόλος @ social role κοινωνικές επιστήμες @ social sciences κοινωνική ασφάλιση @ social security δίκαιο των κοινωνικών ασφαλίσεων @ social security legislation κοινωνική υπηρεσία @ social services κοινωνική κατάσταση @ social situation κοινωνική θέση @ social status κοινωνική δομή @ social structure κοινωνική έρευνα @ social survey μεταβιβαστικές πληρωμές @ social transfers κοινωνική ευημερία @ social well-being κοινωνική εργασία @ social work κοινωνικός λειτουργός @ social worker σοσιαλισμός @ socialism Σοσιαλιστική Διεθνής @ Socialist International σοσιαλιστικό κόμμα @ Socialist Party κοινωνική παροχή @ social-security benefit εισφορά κοινωνικής ασφάλισης @ social-security contribution εναρμόνιση κοινωνικών ασφαλίσεων @ social-security harmonisation μειονεκτούσα κοινωνική κατηγορία @ socially disadvantaged class κοινωνία @ society σύλλογος @ society κοινωνικοπολιτιστικές εγκαταστάσεις @ sociocultural facilities κοινωνικοπολιτισμικές ομάδες @ sociocultural group κοινωνικοοικονομικές συνθήκες @ socioeconomic conditions κοινωνιολογία @ sociology κοινωνιολογία της εκπαίδευσης @ sociology of education κοινωνιολογία του δικαίου @ sociology of law κοινωνικοεπαγγελματική κατηγορία @ socioprofessional category κάλτσα @ sock Σωκράτης @ Socrates νάτριο @ sodium βενζοϊκό νάτριο @ sodium benzoate Στατιστική Υπηρεσία ΕΚ @ SOEC καναπές @ sofa Σόφια @ Sofia μαλακό τυρί @ soft cheese αναψυκτικό @ soft drink ήπιες μορφές ενέργειας @ soft energy ραγώδες @ soft fruit ήπιες μορφές τεχνολογίας @ soft technology λογισμικό @ software εδαφολογική ανάλυση @ soil analysis χημεία εδάφους @ soil chemistry βελτιωτικά του εδάφους @ soil conditioning βελτίωση του εδάφους @ soil improvement ρύπανση του εδάφους @ soil pollution προετοιμασία του εδάφους @ soil preparation προστασία του εδάφους @ soil protection εδαφικοί πόροι @ soil resources εδαφολογία @ soil science είδος εδάφους @ soil type παρηγοριά @ solace ηλιακή αρχιτεκτονική @ solar architecture ηλιακός συλλέκτης @ solar collector ηλιακή ενέργεια @ solar energy εφαρμογή της ηλιακής ενέργειας @ solar energy end-use applications ηλιακό σύστημα @ Solar System στρατιώτης @ soldier σόλα @ sole γλώσσα @ sole ατομική επιχείρηση @ sole proprietorship στερεός @ solid στερεό @ solid μοναξιά @ solitude Νήσοι Σολομώντος @ Solomon Islands λύση @ solution διάλυμα @ solution διαλύτης @ solvent Σομαλικά @ Somali Σομαλία @ Somalia κάποιος @ someone κάτι @ something πότε-πότε @ sometimes κάπου @ somewhere γιος @ son κάθαρμα @ son of a bitch φόρμα σονάτας @ sonata form τραγούδι @ song γαμπρός @ son-in-law σονέτο @ sonnet σύντομα @ soon μάγος @ sorcerer σόργο @ sorghum λάπαθο @ sorrel θλίψη @ sorrow συγγνώμη @ sorry έτσι κι έτσι @ so-so ψυχή @ soul σόουλ @ soul ηχομόνωση @ sound insulation μηχάνημα αναπαραγωγής ήχου @ sound reproduction equipment σούπα @ soup πηγή @ source πηγαίος κώδικας @ source code προέλευση της βοήθειας @ source of aid πηγή πληροφοριών @ source of information πηγή δικαίου @ source of law νότος @ south νότιος @ south Νοτιοαφρικανική Ένωση @ South Africa Νότια Αφρική @ South Africa Νότια Αμερική @ South America Νότια Ασία @ South Asia Νότια Ολλανδία @ South Holland Νότια Γιουτλάνδη @ South Jutland Νότια Κορέα @ South Korea Νότια Οσετία @ South Ossetia Νότιος Πόλος @ South Pole Νότια Σουηδία @ South Sweden νοτιονατολικά @ southeast Νοτιοανατολική Ασία @ South-East Asia Νοτιοανατολική Αγγλία @ South-East England Νοτιοανατολική Σλοβενία @ South-east Slovenia νότιος @ southern Νότιο Αιγαίο @ Southern Aegean Νότια Αφρική @ Southern Africa Νότιο Alföld @ Southern Alföld Νότια Βοημία @ Southern Bohemia Νότια Εσθονία @ Southern Estonia Νότια Ευρώπη @ Southern Europe Νότια Φινλανδία @ Southern Finland Νότια Μοραβία @ Southern Moravia Νότια Υπερδουναβία @ Southern Transdanubia συνεργασία Νότου-Νότου @ South-South cooperation νοτιοδυτικά @ southwest νοτιοδυτικός @ southwest Νοτιοδυτική Αγγλία @ South-West England Σοβιετική Ένωση @ Soviet Union σόγια @ soya bean σογιέλαιο @ soya bean oil Södermanland @ Södermanland county χώρος @ space διάστημα @ space διαστημική πλοήγηση @ space navigation πολιτική του διαστήματος @ space policy κυριότητα στο διάστημα @ space property right διαστημική έρευνα @ space research επιστήμη του διαστήματος @ space science δορυφορικός σταθμός @ space station διαστημική τεχνική @ space technology διαστημικές μεταφορές @ space transport διαστημικό όχημα @ space vehicle διαστημικά όπλα @ space-based weapons διαστημόπλοιο @ spacecraft διαστημόπλοιο @ spaceship χωρόχρονος @ spacetime φτυάρι @ spade μπαστούνι @ spade μακαρόνια @ spaghetti Ισπανία @ Spain Ισπανός @ Spaniard ισπανικά @ Spanish ανταλλακτικά @ spare part αφρώδης οίνος @ sparkling wine σπουργίτης @ sparrow ξεφτέρι @ sparrow hawk Σπάρτη @ Sparta SPC @ SPC μιλώ @ speak πρόεδρος του Κοινοβουλίου @ Speaker of Parliament βιομηχανία βοηθητικών χημικών υλών @ special chemicals ειδικά τραβηκτικά δικαιώματα @ special drawing rights ειδική εκπαίδευση @ special education ειδική άδεια @ special leave ειδικό μέταλλο @ special metal ειδικά πολυμερή @ special polymer ειδική διαδικασία @ special procedure ειδικοί χάλυβες @ special steels έκτακτος φόρος @ special tax συμφωνία ειδίκευσης @ specialisation agreement εξειδίκευση των συναλλαγών @ specialisation of trade ειδική επιτροπή @ specialised committee ειδικευμένος εργάτης @ specialist ιδιότυπο πιστωτικό ίδρυμα @ special-status institution ειδικότητα @ specialty ειδοποιός @ specific δασμολογική εξειδίκευση @ specification of tariff heading ματογυάλια @ spectacles θεατής @ spectator φασματομετρία @ spectrometry κερδοσκοπικά κεφάλαια @ speculative funds λόγος @ speech καθορισμός ορίων ταχύτητας @ speed control ταχύτητα του φωτός @ speed of light μέθοδος ταχείας ανάγνωσης @ speed reading γράφω @ spell ξόρκι @ spell σπέρμα @ sperm σπερματοζωάριο @ sperm σπερματοζωάριο @ spermatozoon σφαίρα @ sphere σφίγγα @ sphinx καρύκευμα @ spice αράχνη @ spider Σπάιντερμαν @ Spider-Man νάρδος @ spikenard , @ spinach νωτιαίος μυελός @ spinal cord σπονδυλική στήλη @ spine ράχη @ spine σβούρα @ spinning top πνεύμα @ spirit οινοπνευματώδες @ spirit πνευματισμός @ Spiritism απόσταγμα @ spirits πνευματικός @ spiritual φτύνω @ spit σπλήνα @ spleen Spodnjeposavska @ Spodnjeposavska σφουγγάρι @ sponge χορηγία @ sponsorship κουταλιά @ spoonful αθλητισμός @ sport ψάρεμα @ sport fishing αθλητική εκδήλωση @ sporting event αθλητική οργάνωση @ sports body αθλητικά είδη @ sports equipment αθλητικές εγκαταστάσεις @ sports facilities αθλητικός τύπος @ sportsman βούλα @ spot αγορά spot @ spot market σύζυγος @ spouse λογιστικό φύλλο @ spreadsheet άνοιξη @ spring νερομάνα @ spring ελατήριο @ spring αναπηδώ @ spring ξεπροβάλλω @ spring ερυθρελάτη @ spruce κατάσκοπος @ spy κατασκοπεύσει @ spy τετράγωνο @ square πλατεία @ square δίεση @ square καλαμάρι @ squid σκίουρος @ squirrel Σρι Λάνκα @ Sri Lanka Άγιοι Νικόληδες @ St. Elmo's fire Stabex @ Stabex σύμφωνο σταθερότητας @ stability pact πρόγραμμα σταθερότητας @ stability programme στάδιο @ stadium προσωπικό @ staff αξιολόγηση του προσωπικού @ staff assessment υπηρεσιακή κατάσταση προσωπικού @ staff regulations διακοπές κατά τμήματα @ staggering of holidays στάσιμα ύδατα @ stagnant water υαλογραφία @ stained glass ανοξείδωτο ατσάλι @ stainless steel σκάλα @ stair σκάλα @ stairs πάσσαλος @ stake πατ @ stalemate Στάλιν @ Stalin μίσχος @ stalk τέλη χαρτοσήμου @ stamp duty στέκομαι @ stand τέλη στάθμευσης @ standage πρότυπο @ standard συμβεβλημένη ιατρική @ standard agreement health care βιοτικό επίπεδο @ standard of living τυποποίηση @ standardisation τυποποιημένο λογιστικό σύστημα @ standardised accounting system μόνιμη επιτροπή @ standing committee Στανισλάβ @ Stanislav αναβολέας @ stapes αστέρι @ star Ο Πόλεμος των Άστρων @ Star Wars άμυλο @ starch αστερίας @ starfish ψαρόνι @ starling αρχή @ start αφετηρία @ start Συμφωνία START @ START agreement νεοσύστατη επιχείρηση @ startup business κράτος @ State κράτος @ state κατάσταση @ state κρατικές ενισχύσεις @ State aid κρατική γεωργική εκμετάλλευση @ State farm εθνικό σύστημα υγείας @ State health service κρατικό μονοπώλιο @ State monopoly κατάσταση εκτάκτου ανάγκης @ state of emergency κρατικό απόρρητο @ State secret κρατικό εμπόριο @ State trading άπατρις @ stateless person δημόσια κτήματα @ State-owned land σταθμεύουσες δυνάμεις @ stationing of forces στατιστική μέθοδος @ statistical method στατιστική @ statistics άγαλμα @ statue καθεστώς του Βερολίνου @ status of Berlin καθεστώς της Ιερουσαλήμ @ status of Jerusalem καθεστώς του αιρετού άρχοντα @ status of the person elected καθεστώς των βουλευτών @ Statute for Members of the European Parliament κανονιστική εξουσία @ statutory power υδρατμός @ steam ατμομηχανή @ steam engine ατμόπλοιο @ steamboat ατμόπλοιο @ steamer ατμόπλοιο @ steamship χάλυβας @ steel Steiermark @ Steiermark βλαστοκύτταρο @ stem cell επανασυσταθείσα οικογένεια @ stepfamily πατριός @ stepfather θετή μητέρα @ stepmother στείρωση @ sterilisation αποστειρωμένο γάλα @ sterilised milk αποστειρώσει @ sterilize πρύμνη @ stern στηθοσκόπιο @ stethoscope ραβδί @ stick βέργα @ stick ράβδος @ stick μπαστούνι @ stick μη αφρώδης οίνος @ still wine θνησιγένεια @ stillbirth τονωτικό @ stimulant αναβολέας @ stirrup απόθεμα @ stock χρηματιστήριο αξιών @ stock exchange διαμόρφωση τιμών χρηματιστηριακών τίτλων @ stock-exchange listing χρηματιστηριακές εργασίες @ stock-exchange transaction Στοκχόλμη @ Stockholm αποθήκευση όπλων @ stockpiling of weapons στομάχι @ stomach πέτρα @ stone λίθος @ stone Εποχή του Λίθου @ Stone Age δρύπη @ stone fruit σκαμνί @ stool κόπρανα @ stool παύω @ stop τελειώνω @ stop στάση @ stop αποθεματοποίηση @ storage δυναμικό αποθήκευσης @ storage capacity κόστος αποθήκευσης @ storage cost αποθήκευση τροφίμων @ storage of food αποθήκευση υδρογονανθράκων @ storage of hydrocarbons απόθεση απορριμμάτων @ storage of waste πριμοδότηση αποθεματοποίησης @ storage premium εμπορείο @ store αποθήκη @ store πελαργός @ stork καταιγίδα @ storm ανεμοθύελλα @ storm Στορστραίμ @ Storstrøm ιστορία @ story θερμάστρα @ stove ίσιος @ straight πορθμός @ strait παράξενος @ strange ξένος @ stranger Στρασβούργο @ Strasbourg στρατηγική άμυνα @ strategic defence στρατηγικά πυρηνικά όπλα @ strategic nuclear weapon στρατηγικά αποθέματα @ strategic reserves στρατοσφαιρικός ρύπος @ stratospheric pollutant ρύπανση της στρατόσφαιρας @ stratospheric pollution φράουλα @ strawberry φραουλιά @ strawberry οδός @ street παιδί του δρόμου @ street children δύναμη @ strength ένταση @ stress τόνος @ stress άγχος @ stress σύγκρουση @ strife απεργία @ strike σπάγγος @ string ταινία @ strip βόλτα @ stroll στρόντιο @ strontium διαρθρωτική προσαρμογή @ structural adjustment διαρθρωτική δαπάνη @ structural expenditure διαρθρωτικές διακυμάνσεις @ structural fluctuation διαρθρωτικά ταμεία @ Structural Funds διαρθρωτική πολιτική @ structural policy διαρθρωτική ανεργία @ structural unemployment τεχνικά έργα @ structure αγώνας @ struggle φοιτητής @ student κινητικότητα διδασκομένων @ student mobility φοιτητική εστία @ student residence βλάκας @ stupid οξύρρυγχος @ sturgeon ύφος @ style υπεργολαβία @ subcontracting θέμα @ subject υποκείμενο @ subject αντικείμενο @ subject υποτελής @ subject υποτακτική @ subjunctive υποβρύχιο @ submarine υποβρύχιος @ submarine υποπρολεταριάτο @ sub-proletariat Αφρική νοτίως της Σαχάρας @ sub-Saharan Africa θυγατρική εταιρεία @ subsidiary προσαρτημένος προϋπολογισμός @ subsidiary budget εργατικές κατοικίες @ subsidised housing οικονομία συντήρησης @ subsistence economy γεωργία συντήρησης @ subsistence farming κατώτατο εισόδημα επιβίωσης @ subsistence level income ουσία @ substance ανθυγιεινές κατοικίες @ substandard housing υποκατάστατο καύσιμο @ substitute fuel υποκατάστατο προϊόν @ substitute product αφαίρεση @ subtraction υποτροπική ζώνη @ subtropical zone προαστιακή ζώνη @ suburban area προαστιακές συγκοινωνίες @ suburban transport μετρό @ subway έτσι είναι η ζωή @ such is life θηλάζουσα αγελάδα @ suckler cow σακχαρόζη @ sucrose Σουδάν @ Sudan ξαφνικός @ sudden ξαφνικά @ suddenly Διώρυγα του Σουέζ @ Suez Canal Διώρυγα Σουέζ @ Suez Canal βάσανο @ suffering ζάχαρη @ sugar σάκχαρο @ sugar ζαχαρότευτλο @ sugar beet ζαχαροκάλαμο @ sugar cane βιομηχανία ζάχαρης @ sugar industry εισφορά ζάχαρης @ sugar levy προϊόν με βάση τη ζάχαρη @ sugar product διύλιση ζάχαρης @ sugar refining προτείνω @ suggest αυτοκτονία @ suicide αυτόχειρας @ suicide Σουλάβεζι @ Sulawesi θείο @ sulfur θείον @ sulphur θειικό οξύ @ sulphuric acid σουλτάνος @ sultan άθροισμα @ sum Σουμάτρα @ Sumatra Σουμεριακή γλώσσα @ Sumerian συμπύκνωση @ summarising περίληψη @ summary ασφαλιστικά μέτρα @ summary procedure καλοκαίρι @ summer θερινή ώρα @ summertime σύνοδος κορυφής @ summit meeting ήλιος @ Sun ήλιος @ sun Κυριακή @ Sunday εργασία την Κυριακή @ Sunday working ηλιακό ρολόι @ sundial ηλίανθος @ sunflower ηλιέλαιο @ sunflower seed oil γυαλιά ηλίου @ sunglasses ανατολή @ sunrise δύση @ sunset hyper @ super υπεραγώγιμα κράματα @ superconducting alloy ανώτερος @ superior υπερθετικός @ superlative μεγάλο πολυκατάστημα @ supermarket υπεραγορά @ supermarket εργοδηγός @ supervisor ελεγκτικό όργανο @ supervisory body εξουσία ελέγχου @ supervisory power δείπνο @ supper απόδειπνο @ supper συμπληρωματική ενίσχυση για τα προϊόντα @ supplementary aid for products συμπληρωματικός προϋπολογισμός @ supplementary budget συμπληρωματική χρηματοδότηση @ supplementary financing πρόσθετο εισόδημα @ supplementary income επικουρική σύνταξη @ supplementary pension συμπληρωματικός μηχανισμός @ supplementary trade mechanism προμηθευτής @ supplier σύμβαση προμηθειών @ supplies contract εφοδιασμός @ supply προσφορά και ζήτηση @ supply and demand ισοζύγιο εφοδιασμού @ supply balance sheet διάθεση εγγράφου @ supplying of documents μηχανισμός στήριξης @ support mechanism πολιτική στήριξης @ support policy τιμή στήριξης @ support price τιμολόγιο στήριξης @ support tariff υπερεθνικότητα @ supranationality ανώτατος @ supreme επίγειες μεταφορές @ surface transport επιφανειακά ύδατα @ surface water χειρουργός @ surgeon , @ surgeon χειρουργική @ surgery χειρουργείο @ surgery Σουρινάμ @ Surinam Σουρινάμ @ Suriname επώνυμο @ surname πλεονασματικό απόθεμα @ surplus stock έκπληξη @ surprise αιφνιδιασμός @ surprise υπερρεαλισμός @ surrealism φέρουσα μητέρα @ surrogate mother αναπληρωματική μητέρα @ surrogate mother προφυλάκιση @ surveillance εποπτεία εισαγωγών @ surveillance concerning imports παροχή επιζώντων @ survivor's benefit σούσι @ sushi αναστολή της βοήθειας @ suspension of aid αναστολή των δασμών @ suspension of customs duties παύση πληρωμών @ suspension of payments αναστολή εκτελέσεως της ποινής @ suspension of sentence βιώσιμη γεωργία @ sustainable agriculture αειφόρος ανάπτυξη @ sustainable development βιώσιμη δασοκομία @ sustainable forest management βιώσιμη κινητικότητα @ sustainable mobility Σφάλμπαρ @ Svalbard Νήσοι Σφάλμπαρ και Γιαν Μαϋέν @ Svalbard and Jan Mayen Islands χελιδόνι @ swallow καταπίνω @ swallow κύκνος @ swan κύκνειο άσμα @ swan song διασταυρούμενες πιστώσεις @ swap arrangement σμήνος @ swarm εσμός @ swarm Σουαζιλάνδη @ Swaziland ιδρώτας @ sweat ιδρώνω @ sweat γουλί @ swede Σουηδός @ Swede Σουηδία @ Sweden σουηδικά @ Swedish γλυκός @ sweet πράος @ sweet ανάλατος @ sweet ευωδιαστός @ sweet γλυκόηχος @ sweet γλυκοπατάτα @ sweet potato γλυκαντικό @ sweetener κολυμπώ @ swim κολύμβηση @ swim μαγιό @ swimsuit χοιροειδή @ swine γρύπη των χοιρών @ swine flu κούνια @ swing κουνιέμαι @ swing διακόπτης @ switch Ελβετία @ Switzerland ξίφος @ sword ξιφίας @ swordfish Σύδνεϋ @ Sydney συλλαβή @ syllable σύμβολο του κράτους @ symbol of State συμμετρία @ symmetry συμπαθητικό νευρικό σύστημα @ sympathetic nervous system σύμπτωμα @ symptom συγχρονίζω @ synchronize συνδρομή @ syndrome συνώνυμο @ synonym συντακτικό @ syntax συνθέτης @ synthesizer συνθετική πρωτεΐνη @ synthetic protein συνθετικό ελαστικό @ synthetic rubber Συρία @ Syria σύριγγα @ syringe σιρόπι @ syrup Sysmin @ Sysmin σύστημα @ system διασύνδεση συστημάτων @ systems interconnection ΤΑΒ @ TAB τραπέζι @ table πίνακας @ table επιτραπέζια αντισφαίριση @ table tennis επιτραπέζιος οίνος @ table wine τραπεζομάντηλο @ tablecloth κουτάλι @ tablespoon τακτικά πυρηνικά όπλα @ tactical nuclear weapon τάιγκα @ taiga γοφάρι @ tailor Ταϊπέι @ Taipei Ταϊβάν @ Taiwan ταϊβανικά @ Taiwanese Τατζικιστάν @ Tajikistan συμμετέχω @ take part δημόσια προσφορά εξαγοράς μετοχών @ takeover bid τάλαντο @ talent μιλώ @ talk συνομιλία @ talk διάλεξη @ talk Ταλλίν @ Tallinn ντέφι @ tambourine Modern: el @ Tanganyika εφαπτομένη @ tangent άρμα μάχης @ tank δεξαμενή @ tank δεξαμενόπλοιο @ tanker ταντάλιο @ tantalum Τανζανία @ Tanzania μαγνητόφωνο @ tape recorder τάπιρος @ tapir στόχος @ target ενδεικτική τιμή @ target price TARIC @ Taric δασμολογική συμφωνία @ tariff agreement δασμολογικό εμπόδιο @ tariff barrier ανώτατο όριο δασμού @ tariff ceiling δασμολογική απαλλαγή @ tariff exemption δασμολογικές διαπραγματεύσεις @ tariff negotiations δασμολογική ονοματολογία @ tariff nomenclature δασμολογική πολιτική @ tariff policy προτιμησιακό δασμολόγιο @ tariff preference δασμολογική ποσόστωση @ tariff quota δασμολογική μείωση @ tariff reduction δασμολογική ζώνη @ tariff zone τρυγικό οξύ @ tartaric acid Τασκένδη @ Tashkent Τασμανία @ Tasmania τατουάζ @ tattoo λοιδορώ @ taunt χλευασμός @ taunt Tauragė @ Tauragė Ταβάλ @ Tawal χουχουριστιής @ tawny owl φόρος @ tax οικονομική εφορία @ tax authorities φοροαποφυγή @ tax avoidance είσπραξη φόρου @ tax collection φορολογική σύμβαση @ tax convention διαγραφή της φορολογικής οφειλής @ tax debt write-off φοροδιαφυγή @ tax evasion φορολογική απαλλαγή @ tax exemption εναρμόνιση των φορολογικών συστημάτων @ tax harmonisation φορολογικό κίνητρο @ tax incentive φορολογικός έλεγχος @ tax inspection φορολογικό δίκαιο @ tax law φορολογικό έγκλημα @ tax offence φορολογία κεφαλαίου @ tax on capital φόρος κατανάλωσης @ tax on consumption φόρος μισθών και ημερομισθίων @ tax on employment income φόρος εισοδήματος @ tax on income φόρος επί της αποδόσεως κεφαλαίου @ tax on investment income φόρος λιπαρών ουσιών @ tax on oils and fats φόρος επί των κερδών @ tax on profits of self-employment επιστροφή φόρων @ tax rebate φορολογική μεταρρύθμιση @ tax reform έκπτωση φόρου @ tax relief φορολογική δήλωση @ tax return φορολογία @ tax system φορολογητέο εισόδημα @ taxable income φορολογική ατέλεια @ tax-free allowance ταξί @ taxi φορολογούμενος @ taxpayer Τιφλίδα @ Tbilisi Τσαϊκόφσκι @ Tchaikovsky τσάι @ tea διδάσκω @ teach εκπαιδευτικός @ teacher σπουδές εκπαιδευτικών @ teacher training εκπαίδευση @ teaching πρόγραμμα διδασκαλίας @ teaching curriculum διδακτικό υλικό @ teaching materials παιδαγωγική μέθοδος @ teaching method ποιότητα της διδασκαλίας @ teaching quality εκπαιδευτικά προγράμματα ηλεκτρονικών υπολογιστών @ teaching software αγριόπαπια @ teal ομαδική εργασία @ team work τσαγιέρα @ teapot κουταλάκι του γλυκού @ teaspoon τεχνήτιο @ technetium τεχνικό εμπόδιο @ technical barrier κεραμικά υλικά @ technical ceramics τεχνική συνεργασία @ technical cooperation τεχνική εκπαίδευση @ technical education τεχνικά επαγγέλματα @ technical profession τεχνικός κανονισμός @ technical regulations τεχνικός κανόνας @ technical rule τεχνική προδιαγραφή @ technical specification τεχνικό πρότυπο @ technical standard technologos @ technician τεχνολογική αλλαγή @ technological change τεχνολογική ανεξαρτησία @ technological independence τεχνολογικές διεργασίες @ technological process τεχνολογία @ technology τεχνολογική αξιολόγηση @ technology assessment τεχνολογικό πάρκο @ technology park μεταφορά τεχνολογίας @ technology transfer έφηβος @ teenager Τεχεράνη @ Tehran Τελ Αβίβ - Γιάφα @ Tel Aviv τηλεπικοινωνία @ telecommunications τηλεπικοινωνιακό υλικό @ telecommunications equipment βιομηχανία τηλεπικοινωνιών @ telecommunications industry πολιτική τηλεπικοινωνιών @ telecommunications policy τηλεγράφημα @ telegram τηλέγραφος @ telegraph τηλεπληροφορική @ telematics τηλεϊατρική @ telemedicine τηλεπάθεια @ telepathy τηλέφωνο @ telephone τηλεφωνώ @ telephone τηλεμεταφορά @ teleportation τηλεσκόπιο @ telescope teletex @ Teletex τηλεόραση @ television τηλεοπτική συσκευή @ television equipment εργασία εξ αποστάσεως @ teleworking τηλέτυπο @ telex τελλούριο @ tellurium Telšiai @ Telšiai τελούγκου @ Telugu εύκρατο δάσος @ temperate forest εύκρατη ζώνη @ temperate zone θερμοκρασία @ temperature πρότυπο @ template κέντρο @ Template:center-centre-noun χρωματίζω @ Template:color-colour (verb) κοκκινίζω @ Template:color-colour (verb) άμυνα @ Template:defense-defence-noun καθρέφτης @ Template:mirror/Translations πρόγραμμα @ Template:program-programme-noun ναός @ temple κρόταφος @ temple προσωρινή ατέλεια @ temporary admission έκτακτη εργασία @ temporary employment επιχείρηση μίσθωσης εργατικού δυναμικού @ temporary employment agency τεχνική ανεργία @ temporary layoff δέκα @ ten δέκα εντολές @ Ten Commandments αγρομίσθωση @ tenant farming υποβολή προσφορών @ tendering τένοντας @ tendon αντισφαίριση @ tennis σκηνή @ tent δέκατος @ tenth δέκατο @ tenth Τεπελένι @ Tepelenë τέρβιο @ terbium όρος @ term τρίμηνο @ term καταγγελία συμβάσεως @ termination of a contract λύση της σχέσεως εργασίας @ termination of employment ορολογία @ terminology τερμίτες @ termite όροι παροχής βοήθειας @ terms for aid όροι εμπορίου @ terms of trade στέρνα @ tern καλλιέργεια σε αναβαθμίδες @ terrace cropping χερσαίο οικοσύστημα @ terrestrial ecosystem εδαφική διαφορά @ territorial dispute θύλακας @ territorial enclave αρμοδιότητα κατά τόπον @ territorial jurisdiction δικαίωμα εδαφικού χαρακτήρα @ territorial law χωρικά ύδατα @ territorial waters εδάφη της πρώην Γιουγκοσλαβίας @ territories of the former Yugoslavia τρόμος @ terror τρομοκρατία @ terrorism τρομοκράτης @ terrorist τριτογενής τομέας @ tertiary sector διαγώνισμα @ test δοκιμασία @ test δοκιμαστικός σωλήνας @ test tube γονιμοποίηση in vitro @ test tube fertilisation όρχις @ testicle δοκιμή @ testing Τετραγράμματο @ Tetragrammaton τετραρχία @ tetrarchy κείμενο @ text υφάνσιμες ίνες @ textile fibre κλωστοϋφαντουργία @ textile industry μηχάνημα κλωστοϋφαντουργίας @ textile machine κλωστικό φυτό @ textile plant κλωστοϋφαντουργικό προϊόν @ textile product βελτιωτικό υφής @ texture agent Ταϊλανδικά @ Thai Ταϊλάνδη @ Thailand θάλλιο @ thallium Τάμεσις @ Thames Θάνατος @ Thanatos ευχαριστώ @ thank you ευχαριστώ @ thanks εκείνος @ that που @ that αυτός @ that έτσι είναι η ζωή @ that's life ο @ the διεθνής ρόλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης @ the EU's international role Χάγη @ The Hague θέατρο @ theater κλοπή @ theft θέμα @ theme τότε @ then Θεόδωρος @ Theodore θεολογία @ theology θεοφάνεια @ theophany θεωρία @ theory μάρκετινγκ @ theory of marketing θεραπευτική άμβλωση @ therapeutic abortion θεραπευτική @ therapeutics θεραπεία @ therapy εκεί @ there εκείσε @ there επομένως @ therefore αποβολή θερμότητας @ thermal discharge θερμική ενέργεια @ thermal energy θερμικός εξοπλισμός @ thermal equipment θερμομόνωση @ thermal insulation θερμική ρύπανση @ thermal pollution θερμοδυναμική @ thermodynamics θερμόμετρο @ thermometer θερμόσφαιρα @ thermosphere θησαυρός @ thesaurus διατριβή @ thesis Θεσσαλία @ Thessaly Θέτις @ Thetis αυτοί @ they παχής @ thick κλέφτης @ thief μηρός @ thigh δαχτυλίθρα @ thimble λεπτό στρώμα @ thin sheet πράγμα @ thing δεξαμενή σκέψης @ think tank μεσογειακές τρίτες χώρες @ third countries in the Mediterranean τρίτες χώρες @ third country σύμβαση Λομέ ΙΙΙ @ third Lomé Convention τρίτο πρόσωπο @ third person τρίτη φάση της ΟΝΕ @ third stage of EMU ασφάλεια αστικής ευθύνης @ third-party insurance δίψα @ thirst διψασμένος @ thirsty δέκατος τρίτος @ thirteenth τριάντα @ thirty τριάντα οκτώ @ thirty-eight τριάντα πέντε @ thirty-five τριάντα τέσσαρες @ thirty-four τριάντα εννέα @ thirty-nine τριάντα έν @ thirty-one τριάντα επτά @ thirty-seven τριάντα έξ @ thirty-six τριάντα τρείς @ thirty-three τριάντα δύο @ thirty-two ούτος @ this γαϊδουράγκαθο @ thistle προς τα εκεί @ thither Θωμάς @ Thomas θόριο @ thorium έστω και αν @ though εν τούτοις @ though σκέψη @ thought χιλιοστός @ thousandth νήμα @ thread απειλή @ threat προσβολή της ασφάλειας του κράτους @ threat to national security τρείς @ three τιμή κατωφλίου @ threshold price λαιμός @ throat τραχεία @ throat θούλιο @ thulium κεραυνός @ thunder καταιγίδα @ thunderstorm Θουριγγία @ Thuringia Πέμπτη @ Thursday έτσι @ thus θυμάρι @ thyme Θιβέτ @ Tibet ζήτημα του Θιβέτ @ Tibetan question αποδεικτικό καταβολής κομίστρου @ ticket ενέργεια από την παλίρροια @ tidal energy παλίρροια @ tide πρατήριο πώλησης @ tied sales outlet τίγρη @ tiger Τίγρις @ Tigris ισπανική περισπωμένη @ tilde μέχρι @ till ξυλεία @ timber δοκάρι @ timber χρόνος @ time ώρα @ time φορά @ time ποινή @ time χρονομετρώ @ time χρονομεριστική ιδιοκτησία @ time-sharing χρονοδιάγραμμα της ΟΝΕ @ timetable for EMU Τιμόρ @ Timor κασσίτερος @ tin κονσέρβα @ tin λευκοσιδηρουργία-μαχαιροποιία @ tinplate and cutlery industry αιχμή @ tip φιλοδώρημα @ tip Τίρανα @ Tirana ελαστικό @ tire ιστός @ tissue χαρτί @ tissue ύφασμα @ tissue παπαδίτσα @ tit βύζι @ tit θήλη @ tit τιτάνιο @ titanium τίτλος @ title τμήσις @ tmesis προς @ to (extension) -σει @ to με @ to φρύνος @ toad τοστιέρα @ toaster καπνός @ tobacco καπνοβιομηχανία @ tobacco industry σήμερα @ today Τόγκο @ Togo τουαλέτα @ toilet λεκάνη @ toilet είδη υγιεινής @ toilet article χαρτί τουαλέτας @ toilet paper Τοκελάου @ Tokelau Τόκιο @ Tokyo Γύρος Τόκυο @ Tokyo Round ανοχή @ tolerance διόδια @ toll ντομάτα @ tomato ντοματιά @ tomato τάφος @ tomb ταφόπλακα @ tombstone αύριο @ tomorrow χθες νύχτα @ tomorrow night Τόνγκα @ Tonga λαβίδες @ tongs γλώσσα @ tongue γλωσσοδέτης @ tongue-twister απόψε @ tonight εργαλείο @ tool εργαλείο @ tool industry εργαλειοθήκη @ toolbox δόντι @ tooth οδοντόβουρτσα @ toothbrush οδοντόκρεμα @ toothpaste οδοντογλυφίδα @ toothpick θέμα @ topic μαρτύριο @ torment ανεμοστρόβιλος @ tornado ροπή @ torque κορμός @ torso βασανιστήρια @ torture βασανίζω @ torture συνολικά αλιεύματα @ total catch τουκάνα @ toucan επαφή @ touch αφή @ touch τουρισμός @ tourism τουριστική πολιτική @ tourism policy στατιστικές τουρισμού @ tourism statistics τουρίστας @ tourist τουριστικές ανταλλαγές @ tourist exchange τουριστικός οδηγός @ tourist guide τουριστική υποδομή @ tourist infrastructure τουριστικά επαγγέλματα @ tourist profession τουριστική περιοχή @ tourist region πρωτάθλημα @ tournament Πύργος της Βαβέλ @ Tower of Babel πόλη @ town κωμόπολη @ town χωροταξία @ town and country planning πολεοδομία @ town planning αστική κυκλοφορία @ town traffic σχέση πόλης-υπαίθρου @ town-country relationship πολεοδόμος @ town-planning profession πολεοδομικές ρυθμίσεις @ town-planning regulations πολεοδομικό σχέδιο @ town-planning scheme τοξική ουσία @ toxic substance τοξικολογία @ toxicology παιχνίδι @ toy βιομηχανία παιχνιδιών @ toy industry παιγνιοθήκη @ toy library ολιγοστοιχείο @ trace element ιχνηλασιμότητα @ traceability τραχεία @ trachea ελκυστήρας @ tractor εμπορική συμφωνία @ trade agreement εμπορικό ισοζύγιο @ trade balance συναλλαγές κατά χώρα @ trade by country συναλλαγές κατά ομάδα χωρών @ trade by group of countries συναλλαγές κατά προϊόν @ trade by product εμπορική συνεργασία @ trade cooperation εμπορική πίστη @ trade credit εμπορική διαφορά @ trade dispute εμπορική εκδήλωση @ trade event Trade Expansion Act @ Trade Expansion Act εμπόριο οργάνων @ trade in organs εμπορική πληροφόρηση @ trade information εμπορικός μεσάζων @ trade intermediary άδεια εμπορίας @ trade licence εμπορική πολιτική @ trade policy προώθηση των συναλλαγών @ trade promotion κανόνες του εμπορίου @ trade regulations εμπορικές σχέσεις @ trade relations περιορισμοί στο εμπόριο @ trade restriction εμπορικές στατιστικές @ trade statistics συνδικάτο @ trade union συντεχνία @ trade union συνδικαλιστική συνομοσπονδία @ trade union confederation συνδικαλιστικές εκλογές @ trade union election συνδικαλιστικές ελευθερίες @ trade union freedom συνδικαλιστικά δικαιώματα @ trade union rights όγκος των συναλλαγών @ trade volume διαπραγματεύσιμη άδεια ρύπανσης @ tradeable emission permit σήμα @ trademark δίκαιο σημάτων @ trademark law λογαριασμός εκμετάλλευσης @ trading account ώρα έναρξης της λειτουργίας των εμπορικών καταστημάτων @ trading hours εμπορικό περιθώριο κέρδους @ trading margin εμπορικές συναλλαγές @ trading operation όγκος των χρηματικών συναλλαγών @ trading volume τα παραδοσιακά κινέζικα @ Traditional Chinese παραδοσιακή αλιεία @ traditional fishing παραδοσιακές τεχνολογίες @ traditional technology έλεγχος της κυκλοφορίας @ traffic control παράβαση κώδικα οδικής κυκλοφορίας @ traffic offence κυκλοφοριακές διατάξεις @ traffic regulations σήμανση @ traffic signs λαθρεμπόριο προσώπων @ trafficking in persons αμαξοστοιχία @ train προπονούμαι @ train προπονώ @ train γυμνάζομαι @ train σιδηροδρομικός σταθμός @ train station περίοδος άσκησης @ traineeship άδεια επαγγελματικής κατάρτισης @ training leave προδότης @ traitor τροχιά @ trajectory τραμ @ tram τραμπολίνο @ trampoline ηρεμιστικό @ tranquiliser διευρωπαϊκό δίκτυο @ trans-European network μετακινώ @ transfer μεταφορά @ transfer μεταφορά επιχείρησης @ transfer of businesses μεταφορά αρμοδιότητας @ transfer of competence διαδοχή σε γεωργική εκμετάλλευση @ transfer of farms μεταφορά συνταξιοδοτικού δικαιώματος @ transfer of pension rights μεταφορά πληθυσμού @ transfer of population μεταγωγή κρατουμένων @ transfer of prisoners μεταβίβαση κυριότητας @ transfer of property πλασματική τιμολόγηση @ transfer pricing μετασχηματισμός @ transformation μετασχηματιστής @ transformer διαμεθοριακή ρύπανση @ transfrontier pollution διαμεθοριακές μεταφορές @ transfrontier transport διαγονιδιακό ζώο @ transgenic animal διαγονιδιακό φυτό @ transgenic plant διαμετακόμιση @ transit τέλη διαμετακόμισης @ transit charge μεταβατική οικονομία @ transition economy μεταφράζω @ translate μετάφραση @ translation Μεταφραστικό Κέντρο των Οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης @ Translation Centre for the Bodies of the European Union μεταφράσεις @ translations μεταφραστής @ translator Μεταγραφή @ transliterate μεταγραμματισμός @ transliteration μεταγραφή @ transliteration δίκτυο διαβίβασης @ transmission network διεθνική επιχείρηση @ transnational corporation Υπερδνειστερία @ Transnistria διαφάνεια της διαδικασίας λήψης αποφάσεων @ transparency in decision-making ατύχημα κατά τη μεταφορά @ transport accident έγκριση μεταφοράς @ transport authorisation μεταφορική ικανότητα @ transport capacity επιχείρηση μεταφορών @ transport company έγγραφα μεταφοράς @ transport document οικονομική των μεταφορών @ transport economics υποδομή μεταφορών @ transport infrastructure ασφάλιση μεταφορών @ transport insurance δίκαιο των μεταφορών @ transport law άδεια μεταφοράς @ transport licence δρομολόγια μεταφοράς @ transport lines αγορά των μεταφορών @ transport market δίκτυο μεταφορών @ transport network μεταφορά ζώων @ transport of animals μεταφορά επικίνδυνων εμπορευμάτων @ transport of dangerous goods μεταφορά ασθενών @ transport of patients προγραμματισμός των μεταφορών @ transport planning πολιτική μεταφορών @ transport policy μεταφορικά @ transport price ποσοστώσεις μεταφορών @ transport quota συγκοινωνιακές διατάξεις @ transport regulations ασφάλεια των μεταφορών @ transport safety προσωπικό των μεταφορών @ transport staff στατιστικές μεταφορών @ transport statistics μεταφορά υπό τελωνειακό έλεγχο @ transport under customs control χρήστης των μεταφορικών μέσων @ transport user κόμιστρο @ transportation tariff παρενδυσιομανής @ transvestite παγίδα @ trap τραυματισμός @ trauma ταξίδι @ travel τουριστικό πρακτορείο @ travel agency επιβάτης @ traveller εθνική προδοσία @ treason θησαυρός @ treasure κοσμήτορας @ treasurer δημόσιο θησαυροφυλάκιο @ Treasury έντοκο γραμμάτιο του δημοσίου @ treasury bill διατριβή @ treatise συνθήκη @ treaty συνθήκη του Άμστερνταμ @ Treaty of Amsterdam συνθήκη της Νίκαιας @ Treaty of Nice συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση @ Treaty on European Union δένδρο @ tree δέντρο @ tree κορμός @ tree trunk Περιοχή της Trenčín @ Trenčín region πολιτικά και κοινωνικά ρεύματα @ trends of opinion Τρεντίνο-Άνω Αδίγης @ Trentino-Alto Adige δίκη @ trial δοκιμή @ trial δοκιμασία @ trial φύλο @ tribe τρίκυκλο @ tricycle τιμή σκανδάλης @ trigger price τρισεκατομμύριο @ trillion TRIMS @ TRIMS Τρινιδάδ και Τομπάγκο @ Trinidad and Tobago τριάδα @ trinity ταξίδι @ trip τριμερής διάσκεψη @ tripartite conference TRIPS @ TRIPS τριτικάλη @ triticale θρίαμβος @ triumph Περιοχή της Trnava @ Trnava region καλλιέργεια τροπικών φυτών @ tropical agriculture τροπική νόσος @ tropical disease τροπικό δάσος @ tropical forest τροπικός καρπός @ tropical fruit τροπικό φυτό @ tropical plant τροπική ξυλεία @ tropical wood τροπική ζώνη @ tropical zone τροτσκισμός @ Trotskyism φορτηγό @ truck τρομπέτα @ trumpet κορμός @ trunk τράστ @ trust επιχείρηση παροχής χρηματοοικονομικών συμβουλών @ trust company αλήθεια @ truth τσουνάμι @ tsunami σωλήνας @ tube Τρίτη @ Tuesday τουλίπα @ tulip βολφράμιο @ tungsten Τυνησία @ Tunisia σήραγγα @ tunnel αεριοστρόβιλος @ turbine Τορίνο @ Turin Τουρκία @ Turkey γαλοπούλα @ turkey τούρκικος @ Turkish Τουρκμενιστάν @ Turkmenistan Νήσοι Τερκς και Κάικος @ Turks and Caicos Islands γίνομαι @ turn κλείνω @ turn off κράμβη @ turnip εργοστάσιο «με το κλειδί στο χέρι» @ turnkey factory συμμετοχή στις εκλογές @ turnout of voters κύκλος εργασιών @ turnover τουρκουάζ @ turquoise τυρκουάζ @ turquoise χελώνη @ turtle τριγόνι @ turtle dove Τοσκάνη @ Tuscany Τουβαλού @ Tuvalu σμόκιν @ tuxedo δώδεκα @ twelve είκοσι @ twenty είκοσι-οκτώ @ twenty-eight είκοσι πέντε @ twenty-five είκοσι τέσσερα @ twenty-four είκοσι εννέα @ twenty-nine είκοσι ένα @ twenty-one είκοσι εφτά @ twenty-seven είκοσι έξι @ twenty-six είκοσι τρείς @ twenty-three είκοσι δύο @ twenty-two δυό @ twice λυκόφως @ twilight μισοσκόταδο @ twilight δίδυμος @ twin Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου @ Twin Towers αδελφοποίηση @ twinning δύο @ two διακόσια @ two hundred δικομματικό σύστημα @ two-party system δίτροχο @ two-wheeled vehicle επιχείρηση @ type of business σύστημα εκμετάλλευσης @ type of tenure γραφομηχανή @ typewriter τυφώνας @ typhoon λάστιχο @ tyre Τύρος @ Tyre Τιρόλο @ Tyrol Τυρρηνική Θάλασσα @ Tyrrhenian Sea UEA @ UAS ΑΤΙΑ @ UFO Ουγκάντα @ Uganda άσχημος @ ugly ασχημόπαπο @ ugly duckling Ουκρανία @ Ukraine Ουκρανικά @ Ukrainian Ουλάν Μπατόρ @ Ulaanbaatar ωλένη @ ulna Όλστερ-Ντόνεγκαλ @ Ulster-Donegal σωματίδια υπέρλεπτου διαχωρισμού @ ultra-fine particle υπέρηχος @ ultrasound ομπρέλα @ umbrella Ουμβρία @ Umbria Ουμ αλ Κουάβαιν @ Umm al Qaywayn ΟΗΕ @ UN επιτροπή του ΟΗΕ @ UN Commission Διάσκεψη του ΟΗΕ @ UN Conference σύμβαση ΟΗΕ @ UN convention Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ @ UN General Assembly Habitat OHE @ UN Habitat διεθνές σύμφωνο ΟΗΕ @ UN international covenant ψήφισμα ΟΗΕ @ UN resolution Γραμματεία του ΟΗΕ @ UN Secretariat Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ @ UN Security Council Ειδική Οργάνωση του ΟΗΕ @ UN specialist institution Μόνιμη Επιτροπή του ΟΗΕ @ UN Standing Committee τεχνική επιτροπή του ΟΗΕ @ UN Technical Commission συμβούλιο κηδεμονιών του ΟΗΕ @ UN Trusteeship Council ομοφωνία @ unanimity ανεξέλεγκτη απόρριψη @ unauthorised dumping UNCED @ UNCED θείος @ uncle UNCRD @ UNCRD UNCTAD @ Unctad ακαλλιέργητη γη @ uncultivated land υπανάπτυξη @ underdevelopment υπόγειος @ underground παραοικονομία @ underground economy υπόγειος σιδηρόδρομος @ underground railway υπόγεια αποθήκευση των απορριμμάτων @ underground storage of waste υπόγεια μεταφορά @ underground transport υποσιτισμός @ undernourishment χαμηλή πυκνότητα πληθυσμού @ underpopulation ελλειμματική παραγωγή @ underproduction καταλαβαίνω @ understand συνειδητοποιώ @ understand υποθαλάσσιος ορυκτός πλούτος @ underwater mineral resources συμμετοχική εταιρία @ undisclosed partnership UNDP @ UNDP άνεργος @ unemployed άνεργος @ unemployed person ανεργία @ unemployment τεχνολογική ανεργία @ unemployment due to technical progress ασφάλιση ανεργίας @ unemployment insurance UNEP @ UNEP Unesco @ Unesco καταχρηστική απόλυση @ unfair dismissal καταχρηστική ρήτρα @ unfair terms of contract UNFPA @ UNFPA UNHCR @ UNHCR κοινοβουλευτικό σύστημα ενός νομοθετικού σώματος @ unicameral system UNICE @ UNICE Unicef @ Unicef Unicode @ Unicode μονόκερος @ unicorn PNUCID @ UNIDCP άγνωστης ταυτότητας ιπτάμενο αντικείμενο @ unidentified flying object UNIDO @ Unido ένωση της Γερμανίας @ unification of Germany στολή @ uniform ομοιόμορφος @ uniform σύστημα μονοεδρικών εκλογικών περιφερειών @ uninominal voting system έγκλημα άνευ δόλου @ unintentional crime Ένωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών @ Union of Soviet Socialist Republics συνδικαλιστικός εκπρόσωπος @ union representative μοναδικός @ unique UNIR @ UNIR Unisist @ Unisist μονάδα @ unit τιμή μονάδος @ unit price Unitar @ Unitar ενιαίο κράτος @ unitarian State Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα @ United Arab Emirates χώρες των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων @ United Arab Emirates countries Ηνωμένο Βασίλειο @ United Kingdom ΥΧΕ του Ηνωμένου Βασιλείου @ United Kingdom OCT Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών @ United Nations καταστατικός χάρτης των Ηνωμένων Εθνών @ United Nations Charter σύστημα των Ηνωμένων Εθνών @ United Nations system Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής @ United States of America Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής @ United States of America καθολικός @ universal καθολική ασφαλιστική κάλυψη @ universal health coverage καθολική υπηρεσία @ universal service καθολική ψηφοφορία @ universal suffrage κοσμοπολιτισμός @ Universalism σύμπαν @ universe πανεπιστήμιο @ university πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη @ university library πανεπιστημιακή έρευνα @ university research παράνομη σύμπραξη @ unlawful agreement άγαμος @ unmarried person περιττός @ unnecessary ΟΗΕ @ UNO άδεια άνευ αποδοχών @ unpaid leave μη αμειβόμενη εργασία @ unpaid work ανύπαρκτος @ unreal απλήρωτη αγάπη @ unrequited love UNRISD @ UNRISD UNRWA @ UNRWA ανειδίκευτος εργάτης @ unskilled worker αυτόκλητη ηλεκτρονική διαφήμιση @ unsolicited electronic advertising ουνουντριος @ ununtrium επαγγελματική επανειδίκευση @ updating of skills Oberösterreich @ Upper Austria ανώτερη τάξη @ upper class δεύτερο νομοθετικό σώμα @ Upper House Άνω Νορμανδία @ Upper Normandy Άνω Norrland @ Upper Norrland Uppsala @ Uppsala county άνω-κάτω @ upside down UPU @ UPU ουράνιο @ uranium Ουρανός @ Uranus Ουρβανός @ Urban αστικός @ urban αστική ζώνη @ urban area αστικός οικισμός @ urban centre αστική κοινότητα @ urban community ανέγερση αστικών οικοδομών @ urban construction οικονομία της πόλης @ urban economy αστική κατοικία @ urban habitat έργα αστικής υποδομής @ urban infrastructure αστικός πληθυσμός @ urban population προβλήματα της πόλης @ urban problem πολεοδομική ανάπλαση @ urban renewal αστική οδός @ urban road αστική κοινωνιολογία @ urban sociology αστικές συγκοινωνίες @ urban transport αστυφιλία @ urbanisation ουρήθρα @ urethra κατουρώ @ urinate ούρα @ urine Ουρουγουάη @ Uruguay διαπραγμάτευση Ουρουγουάης @ Uruguay Round Παρθένοι Νήσοι (ΗΠΑ) @ US Virgin Islands Αμερικανικές Παρθένοι Νήσοι @ US Virgin Islands ΗΠΑ @ USA χρησιμοποίηση της βοήθειας @ use of aid χρήση γλωσσών @ use of languages χρήση του διαστήματος @ use of outer space χρήση του νερού @ use of water είδη ευκαιρίας @ used goods χρησιμοποιημένα ορυκτέλαια @ used oil χρήσιμος @ useful ΕΣΣΔ @ USSR Ustí @ Ustí επικαρπία @ usufruct Utena @ Utena μήτρα @ uterus χρησιμοποιούμενη γεωργική έκταση @ utilised agricultural area ουτοπία @ utopia Ουτρέχτη @ Utrecht Ουζμπεκιστάν @ Uzbekistan κενή έδρα @ vacant seat εμβολιασμός @ vaccination εμβόλια @ vaccine κενό @ vacuum ηλεκτριτή σκούπα @ vacuum ηλεκτρική σκούπα @ vacuum cleaner βιομηχανία κενού @ vacuum industry κόλπος @ vagina εκκαθάριση δαπανών @ validation of expenditure Βαλκυρία @ Valkyrie Κοιλάδα Αόστης @ Valle d'Aosta κοιλάδα @ valley αξία @ value φόρος προστιθέμενης αξίας @ value added tax αξία των συναλλαγών @ value of trade βρικόλακας @ vampire βαν Γκογκ @ Van Gogh βαναδινίτης @ vanadinite βανάδιο @ vanadium βανδαλισμός @ vandalism βανίλια @ vanilla Βανουάτου @ Vanuatu Warminsko-Mazurskie @ Varmia-Mazuria province Värmland @ Värmland county ανθοδοχείο @ vase απέραντος @ vast Västerbotten @ Västerbotten county Västernorrland @ Västernorrland county Västmanland @ Västmanland county Västra Götaland @ Västra Götaland county ΦΠΑ @ VAT ΦΠA @ VAT ποσοστό ΦΠΑ @ VAT rate φόρος ΦΠΑ @ VAT resource Βατικανό @ Vatican Βατικανό @ Vatican City Βε @ Vé μοσχαρίσιο κρέας @ veal μοσχάρι @ veal διάνυσμα @ vector λαχανικό @ vegetable φυτό @ vegetable φυτο- @ vegetable φυτικό βούτυρο @ vegetable butter φυτική λιπαρή ουσία @ vegetable fats χυμός λαχανικών @ vegetable juice φυτικό λάδι @ vegetable oil προϊόν με βάση τα λαχανικά @ vegetable product φυτική πρωτεΐνη @ vegetable protein χορτοφάγος @ vegetarian φυτοφάγο @ vegetarian όχημα @ vehicle έγγραφα του οχήματος @ vehicle documents σύνολο κυκλοφορούντων αυτοκινήτων @ vehicle fleet όχημα κινούμενο σε σιδηροτροχιές @ vehicle on rails εξοπλισμός αυτοκινήτου @ vehicle parts ταξινόμηση οχήματος @ vehicle registration μίσθωση οχήματος @ vehicle rental φόρος αυτοκινήτων @ vehicle tax , @ vein Βέυλε @ Vejle Βένετο @ Veneto Βενεζουέλα @ Venezuela εκδίκηση @ vengeance Βενετία @ Venice δηλητήριο @ venom κεφάλαια επιχειρηματικού κινδύνου @ venture capital Αφροδίτη @ Venus ρήμα @ verb αυτολεξεί @ verbatim έκδοση @ version εκδοχή @ version σπόνδυλος @ vertebra κατακόρυφος @ vertical κάθετη σύμπραξη @ vertical agreement πολύ @ very εξαιρετικά βραχυπρόθεσμη χρηματοδότηση @ very short-term financing πλοίο @ vessel σκεύος @ vessel κτηνίατρος @ veterinarian κτηνιατρικό φάρμακο @ veterinary drug κτηνιατρική επιθεώρηση @ veterinary inspection κτηνιατρική νομοθεσία @ veterinary legislation κτηνιατρική @ veterinary medicine κτηνιατρικά προϊόντα @ veterinary product αρνησικυρία @ veto Βίμποργκ @ Viborg αντιπρόεδρος @ Vice-President αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου @ Vice-President of the EP θύμα @ victim Βικτωρία @ Victoria νίκη @ victory βιντεοκασέτα @ video cassette βιντεοεπικοινωνία @ video communications βιντεοδίσκος @ video disc εργασία σε οθόνη @ video display unit work τηλεοπτικό παιχνίδι @ video game τηλεοπτική κονσόλα παιχνιδιών @ video game console βιντεοθήκη @ video library τηλεοπτική παρακολούθηση @ video surveillance τηλεδιάσκεψη @ videophone conference βιντεογραφία @ Videotex Vidzeme @ Vidzeme Βιένη @ Vienna Βιέννη @ Vienna Βιετνάμ @ Vietnam χωριό @ village Βίλνιους @ Vilnius Βινκεντιος (Vinkentios) @ Vincent δικαίωση @ vindication άμπελος @ vine ξύδι @ vinegar αμπελώνας @ vineyard οινοποίηση @ vinification παραβίαση @ violation βία @ violence βία στα σχολεία @ violence at school βίαιος @ violent ιόχρουν @ violet βιολί @ violin έχιδνα @ viper Παρθένοι Νήσοι @ Virgin Islands ουσιαστικός @ virtual ηλεκτρονική βιβλιοθήκη @ virtual library εικονική πραγματικότητα @ virtual reality Εικονική Πραγματικότητα @ virtual reality αρετή @ virtue φιλότεχνος @ virtuoso ιός @ virus πολιτική στον τομέα των θεωρήσεων διαβατηρίου @ visa policy ομάδα Βίσεγκραντ @ Visegrad countries όραση @ vision όραμα @ vision ευρωπαϊκό όραμα @ vision of Europe επισκέπτομαι @ visit επίσκεψη @ visit αναπαραστατικές τέχνες @ visual arts βιταμίνες @ vitamin βιταμίνη @ vitamin αμπελουργία @ viticulture βεζίρης @ vizier Βλαδίμηρος @ Vladimir Βλαντίμιρ @ Vladimir Βλαδιβοστόκ @ Vladivostok επαγγελματική εκπαίδευση @ vocational education επαγγελματικός προσανατολισμός @ vocational guidance επαγγελματική αναπροσαρμογή @ vocational retraining επαγγελματική κατάρτιση @ vocational training κλητική @ vocative κλητικός @ vocative κλητική @ vocative case βότκα @ vodka φωνή @ voice ήχος @ voice ψήφος @ voice Βοϊβοντίνα @ Vojvodina έκρηξη ηφαιστείου @ volcanic eruption ηφαίστειο @ volcano ηφαιστειολογία @ volcanology Βόλγας @ Volga πετοσφαίριση @ volleyball βολτ @ volt όγκος @ volume εθελοντική θητεία @ voluntary military service εθελοντική οργάνωση @ voluntary organisation αυτοπεριορισμός @ voluntary restraint συμφωνία περιορισμού @ voluntary restraint agreement εθελοντική προσφορά κοινωνικής εργασίας @ voluntary work εμώ @ vomit εμετός @ vomit Βόραρλμπεργκ @ Vorarlberg ψηφοφορία @ vote ψηφίζω @ vote ψήφος δι' αντιπροσώπου @ vote by delegation δεσμευμένη ψηφοφορία @ vote on a text as a whole έγκυρα ψηφοδέλτια @ votes cast εκλογική ενηλικιότητα @ voting age κομματική πειθαρχία @ voting discipline εκλογικές προθέσεις @ voting intentions εκλογικό σύστημα @ voting method ταξίδι @ voyage Χυδαία λατινικά @ Vulgar Latin γύπας @ vulture αιδοίο @ vulva Vysočina @ Vysočina ΟΝΕΔΑ @ WAEMU χώρες της ΟΝΕΔΑ @ WAEMU countries μισθός @ wage κόστος αμοιβών προσωπικού @ wage cost καθορισμός μισθών @ wage determination μισθωτός @ wage earner τιμαριθμική αναπροσαρμογή μισθών @ wage indexing μισθός οικοκυράς @ wages for housework μέση @ waist σερβιτόρος @ waiter Ουαλλία @ Wales Ουαλία @ Wales τοίχος @ wall τείχος @ wall Βλαχία @ Wallachia χρηματοφυλάκιο @ wallet Νήσοι Ουώλις και Φουτούνα @ Wallis and Futuna Βαλίς και Φουτούνα @ Wallis and Futuna περιφέρεια Βαλλωνίας @ Walloon region ταπετσαρία @ wallpaper και οι τοίχοι έχουν αυτιά @ walls have ears καρύδι @ walnut καρυδιά @ walnut θαλάσσιος ίππος @ walrus μαλάκας @ wanker θέλω @ want πόλεμος @ war έγκλημα πολέμου @ war crime πολεμικές ζημίες @ war damage οικονομία πολέμου @ war economy πόλεμος ανεξαρτησίας @ war of independence θύμα πολέμου @ war victim εχθροπραξία @ warfare προειδοποιώ @ warn Βαρσοβία @ Warsaw χώρες του Συμφώνου της Βαρσοβίας @ Warsaw Pact countries Οργανισμός του Συμφώνου της Βαρσοβίας @ Warsaw Pact Organisation πολεμικό πλοίο @ warship ναυτικές δυνάμεις @ warships πλένω @ wash νιπτήρας @ washbasin σπατάλη @ wastage απόβλητα @ waste διάθεση αποβλήτων @ waste disposal καύση των αποβλήτων @ waste incineration διαχείριση των αποβλήτων @ waste management ανακύκλωση αποβλήτων @ waste recycling λύματα @ wastewater ρολόι @ watch παρακολουθώ @ watch προσέχω @ watch σκοπός @ watch νερό @ water μεταλλικό νερό @ water θαλάσσια ύδατα @ water ανάλυση του νερού @ water analysis κατανάλωση νερού @ water consumption διαχείριση των υδάτων @ water management υδρογεωργική χωροταξία @ water management in agriculture ρύποι του νερού @ water pollutant ρύπανση των υδάτων @ water pollution προστασία των υδάτων @ water protection ανάγκες σε νερό @ water requirements υδάτινοι πόροι @ water resources ύδρευση @ water supply επεξεργασία του νερού @ water treatment υδάτινο ρεύμα @ watercourse καταρράκτης @ waterfall υδρόβια πουλιά @ waterfowl ποτιστήρι @ watering can υδροπεπόνι @ watermelon υδροπεπονιά @ watermelon τομέας ποταμοπλοΐας @ waterway transport βατ @ watt κύμα @ wave ενέργεια των κυμάτων @ wave energy ζώνη συχνοτήτων @ waveband μήκος κύματος @ wavelength κερί @ wax δρόμος @ way CMT @ WCL εμείς @ we αδυναμία @ weakness πλούτος @ wealth φόρος στην περιουσία @ wealth tax όπλο @ weapon όπλα μαζικής καταστροφής @ weapon of mass destruction καταστροφή των όπλων @ weapons' destruction νυφίτσα @ weasel ύφανση @ weave υφαντής @ weaver Διαδικτυακά Χρώματα @ web colors ιστότοπος @ web site χρήστης του διαδικτύου @ web surfer γάμος @ wedding νυφικό @ wedding dress σφήνα @ wedge Τετάρτη @ Wednesday ζιζάνιο @ weed εβδομάδα @ week εβδομαδιαία ανάπαυση @ weekly rest period βάρος @ weight μάζα @ weight βάρη @ weight βάρος και διαστάσεις @ weight and size μέτρα και σταθμά @ weights and measures Δημοκρατία της Βαϊμάρης @ Weimar Republic καλώς ορίσατε @ welcome κοινωνική ενίσχυση @ welfare κράτος προνοίας @ Welfare State πηγάδι @ well καλά @ well λοιπόν @ well Ουέλλινγκτον @ Wellington λυκάνθρωπος @ werewolf δύση @ west δυτικά @ west δυτικός @ west Δυτική Αφρική @ West Africa Ζήτημα της Υπεριορδανίας @ West Bank question Δυτική Γερμανία @ West Germany Δυτικά Μίντλαντς @ West Midlands Βεστ φορ Στορμπαίλτ @ west of the Great Belt Δυτική Σουηδία @ West Sweden Βεστγαίλαντ @ West Zealand Δυτική Εσθονία @ Western Estonia Δυτική Ευρώπη @ Western Europe Δυτική Φινλανδία @ Western Finland Δυτική Ελλάδα @ Western Greece Δυτική Μακεδονία @ Western Macedonia Δυτική Πομερανία @ Western Pomerania province Δυτική Σαχάρα @ Western Sahara Δυτική Υπερδουναβία @ Western Transdanubia βρεγμένος @ wet ΔΕΕ @ WEU χώρες της ΔΕΕ @ WEU countries WFC @ WFC ΠΕΠ @ WFP φάλαινα @ whale αποβάθρα @ wharf τί @ what τι @ what στο διάολο @ what the fuck τι ώρα είναι; @ what time is it σιτάρι @ wheat τροχός @ wheel (O trocho tes tychos) @ Wheel of Fortune πότε @ when όταν @ when όπου @ where πού @ where οποίο @ where γιατί @ wherefore ξινόγαλο @ whey μαστίγιο @ whip δίνη @ whirlpool ουίσκι @ whiskey ουίσκι @ whisky άσπρο @ white άσπρος @ white λευκός @ white Λευκός Οίκος @ White House λευκή ζάχαρη @ white sugar λευκός οίνος @ white wine υπάλληλος @ white-collar worker WHO @ WHO ποιος @ who ο οποίος @ who πλήρες γάλα @ whole milk χονδρική τιμή @ wholesale price χονδρική πώληση @ wholesale selling χονδρικό εμπόριο @ wholesale trade κεντρικές αγορές @ wholesale trading centre πόρνη @ whore γιατί @ why χήρα @ widow χήρος @ widowed person χήρος @ widower σύζυγος @ wife περούκα @ wig βίκι @ wiki Wikimedia @ Wikimedia Foundation Βικιπαίδεια @ Wikipedia Βικιλεξικό @ Wiktionary άγριος @ wild αγριογούρουνο @ wild boar άγριο θηλαστικό @ wild mammal αγριόγατος @ wildcat είδη άγριας χλωρίδας και πανίδας @ wildlife διαθήκη @ will βούληση @ will Γουλιέλμος @ William ιτιά @ willow νίκη @ win άνεμος @ wind περιελίσσω @ wind εκφύσημα @ wind κουρδίζω @ wind αιολική ενέργεια @ wind energy παράθυρο @ window τραχεία @ windpipe Προσήνεμοι Νήσοι @ Windward Islands οίνος @ wine κρασί @ wine οινόχρουν @ wine οίνος ποιότητας @ wine of superior quality φτερό @ wing νικητής @ winner χειμώνας @ winter WIPO @ WIPO σύρμα @ wire σοφία @ wisdom φρονιμίτης @ wisdom tooth σοφός @ wise βόνασος ευρωπαϊκώς @ wisent εύχομαι @ wish ευχή @ wish με @ with καταγγελία συμφωνίας @ withdrawal from an agreement απόσυρση από την αγορά @ withdrawal from the market απόσυρση υποψηφιότητας @ withdrawal of candidacy τιμή απόσυρσης @ withdrawal price μαραίνομαι @ wither χωρίς @ without μάγος @ wizard WMO @ WMO λύκος @ wolf καταβροχθίζω @ wolf γυναίκα @ woman αγρότισσα @ woman farmer γυναικάς @ womanizer μήτρα @ womb γυναίκες @ women θητεία γυναικών @ women's military service γυναικείο κίνημα @ women's movement δικαιώματα της γυναίκας @ women's rights θαυμάσιος @ wonderful , @ wood δάσος @ wood ξύλα @ wood ίνες ξύλου @ wood fibre οικοδομική ξυλεία @ wood for construction βιομηχανία ξύλου @ wood industry προϊόν ξυλείας @ wood product παραγωγή ξυλείας @ wood production υπολείμματα πρίσεως @ wood residue δασική έκταση @ wooded area δρυοκολάπτης @ woodpecker φάσσα @ woodpigeon όργανο καλάμων @ woodwind instrument γαβ-γαβ @ woof μαλλί @ wool λέξη @ word λόγος @ word λόγος της τιμής @ word of honor επεξεργασία κειμένων @ word processing λόγοι @ words εργασία @ work έργο @ work εργατικός κώδικας @ work code σύμβαση εργασίας @ work contract έργο τέχνης @ work of art άδεια εργασίας @ work permit παραγωγικότητα της εργασίας @ work productivity ωράριο εργασίας @ work schedule μελέτη της εργασίας @ work study προσαρμοστικότητα εργαζομένου @ worker adaptability διαβούλευση με τους εργαζομένους @ worker consultation πληροφόρηση των εργαζομένων @ worker information συμμετοχή των εργαζομένων @ worker participation εργαζόμενος με ειδικές ανάγκες @ worker with disabilities Εργατική Διεθνής @ Workers International εργατικό κίνημα @ workers' movement προλετάριοι όλου του κόσμου, ενωθείτε @ workers of the world, unite εκπροσώπηση του προσωπικού @ workers' representation εργάτες-μέτοχοι της επιχείρησης @ workers' stock ownership κεφάλαιο κίνησης @ working capital εργατική τάξη @ working class συνθήκες εργασίας @ working conditions εργασιακό περιβάλλον @ working environment επαγγελματικός βίος @ working life φτωχός εργαζόμενος @ working poor οικονομικά ενεργός πληθυσμός @ working population ενεργός γεωργικός πληθυσμός @ working population engaged in agriculture διάρκεια της εργασίας @ working time τόπος εργασίας @ workplace σύμβαση έργων @ works contract συμβούλιο της επιχείρησης @ works council κόσμος @ world Διεθνής Τράπεζα @ World Bank παγκόσμια κατανάλωση @ world consumption Παγκόσμιος Οργανισμός Τελωνείων @ World Customs Organisation διεθνής οικονομία @ world economy παγκόσμια ιστορία @ world history τιμή της διεθνούς αγοράς @ world market price παγκόσμιος πληθυσμός @ world population παγκόσμια παραγωγή @ world production παγκόσμια αποθέματα @ world stock WTO @ World Tourism Organisation Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου @ World Trade Organisation Παγκόσμιος Πόλεμος @ world war Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος @ World War II παγκόσμιος ιστός @ World Wide Web το el @ world's oldest profession σκουλήκι @ worm ανησυχία @ worry ανησυχώ @ worry λατρεία @ worship άρχηστος @ worthless τραύμα @ wound πληγώνω @ wound ζαρώνω @ wrinkle καρπός @ wrist ρολόι χεριού @ wristwatch γράφω @ write συγγραφέας @ writer γραφή @ writing τεχνική της σύνταξης @ writing skills γραπτή ερώτηση @ written question Βρότσλαβ @ Wroclaw ξένο @ xenon Ξενοφάνης @ Xenophanes ξενοφοβία @ xenophobia ξυλόφωνο @ xylophone γιοτ @ yacht Γιάλτα @ Yalta ίγναμο @ yam Ρανγκούν @ Yangon Γιαουντέ @ Yaoundé σύμβαση της Γιαουντέ @ Yaoundé Convention χασμουριέμαι @ yawn χασμουρητό @ yawn χρόνος @ year επετηρίδα @ yearbook μαγιά @ yeast ωρύομαι @ yell κίτρινο @ yellow κίτρινος @ yellow Υεμένη @ Yemen Γιερεβάν @ Yerevan ναι @ yes χθές @ yesterday εχτές @ yesterday ήδη @ yet γίντις @ Yiddish γιαούρτι @ yoghourt γιαούρτι @ yoghurt κρόκος @ yolk Γιόρκσαϊρ Χάμπερσαϊντ @ Yorkshire and Humberside εσείς @ you εσάς @ you εσύ @ you εσένα @ you νεαρός @ young νέος @ young νεαρός αγρότης @ young farmer νέος @ young person νέος εργαζόμενος @ young worker σας @ your Μεγαλειότατε @ Your Majesty τίποτα @ you're welcome αναμορφωτήριο @ youth detention centre εργασία των νέων @ youth employment ανταλλαγές νέων @ youth exchange scheme κίνημα νεολαίας @ youth movement πολιτική για τη νεότητα @ youth policy ανεργία των νέων @ youth unemployment νεανική βία @ youth violence υττέρβιο @ ytterbium ύττριο @ yttrium Γιουγκοσλαβία @ Yugoslavia Ζάγκρεμπ @ Zagreb Ζάμπια @ Zambia Zasavska @ Zasavska ζέβρος @ zebra Ζηλανδία @ Zeeland Zemgale @ Zemgale μηδέν @ zero μηδενίζω @ zero Ζευς @ Zeus Περιοχή της Žilina @ Žilina region Ζιμπάμπουε @ Zimbabwe ψευδάργυρος @ zinc ζιρκόνιο @ zirconium τσίτερ @ zither Zlín @ Zlín ζόμπι @ zombie ζώνη @ zone ζωολογικός κήπος @ zoo ζωολογία @ zoology ζωονόσος @ zoonosis ζωοτεχνία @ zootechnics Ζωροαστρισμός @ Zoroastrianism